«Πόσο και πώς μπορεί να είναι παραμυθητική η τέχνη απέναντι στην απώλεια;» είναι ένα από τα ερωτήματα που υπόκεινται στο πρόσφατο ποιητικό βιβλίο του Παντελή Μπουκάλα. Εμπρός στον θάνατο-ασυνέχεια-αταξία ως ρήξη της ζωής-συνέχειας-τάξης ο Μπουκάλας χρησιμοποιεί το είκοσι, ηλικία αιφνίδιου, προ δεκαπέντε ετών, θανάτου του γιου του, ως δομική αρχή μιας σύνθεσης με άξονα το πένθος. Δυο πλαγιογραφημένα δίστιχα-μότο διαχωρίζουν τα δύο μέρη της σύνθεσης, υποβάλλοντας την αίσθηση μιας στωικής εγκαρτέρησης μπροστά στη σαρωτική επέλαση της ζωής. Ωστόσο, αυτό ανατρέπεται τόσο στο πρώτο μέρος που το απαρτίζουν είκοσι αριθμημένα εκτεταμένα ποιήματα όσο και στο δεύτερο που αποτελείται από τρία ποιήματα με τίτλο «Ανάριθμο» και χαρακτηριστικούς παρενθετικούς υπότιτλους.
Το κλείσιμο, ένα επίσης πλαγιογραφημένο ποίημα, μοιάζει να αιτιολογεί ψύχραιμα, αν και σχεδόν τραγικά, τη συγγραφή της σύνθεσης: «Να πολεμάμε το γραμμένο/ Να το κάνουμε γραπτά/ Ξόρκια/ Επωδές/ Τραγουδομοιρολόγια/ Προσευχές ανεπίδοτες/ μάταιες…». Ο χειρισμός της δισημίας της λέξης «γραμμένο» (πεπρωμένο-προϊόν γραφής) περικλείει μια πράξη αντίστασης αφού, καίτοι η γραφή δεν θεραπεύει, δεν επουλώνει, δίνει μορφή στο αναπότρεπτο «γραμμένο» ως ξόρκισμα. Γνωρίζοντας ότι είναι ανίσχυρο το λεκτικό ξόρκι («Και λέω ζωή/ για να μην ονομάσω τον δυσώνυμο./Αλλά το ξόρκι/ανήμπορο/Ανόητο»), φαίνεται όμως απαραίτητη η επιτέλεση της ποιητικής πράξης ώστε να μένουν ζωντανά το πένθος και ο ίδιος ο νεκρός.
Η μακρόχρονη μελέτη του Μπουκάλα για το δημοτικό τραγούδι μεταποιείται στο βιβλίο σε ποιητική τεχνική. Στήνει «τραγουδομοιρολόγια», τραγούδι υμνητικό και μοιρολόι, υποβάλλοντας τον ελεγειακό χαρακτήρα της σύνθεσης για τον ακατανόητο θάνατο ενός νέου (το «ακαταλάβαιτο/πώς ξόδι έγινε/το έφιππο ταξίδι σου»). Κάποια από τα ποιήματα είναι γραμμένα στους τόνους/ύφος, μετρική και ορισμένα μοτίβα του δημοτικού τραγουδιού (βλ. 3, 4, 5). Άλλα ελευθερόστιχα, ρυθμικά ή πεζολογικά, αφηγούνται ή και προσθέτουν εύστοχα στο συναισθηματικό φορτίο τις σκέψεις ή τις αμφιβολίες που γεννά μια τέτοια απώλεια (βλ. ποίημα 9 με υπότιτλο «Προσευχή αθέου», μια απεύθυνση στον Θεό).

Η συλλογή από τη μία οργανώνει το πένθος ως ποιητική πράξη θρήνου και μνήμης, δικαιώνοντας πλήρως τις δυνατότητες της βιωματικής ποίησης, από την άλλη αρνείται την παρηγορητική λύση αφήνοντας το πένθος ως διαρκή βιοτική συνθήκη. Η συμφιλίωση με τον θάνατο δεν επέρχεται και η απώλεια παραμένει ρητά ανεπανόρθωτη στο «δεν πρόλαβα», στην ενοχή για την «ανεπίδοτη αγάπη», στη γραφή όπου «Τσακίζουν, ναι, τσακίζουν κόκαλα/οι λέξεις».
Έτσι, ανάμεσα στην ελεγεία και την αντι-ελεγεία υπάρχει ισορροπία που επιτυγχάνεται με τη ρητορική. Στα κυρίως αφηγηματικά ποιήματα η απεύθυνση στον νεκρό γιο πάνω από το μνήμα του, σαν να είναι ζωντανός και με αισθήσεις («Μα τι σου λέω, /πασά/. Τ’ ακούς./ Τα βλέπεις»), η ανάκληση διαλόγων για την οικογενειακή ρίζα («“Ητανε όμορφη η γιαγιά, πατέρα;”»), όμορφες αναμνήσεις από τις στιγμές συνύπαρξης πατέρα-γιου, προσφωνήσεις τρυφερότητας (από τα «μαναράκι μου», «πουλάκι μου» στα «λεβεντάκο μου», «ονειράκι μου», «μωρό μου ωκύμορο» ώς το τραγικά στοργικό «χωματούλη μου») συγκροτούν γνωρίσματα άρθρωσης του πατρικού θρήνου. Η συντριβή, αναπάντεχη, άλλοτε αποδίδεται άμεσα όπως «το ξυράφι του μετά/έκοψε στα δυο τον κόσμο όλο», άλλοτε έμμεσα και στοχαστικά όπως η υπόθεση «αν» και η ευχή «ας» του πρώτου ποιήματος (Αν ας αν ας αν ας αν ας αν ας/ ανάσα μου/ανάσα μου που κόπηκες/στα ωραία είκοσί σου»). Η διαρκής υπόμνηση τρυφερότητας μετατοπίζει ένα παραδοσιακά θηλυκοποιημένο είδος, το μοιρολόι, σε ανδρική/πατρική φωνή. Παράλληλα, η ενοχή της επιβίωσης («Το τρέμω το κτήνος που γίνεται ο άνθρωπος για ν’ αντέξει. Που πρέπει να γίνει») γίνεται «ευχή ανέφικτη» όπου το πένθος περνά από την ανάμνηση στην επιθυμία ακραίας μετοχής ή ταύτισης. («Να ’μουν η πρώτη μπίρα σου / Το πρώτο σου μεθύσι / […] Ο θάνατός σου να ’μουν/και να πέθαινα).
Ο Μπουκάλας αναμετριέται με το πατρικό πένθος χωρίς να διολισθήσει στην αισθητικοποίηση της απώλειας ή στην ευκολία του μελοδραματισμού, όπως λίγες ποιητικές καταθέσεις έχουν κατορθώσει από τον παλαμικό Τάφο και εξής.
