ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βαρβάρα Ρούσσου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Παιδί, η μάνα μου/μου φόραγε κατάσαρκα το πατερημών. […] Έπαιρνε ένα μεγάλο κλειδί/και διπλοκλείδωνε τον ύπνο μου», «Είναι λοιπόν περίεργο/πώς όλα τούτα/βρίσκουνε δρόμο και ξαναγυρνάνε/μες στον ύπνο σου/». Από Το σόι (1978), τη δεύτερη συλλογή της Μαστοράκη, η μητρική ευχή είχε αποτροπαϊκή ισχύ και κλείδωνε τον ευεπίφορο στο κακό ύπνο αλλά μια σειρά από εμπειρίες και εικόνες μπορούσαν να τον διαταράξουν σπέρνοντας τον φόβο. Έτσι, το «Τι σκέφτομαι και τι φοβάμαι πριν να κοιμηθώ», το πρώτο μέρος του υπότιτλου που, κατά μία έννοια, ορίζει όλη τη σύνθεση, συνδέεται μ’ εκείνο το μητρικό ποίημα-ξόρκι του τίτλου «κι όλα τα κακά σκορπά…». Σπεύδει όμως η Μαστοράκη στην ολοκλήρωση του τίτλου με το «αφού κανένας δε σταυρώνει πια το μαξιλάρι μου», μια φράση-συνυποδήλωση της θλίψης για τη μητρική απουσία και για τη μοναχικότητα και ευθραυστότητα του ύπνου, ευάλωτου, κατά την παιδική ηλικία στο φανταστικό κακό, και κατά την ενήλικη ζωή στο πραγματικό κακό, και γι’ αυτό, ίσως, πιο τρομακτικό.

Πρόκειται για μια σύνθεση που απαρτίζεται από επτά ενότητες (ο αριθμός ήδη πολιτισμικά φορτισμένος, βλ. π.χ. τις ημέρες της εβδομάδας) με πέντε έως τρία πεζά μέρη η καθεμιά, συνήθως με μια καταληκτική αποφθεγματική φράση που μοιάζει να κλείνει/συνοψίζει την προηγηθείσα σκέψη. Η σημείωση στο τέλος του βιβλίου αναφέρει «Τα υλικά», δηλαδή τις πηγές απ’ όπου αντλήθηκε το ευρύτερο υλικό, και βέβαια τα αποσπάσματα που παρεμβάλλονται/παρατίθενται καθώς και οι τίτλοι των μερών: ονειροκρίτες της αρχαιότητας, παιδικά παραμύθια, Γραφές, ιερές ακολουθίες, Απόκρυφα και μια σειρά λαϊκότροπων κειμένων, μερικά σε έντονο εσχατολογικό/αποκαλυψιακό ύφος, όπου το σατανικό κακό ως αντίθετο του θεϊκού καλού, το μαγικό και το υπερφυσικό, τροφοδοτούν σκέψεις και αγωνίες. Από την αρχή συμπλέκονται ενήλικοι φόβοι («Όλοι στον ύπνο κινδυνεύουν») και παιδικοί («Τόσες ιστορίες. Κυρίως εκείνες που είχα φοβηθεί από μικρή. Τις σκέφτομαι πριν κοιμηθώ») και το κακό ορίζεται ποικιλότροπα: «Κακό είναι αυτό που περιμένει πίσω από τον ύπνο», «Κακό είναι αυτό που πέφτει από ψηλά και σκοτεινιάζει», «Κακό είναι ό,τι φοβήθηκαν οι άγιοι». Οι προστάτες άγγελοι ήδη από την παιδική ηλικία έχουν αρχίσει να γίνονται τρομακτικοί, πολλοί και ιδίως αποστάτες που τιμωρούνται αιωνίως: «Πρέπει να τους φαντάζομαι όπως ήταν άλλοτε στις ζωγραφιές και δεν μπορώ. […] Τα αγγελικά ονόματα είναι τρομερά. […] Τον τρόμο των αγγέλων δεν ξέρω ποιος τον έσπειρε.[…]», «Φέρνουν το ξαφνικό». Οι Γραφές δεν είναι τα ιερά θρησκευτικά βιβλία αλλά πηγή φόβου απ’ όπου αναδύεται ένα σκοταδιστικό κλίμα τρομοκρατίας γεμάτο βασανιστήρια και οδύνη. Από εδώ είναι εύκολη η συνειρμική μετάβαση της σκέψης σε μάγισσες και το Malleus Maleficarum του 15ου αι. (εγχειρίδιο αναγνώρισης και δίωξης μαγισσών), σε βρικόλακες και τη λογοτεχνική απόδοσή τους (Μπράμ Στόουκερ).

Ανάμεσα στο ενταύθα και στο επέκεινα
Τζένη Μαστοράκη, «κι όλα τα κακά σκορπά…» | Τι σκέφτομαι και τι φοβάμαι πριν να κοιμηθώ, αφού κανένας δε σταυρώνει πια το μαξιλάρι μου | Επίμετρο: Διονύσης Καψάλης | Σελ. 48, Άγρα 2026

Γιατί όλες αυτές οι σκέψεις; Επειδή ο φόβος είναι προκλητικός, αναδεικνύει τα όρια και μάλιστα στη μεταιχμιακή κατάσταση προ του ύπνου: «Όμως από μικρή αγαπούσα ό,τι με φόβιζε. Και την αγάπη αργότερα έτσι. Από φόβο». «[…] Είναι κακό, είναι κακό η αγάπη» κλείνει η σύνθεση προβάλλοντας τον διττό χαρακτήρα των συναισθημάτων, την έλξη της σκοτεινής ρίζας.

Στη σύνθεση παρακολουθούμε μια ποιητική μορφικά οικεία από τις γνωστές συλλογές της Μαστοράκη, την ιδιοπρόσωπη πύκνωση του λόγου της, τις μεταπλάσεις και τις μεταφορικές εικόνες. Πρόκειται για μια ισορροπία ανάμεσα στην πεζή φόρμα και την ποίηση, ανάμεσα στον ονειρικό φανταστικό και εν μέρει μεταφυσικό κόσμο που φέρνει η προ του ύπνου κατάσταση και στην ίδια αυτή κατάσταση ως φόβο, εφιάλτη, συγγενή του αιώνιου ύπνου.

Το επίμετρο του Διονύση Καψάλη, ακροβασία κριτικής ανάγνωσης της σύνθεσης και λυρικής αναδρομής στη μορφή και το έργο της Μαστοράκη, τοποθετεί το βιβλίο ισότιμα, και δικαίως, στον ατομικό κανόνα της ποιήτριας. Όμως η ένσταση για το «γυναικεία ποίηση» ηχεί ως αντίφαση στην παραδοχή του «Γυναίκα πώς αλλιώς;» και η επιστροφή στο οικουμενικό μάλλον συσκοτίζει σημαντική πτυχή της ποιητικής και της πρόσληψης της Μαστοράκη.