ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χριστόφορος Κάσδαγλης**
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Καλά τα είπε ο Αλκίνοος στην εκκλησία. Συνεχίζουμε τη γόνιμη αναζήτηση, αυτή τη φορά ενώπιον της εκκλησίας του δήμου. Οχι για τα μικροπολιτικά απρόοπτα της διαδρομής, αλλά για τη δημιουργική αγωνία και την προσωπικότητα του εκλιπόντος. Για τα εξήντα χρόνια κομμάτια, τις τομές και τις πληγές, αλλά κυρίως για τις μεγάλες υπερβάσεις

Ο Διονύσης Σαββόπουλος αξιώθηκε μια κηδεία όπως θα την ήθελε. Η οικογένεια, οι φίλοι και οι ομότεχνοι. Μητρόπολη, λαϊκό προσκύνημα, πρωτόκολλο, οι πολιτειακές και πολιτικές αρχές, ένστολες μπάντες, οι επικήδειοι, οι τηλεοράσεις. Μυριάδες κόσμος να τραγουδάει, να πορεύεται εν είδει διαδήλωσης – τα τραγούδια στα χείλη ολουνών, δημοσία δαπάνη, στο Α’ Νεκροταφείο.

Θα ’λεγες ότι σκηνοθέτησε ο ίδιος την έξοδό του, με την επιμέλεια με την οποία ανέκαθεν σκηνοθετούσε την κάθε δημόσια παρουσία του.

Ο Αγιος Πέτρος

Προσωπικά δεν με ενδιαφέρουν ιδιαιτέρως όλ’ αυτά, προτιμώ να πενθήσω, αν ταιριάζει το πένθος όταν μιλάμε για έναν τύπο σαν τον Σαββόπουλο, προτιμώ να βιώσω την απουσία του διεισδύοντας και πάλι στο έργο του, και πιο πολύ στα τραγούδια του. Είναι δύσκολο να διαλέξεις ανάμεσα στα αριστουργήματά του το καλύτερο, αλλά, όπως ήρθαν τα πράγματα, μου φαίνεται επίκαιρη εδώ μια παλιά μου σκέψη: Πως όταν ο Σαββόπουλος θα βρισκόταν στις πύλες του παραδείσου και θα τον ρωτούσε ο Αγιος Πέτρος τι έκανε στη ζωή του που να δικαιολογεί το να γίνει δεκτός εκεί, θα αρκούσε να του αναφέρει ένα μόνο τραγούδι, μονάχα ένα, το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο».

Επεσαν τότε να τον φάνε γι’ αυτό, περισσότερο κι από το περίφημο «Μητσοτάκ», αρκετά χρόνια αργότερα. Πού ακούστηκε να επιχειρεί να εξιδανικεύσει έναν δολοφόνο, να σκύψει πάνω από τη ζωή του και να αποκωδικοποιήσει τη μοίρα του, να τον παραστήσει σαν λαϊκό ήρωα, να τολμήσει να συλλαβίσει μερικά ελαφρυντικά για τα κίνητρά του. Μόνο για πρόκληση σε τέλεση κακουργηματικών πράξεων δεν κατηγορήθηκε.

Ο Σαββόπουλος είχε δουλέψει σκληρά πάνω στα λόγια του τραγουδιού, διάβασε εφημερίδες και δικογραφίες, επισκέφθηκε τον κατάδικο στη φυλακή, αν δεν κάνω λάθος παρακολούθησε την ακροαματική διαδικασία. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι έκανε πραγματικό ρεπορτάζ, αλλά ένα ρεπορτάζ που οι λέξεις του εκτοξεύονται στις υψηλότερες σφαίρες του ποιητικού λόγου και οι ομοιοκαταληξίες του σε καθηλώνουν.

Είναι πολύ περίεργο να λες κάτι τέτοιο. Μία από τις πιο καταλυτικές ιδέες στις οποίες μας μύησε από νωρίς ο Σαββόπουλος ήταν η αδιάσπαστη ενότητα μεταξύ μουσικής, λόγου και εκτέλεσης των τραγουδιών του, ανοίγοντας τον δρόμο για τη δημιουργία μιας νέας παράδοσης και επινοώντας λόγω και έργω τον ρόλο του τραγουδοποιού – ενός τροβαδούρου της σύγχρονης εποχής.

Φοβάμαι πολύ ότι όλα εκείνα τα χρόνια που ανήκαμε στους σκληροπυρηνικούς σαββοπουλικούς, δεν θα τολμούσες επ’ ουδενί να διασπάσεις το τραγούδι στα συστατικά εξ ων συνετέθη και να μιλήσεις για καθαρή ποίηση. Αλλά έτσι ήρθαν τα πράγματα, ενός κακού μύρια έπονται – ο Σαββόπουλος κάποια στιγμή επέλεξε να σπάσει τον αρραβώνα και μας αποδέσμευσε μόνος του από τις άρρητες αμοιβαίες δεσμεύσεις.

Ο γεωπολιτικός ορίζοντας

Η γενιά μου ανδρώθηκε με τη ροκ τριλογία του Σαββόπουλου. Ο ηλεκτρισμός σπινθήριζε στο «Κύτταρο», η ψυχεδέλεια ήταν παρούσα, αλλά αυτό που έκανε τη διαφορά ήταν το συνταίριασμα φαινομενικά αταίριαστων παραδόσεων, το δημοτικό και το ρεμπέτικο υπόστρωμα, το βυζαντινό μέλος, οι αντεργκράουντ εικόνες και η μυσταγωγία. Αυτά τα καταλαβαίναμε από τότε, και όσα δεν καταλαβαίναμε επακριβώς, απλώς τα διαισθανόμασταν. Πολλά βγήκαν στην επιφάνεια πολύ αργότερα, αυτή είναι η προφητική διάσταση του Σαββόπουλου, που όσο κράτησε υπήρξε φαντασμαγορική.

Οσο με αφορά, χρειάστηκαν δεκάδες χρόνια, ν’ αλλάξει ο χάρτης όλης της ενδοχώρας, συχνά με τρόπο αιματηρό, για να συνειδητοποιήσω ότι πριν από πενήντα χρόνια, μέσα στη δικτατορία και στην κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου, ο Σαββόπουλος, αυτός ο μετέπειτα εθνικιστής, έσπαγε το σιδηρούν παραπέτασμα και άνοιγε το πλάνο μέχρι τα απώτατα Βαλκάνια. Επιστρατεύοντας αρχαίες αφηγήσεις, μυθικά πλάσματα και απόκοσμους ήχους που έρχονταν από το μέλλον.

Το σχίσμα

Δεν είναι η ώρα να ξανανοίξουμε τη δύσκολη μετέπειτα σχέση μας με τον Σαββόπουλο, οπότε θα προσπαθήσω σκληρά να μην πέσω σ’ αυτήν την παγίδα. Θα πω εδώ μόνο τα ελάχιστα, κι ας με συγχωρέσουν οι όψιμοι σαββοπουλικοί. Ο Σαββόπουλος αναδύθηκε μέσα από την Αριστερά της δεκαετίας του ’60, πάντα βέβαια με τον δικό του υποκειμενικό τρόπο. Μεγάλο μέρος του αριστερού κόσμου κατανόησε αυτήν την ποιότητα και την αγκάλιασε.

Ο πολιτικός λόγος του Σαββόπουλου μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80 ήταν ποιητικός, συμβολικός και υπαινικτικός. Αυτή ήταν η ειδοποιός διαφορά του από το πολιτικό τραγούδι της δεκαετίας του ’60 και της Μεταπολίτευσης. Ο υπαινικτικός του λόγος δεν οφειλόταν κυρίως στη λογοκρισία, όπως αποδείχτηκε και στα μεταπολιτευτικά του έργα, όπου η κυριολεξία, τα συνθήματα και τα πόστερ απουσιάζουν εντελώς.

Οταν αποφάσισε να κάνει τη μεγάλη πολιτική του στροφή, για λόγους που μόνο ένας ψυχαναλυτής θα μπορούσε να ανιχνεύσει, ο ποιητικός του λόγος εξασθένησε προς χάριν μιας συνθηματολογίας που δεν γνώριζε καν τους κώδικές της. Παράτησε τα δικά του εργαλεία του υπαινιγμού και των συμβολισμών και η μαγεία χάθηκε. Αποφεύγω να μπαίνω σε ξένα χωράφια, τολμώ ωστόσο να υποστηρίξω ότι η κάμψη του στίχου συμβάδισε με αντίστοιχη κάμψη της μουσικής έμπνευσης – κάτι σχεδόν αναπόφευκτο στο σαββοπουλικό δημιουργικό σύμπαν.

Αν και η σχετική συζήτηση δεν στερείται ενδιαφέροντος, τουλάχιστον όταν γίνεται καλοπροαίρετα και με επιχειρήματα, προσωπικά λίγο με απασχολεί η στάση των θεσμικών εκπροσώπων της Αριστεράς ως προς την κηδεία, πρόκειται άλλωστε καθαρά για θέμα υπαρξιακό, δευτερευόντως πολιτικό και σίγουρα όχι ηθικό ή -πολύ περισσότερο- εθνικό.

Αυτό που θα ’θελα μόνο να υποδείξω είναι ότι η πολιτική και καλλιτεχνική μετατόπιση του Σαββόπουλου κρίθηκε τότε μάλλον με αισθητικά, παρά με πολιτικά -πολλώ δε μάλλον κομματικά- κριτήρια.

Αλλά και σ’ αυτό το πεδίο τού χρωστάμε κάτι σπουδαίο. Είναι ωραίο να ανήκεις σε μια συλλογικότητα, ιδίως αν είναι άτυπη όπως εκείνη που είχε σχηματιστεί γύρω από το «Ροντέο» και το «Κύτταρο». Είναι ωραίο, αλλά δημιουργεί κινδύνους. Περιχαράκωση, προσωπολατρία, εφησυχασμός. Δίνοντάς μας μια ηχηρή κλοτσιά, ο Σαββόπουλος μας ξεβόλεψε και μας δίδαξε πως οι σχέσεις είναι ρευστές, πως το κοινωνικό περιβάλλον συνεχώς αναδιαμορφώνει αρχές και συνειδήσεις. Οτι οι συμμαχίες και οι συλλογικότητες είναι εύθραυστες καταστάσεις που μπορεί και να κρύβουν μεγάλες απογοητεύσεις. Μια προειδοποίηση και μια προπαίδεια εν όψει της ρευστοποίησης της Αριστεράς, που έμελλε να επακολουθήσει αρκετά χρόνια αργότερα, σχεδόν αναπόφευκτα και δραματικά.

Πόζα και γενναιοδωρία

Πρωτοείδα ζωντανά τον Σαββόπουλο στο «Κύτταρο» το ’73, στα δεκαπέντε μου. Φαινόταν απρόσιτος και εγωκεντρικός. Οχι πως πείραζε, εκείνη την εποχή δεν είχε σημασία η ευγένεια, αλλά ο θυμός και η ορμή της αμφισβήτησης. Ωστόσο, ήδη από τότε ήταν εμφανής η καλλιτεχνική απλοχεριά του, το άνοιγμά του σε αλλότρια μουσικά είδη και θεάματα.

Η γενναιοδωρία αυτή διατρέχει όλη την πορεία του, με τις εκάστοτε συνεργασίες του, συχνά απρόσμενες και τολμηρές, με το δημιουργικό πέρασμά του από τη θέση του παραγωγού στη δισκογραφική εταιρεία Lyra, με τις φιλόξενες εκπομπές του στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο, με τα ανοίγματά του σε βαλκανικά μουσικά σχήματα, με τα τραγούδια άλλων ομοτέχνων του που τραγούδησε με τρόπο μοναδικό, δίνοντάς τους καινούργια πνοή. (Και ανατινάζοντας τον μύθο σύμφωνα με τον οποίο η φωνή του ήταν τάχα κακή και ακατάλληλη να τραγουδήσει οτιδήποτε άλλο εκτός από τα δικά του τραγούδια.)

Από την άλλη, αρκετοί τον έχουν κατηγορήσει ότι είχε μακρύ χέρι, σαν τον αγαπημένο του Καραγκιόζη. Θα μου επιτρέψετε να πω ότι κάνουν λάθος. Υπήρξαν αρκετές αφορμές για να τα βάλεις με τον Σαββόπουλο, αλλά είναι αμαρτία να τον κατηγορείς για τους λάθος λόγους. Ο Σαββόπουλος δεν έκλεψε, αγκάλιασε και μεταβόλισε μουσικές και στίχους καλλιτεχνών που θαύμασε, αφομοιώνοντάς τους και ανάγοντάς τους σε άλλο επίπεδο.

Κι όσο για την αλαζονεία και την πόζα της πρώτης περιόδου, όταν ο δημιουργικός οίστρος υποχώρησε και τα πάθη από τη μοιραία στροφή καταλάγιασαν, αναδύθηκε στις συναυλίες του ένας άλλος Σαββόπουλος, πιο κοινωνικός κα χαμογελαστός, πιο εκδηλωτικός και ευπροσήγορος. Και πάνω απ’ όλα ένας ταλαντούχος αφηγητής, ένας storyteller που ήθελες-δεν ήθελες σε αιχμαλώτιζε.

Η κληρονομιά του μακαρίτη

Τι μένει απ’ όλα αυτά; Μένει η κληρονομιά, τα τραγούδια, τα συλλογικά μας βιώματα. Οχι σαν νοσταλγία για «τα καλύτερά μας χρόνια», αλλά ως υπόβαθρο για τα καλύτερα -ή ίσως χειρότερα- που έρχονται.

Εχω πάψει από καιρό να προσπαθώ να προβάλω μια άποψη γύρω από το πώς θα έπρεπε να ξεχωρίσει η ήρα απ’ το στάρι στο έργο του Σαββόπουλου, τα αριστουργήματα από τα τραγούδια του συρμού ή ενδεχομένως μιας καλλιτεχνικής αμηχανίας ή κόπωσης. Το τι θα μείνει κλασικό και ζωντανό και το τι θα περιπέσει στη λήθη είναι κάτι που θα κριθεί στο μέλλον από μόνο του. Αν και, παρακολουθώντας την εύλογη υπερπροσφορά τραγουδιών που ακολούθησε την απώλεια του Διονύση, κάτι μου λέει ότι αυτό το ζήτημα έχει ήδη κριθεί.

* Ατάκα του ίδιου του Διονύση Σαββόπουλου από το έργο του «Αχαρνής»
** Συγγραφέας και δημοσιογράφος ο Χριστόφορος Κάσδαγλης έχει συγγράψει, μεταξύ πολλών άλλων, και το, ενταγμένο στη μουσική σειρά βιβλίων «33 ⅓» που κυκλοφορεί στα ελληνικά από το «Οξύ», «Διονύσης Σαββόπουλος: Βρώμικο ψωμί»