Υπάρχει μια παραδοχή για το πραγματικό status της χώρας τόσο δυσάρεστη, ώστε το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού προσωπικού αποφεύγει να την αγγίξει. Ωστόσο, πρόκειται για θεμελιώδες εργαλείο εξήγησης όσων συμβαίνουν και όσων πρόκειται να συμβούν.
Η παραδοχή είναι ότι η Ελλάδα δεν χρεοκόπησε απλά, με αφετηρία την κρίση του 2009-2010. Κατέρρευσε, με απώλειες σε οικονομικό, παραγωγικό, κοινωνικό και αναπτυξιακό επίπεδο που έχουν συγκριθεί, ορθώς, με έναν πόλεμο που έληξε με ήττα. Και όπως συμβαίνει συνήθως στις ήττες, μπήκε επίσημα σε καθεστώς μειωμένης κυριαρχίας, όπου πρακτικά όλες οι βασικές αποφάσεις διακυβέρνησης τελούσαν υπό την αίρεση τεχνοκρατών της «τρόικας» ή, αργότερα, των «θεσμών», χωρίς να αλλάζει κάτι επί της ουσίας.
Το 2015 σημειώθηκε η τελευταία απόπειρα να ανακτήσει η χώρα τον έλεγχο του πεπρωμένου της. Τα αποτελέσματα έχουν καταγραφεί. Εκτοτε, μολονότι υποτίθεται ότι η μνημονιακή περίοδος έληξε τυπικά το 2018, η χώρα δεν έχει ανακάμψει ουσιαστικά. Απέχει πολύ από τα προ κρίσης επίπεδα, έχει χάσει δύο δεκαετίες ανάπτυξης, πληθυσμό και παραγωγικό δυναμικό, ενώ κατατάσσεται συστηματικά στις τελευταίες θέσεις της Ε.Ε. σε δείκτες κοινωνικής συνοχής, ευζωίας και πραγματικού εισοδήματος.
Το μείζον είναι ότι δεν έχει ανακτήσει τη χαμένη της κυριαρχία. Δεν είναι μία χώρα που αποφασίζει η ίδια για τον εαυτό της. Ασφαλώς, αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο, αλλά γενικότερα δίλημμα των ευρωπαϊκών κρατών, ιδίως των μικρομεσαίων εντός ευρωζώνης. Η κυριαρχία ήταν πάντα ένα φάσμα, και το σύγχρονο ελληνικό κράτος από τη γένεσή του τοποθετούνταν μάλλον στο αρνητικό του τμήμα. Στην παρούσα φάση, το αυτεξούσιο έχει περιοριστεί δραστικά.
Από αυτή την άποψη, η μνημονιακή περίοδος δεν πρέπει να θεωρείται πρόσκαιρη ανωμαλία, αλλά μεταβατικό στάδιο προς ένα νέο καθεστώς μόνιμης ενισχυμένης εποπτείας, με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος να λειτουργεί ως τοποτηρητής. Αναρωτιέται κανείς τι είδους δημοσιονομικό περιθώριο διαθέτει, όντως, μια ελληνική κυβέρνηση και κατά πόσο μπορεί να διαφύγει από τη μέγκενη της λιτότητας. Εάν δύναται να δημιουργήσει τραπεζικό πόλο παράλληλο με τις συστημικές τράπεζες. Εάν της επιτρέπεται να εξέλθει από το Χρηματιστήριο Ενέργειας ή να θέσει σοβαρούς περιορισμούς στους πλειστηριασμούς κατοικιών. Το ίδιο ισχύει, τηρουμένων των αναλογιών, ως προς την απώλεια αυτονομίας στην εξωτερική πολιτική. Η απόρριψη του αναθεωρητισμού της Αγκυρας δεν αναιρεί τα de facto τετελεσμένα που θα κοστίσουν στη μελλοντική διευθέτηση των ελληνοτουρκικών διαφορών, ιδίως με αμερικανική σφραγίδα. Την ίδια ώρα, το ισραηλινό ναυτικό ενεργεί παρανόμως ανοιχτά της Κρήτης, ενώ ουκρανικός ναυτικός δρόνος εντοπίζεται στη Λευκάδα. Περιστατικά που αποκαλύπτουν σοβαρά κενά ασφαλείας.
Προκύπτουν νέα ερωτήματα: Εχει η ελληνική κυβέρνηση –ακόμα και μία που θα το ήθελε– την επιλογή να μην εμφανίζεται πλήρως ταυτισμένη με την εχθρότητα του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. έναντι της Ρωσίας, με τον αμερικανικό τυχοδιωκτισμό στο Ιράν, με τα εγκλήματα του Ισραήλ στη Γάζα και τον Λίβανο, ακόμα και όταν βλάπτεται η ελληνική οικονομία και ναυτιλία και η περιφερειακή σταθερότητα;
Ο υποβιβασμός της χώρας σε κράτος περιορισμένης κυριαρχίας συνιστά το βασικό υπαρξιακό της πρόβλημα σήμερα. Εάν δεν δοθεί πειστική απάντηση στο ζήτημα της ανάκτησης της δυνατότητάς της να αυτενεργεί στοιχειωδώς, οποιαδήποτε άλλη συζήτηση περί δημοκρατικής θωράκισης των θεσμών και εναλλακτικού μοντέλου διακυβέρνησης συνιστά σχήμα πρωθύστερο.
*Δικηγόρος
