Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ληστείες, κλοπές και αδικήματα «περί βλάβης των ηθών», όπως χαρακτηρίζονταν στον πρώτο Ποινικό Νόμο του 1835, ήταν τα περισσότερα αδικήματα στο «ποινικό μητρώο» του σύγχρονου ελληνικού κράτους στα πρώτα χρόνια της σύστασής του.

Αυτό φαίνεται σε στατιστικές καταγραφές και εφημερίδες της εποχής, στις οποίες αποτυπώνεται μια «αθέατη» πλευρά της κοινωνίας εκείνων των χρόνων, σχετική με την παραβατικότητα αλλά και τις αντιλήψεις της εποχής.

Βέβαια, οι ληστείες και οι κλοπές «έρχονταν» από την Τουρκοκρατία αλλά συνεχίστηκαν αμείωτες και πολλές φορές χαρακτηρίζονταν από μεγάλη βιαιότητα. Γ’ αυτό αλλά και για άλλους λόγους καταγράφονται πολλά αδικήματα σε βάρος της ανθρώπινης ζωής (δολοφονίες, ξυλοδαρμοί, τραυματισμοί).

Επίσης, καταγράφονται αδικήματα σε βάρος γυναικών ενώ ποινικά αδικήματα θεωρούνταν η μοιχεία, η παρθενοφθορία (εκούσια ή ακούσια) και οι ανδρικές ομοφυλοφιλικές σχέσεις (η αρσενοκοιτία, όπως χαρακτηριζόταν)!

Οι καταγραφές ξεκινάνε μετά την άφιξη του Οθωνα (1833) και αναφέρονται στα μεγάλα κέντρα της εποχής, το Ναύπλιο, τη Χαλκίδα και το Μεσολόγγι.

Αλλωστε, τότε η Αθήνα ήταν μια μικρή πόλη, με σπίτια μισοερειπωμένα και με πληθυσμό που δεν ξεπερνούσε τους 5.000 κατοίκους. Η αύξηση του πληθυσμού, η ανάπτυξή της και η έξαρση της εγκληματικότητας ξεκινάνε μετά την καθιέρωσή της ως πρωτεύουσας το 1835. Ετσι, τα δύο πρώτα χρόνια μετά την άφιξη του ανήλικου, αρχικά, Οθωνα φαίνεται ότι στη μέχρι τότε πρωτεύουσα, το Ναύπλιο, και στα άλλα δύο μεγάλα κέντρα, οι ποινικές υποθέσεις αφορούσαν κυρίως ληστείες, κλοπές και συναφή αδικήματα, όπως η κλεπταποδοχή και η συνεργασία με ληστές. Επίσης, απασχολούσαν και υποθέσεις πειρατείας ακόμα και «υποψίας πειρατείας», με προβλεπόμενες αυστηρότατες ποινές, έως και τη θανατική καταδίκη.

Πάντως, η ποινική αντιμετώπιση είχε μεγάλες διαφοροποιήσεις. Για παράδειγμα, σε μια περίπτωση η «βιαία νυκτοκλοπή» χαρακτηρίζεται ως πλημμέλημα, ενώ άλλη «κλοπή τελεσθείσα εν καιρώ νυκτός δι’ αντικλείδος» θεωρείται κακούργημα και καταδικάζεται σε 5ετή κάθειρξη.

Αλλο «συνηθισμένο» αδίκημα, καθώς η οπλοφορία συνηθιζόταν, ήταν η «άνευ αδείας οπλοφορία», με επίσης μεγάλες ποινικές διαφοροποιήσεις. Ετσι, σε ένα δικαστήριο με πέντε κατηγορούμενους, στους δύο επιβλήθηκε τριήμερη κράτηση στον καθένα, σε έναν μονοήμερη, σε έναν κράτηση ενός μήνα και στον τελευταίο κράτηση τριών μηνών και πέντε ημερών!

Αλλα αδικήματα που εμφανίζονταν συχνά είναι τα σχετικά με βίαιες πράξεις (δολοφονίες, ξυλοδαρμοί, σωματικές βλάβες ή «πληγώσεις», όπως αναφέρονταν, εξυβρίσεις – απρεπής μεταχείριση ή «αικίαι», όπως σημειώνονταν κ.ά.) και οικονομικά («σφετερισμοί δημοσίων χρημάτων», υπεξαίρεση, «κιβδηλεμπορία», «εκποίησις αρχαιοτήτων εις ξένους», δωροδοκία, πλαστογραφία κ.ά.).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι υπάρχουν αρκετές υποθέσεις για «αυτοδικία». Αυτό δείχνει ότι οι πολίτες έπαιρναν τον νόμο στα χέρια τους, ενδεικτικό της έλλειψης εμπιστοσύνης στην απονομή δικαιοσύνης των Αρχών τόσο επί Τουρκοκρατίας όσο και στο «νεαρό» κράτος.

Αξιοσημείωτο είναι ότι είχε προβλεφθεί ο ποινικός κολασμός της εγκατάλειψης ανθρώπων. Ετσι, καταγράφονται διώξεις για «εγκατάλειψη ανθρώπου πνέοντος τα λοίσθια» και «άρνησι βοηθείας».

Φυσικά, δεν έλειπαν διάφορες απάτες. Κάτι τέτοιο συνέβη τον Σεπτέμβριο του 1834, στη Χαλκίδα, όπου κάποιος εμφανιζόταν ως «μάγος» κατέχοντας «ματζούνια» που θεράπευαν τα πάντα. Καταδικάστηκε σε πρόστιμο 100 δραχμών «ένεκα γοητείας (σ.σ. μαγείας) και κατασκευής ιατρικών άνευ αδείας».

Τέλος, διαπράττονταν πολλά αδικήματα με θύματα γυναίκες, όπως βιασμός, «παρά φύσιν ασέλγεια», «αρπαγή γυναικός» και απαγωγή νέας κ.ά.

Σε κάποια άλλα αδικήματα αποτυπώνονται και ήθη της εποχής, όπως η «παρθενοφθορία», ενώ καταγράφεται και βίαιη παρθενοφθορία, η μοιχεία, ακόμα και «βιαία μοιχεία» (σ.σ. η μοιχεία αποποινικοποιήθηκε μόλις το 1982), η «απόκρυψις τοκετού» και η διγαμία. Φυσικά, τιμωρούνταν η αιμομιξία, ενώ ποινικές κυρώσεις υπήρχαν και για την «εμβρυοκτονία», προφανώς μια διαδικασία άμβλωσης, αλλά και για την «αρσενοκοιτία» (ανδρικές ομοφυλοφιλικές σχέσεις).

Παρότι δεν καταγράφονται σχετικά αδικήματα, με τον νόμο του 1833, με τον οποίο συστήθηκε το πρώτο αστυνομικό σώμα, η Χωροφυλακή (το 1984 συγχωνεύτηκε με την Αστυνομία Πόλεων και σχηματίστηκε η ΕΛ.ΑΣ.), στα καθήκοντά της ήταν να «απαγορεύουν την ασέλγεια εις τας οδούς» και να «εμποδίζουν κοινάς γυναίκας να περιφέρωνται εις τους δημοσίους περιπάτους», γεγονός που δείχνει την ύπαρξη πορνείας. Είναι χαρακτηριστικό ότι και το 1838 στην Αθήνα, καθώς είχαν αντιμετωπιστεί μέσα στην πόλη ληστείες και κλοπές, ο δήμος προβληματιζόταν από την «πληθώρα μέθυσων και ελευθερίων γυναικών».

Στη νέα πρωτεύουσα η εγκληματικότητα είχε παρουσιάσει μεγάλη αύξηση τη διετία 1835-1836, κυρίως λόγω της συγκέντρωσης στην πόλη μεγάλου αριθμού «ατάκτων», κυρίως Ρουμελιωτών, στρατιωτών, εγκαταλελειμμένων από το κράτος. Κάποιοι από αυτούς απορροφήθηκαν στον νέο στρατό και στη χωροφυλακή, αλλά πολλοί έμειναν εξαθλιωμένοι στον… δρόμο καταφεύγοντας σε αυτό που ήξεραν από την Τουρκοκρατία, τη ληστεία. Ετσι, η κατάσταση στην Αθήνα έγινε εφιαλτική.

«Οι φόνοι και αι νυκτοκλοπαί ήσαν τα συνηθέστερα των εγκλημάτων», έγραψε ο Γ. Π. Παρασκευόπουλος («Οι δήμαρχοι των Αθηνών», Αθήνα 1907), με αποτέλεσμα, όπως έγραφαν εφημερίδες της εποχής, «οι κάτοικοι μετά φόβου εξήρχοντο την νύκτα των οικιών τους». Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις οι ληστές ήταν εξαιρετικά βίαιοι και βασάνιζαν

τα θύματά τους για να τους παραδώσουν τα χρήματά τους ή και δολοφονώντας τα.

Η εφημερίδα «Σωτήρ» έγραφε (7.6.1836) για τη δολοφονία ενός εμπόρου «εις τον δρόμον του Πειραιώς» (Αθηνών- Πειραιώς), στο ύψος του Ταύρου και (2.7.1836) για τον ξυλοδαρμό ενός βοσκού από τέσσερις ληστές στην οδό των Πατησίων για να του πάρουν τα χρήματα.

Το κλίμα ανασφάλειας οδήγησε εύπορους Αθηναίους, όπως ο πρόξενος της Ρωσίας Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος, να αναζητούν αγοραστές για τα κτήματά τους προκειμένου να φύγουν από την Ελλάδα.

Θύμα κλοπής είχε πέσει και ο δήμαρχος Αθηναίων Ανάργυρος Πετράκης, με τους δράστες να αφαιρούν από το σπίτι του όλο το λάδι και μια αρχαία επιγραφή, ενώ κλέφτες είχαν αφαιρέσει δημόσια βιβλία ακόμα και από το δημαρχείο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση κλοπής με «ριφιφί» στη Λαμία (5.12.1836) καθώς μέσα στη νύχτα μπήκαν κλέφτες σε σπίτι ανοίγοντας τρύπα στον τοίχο!

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση το κράτος, για να ξεφύγει από τις ευθύνες του, νομοθέτησε το δικαίωμα αποζημίωσης των πολιτών από τους δήμους, στους οποίους ανέθεσε τη σύσταση και άλλου αστυνομικού σώματος, της Δημοτικής Αστυνομίας, μετέπειτα Αστυνομία Πόλεων. Στα καθήκοντά της ήταν και οι αγορανομικοί έλεγχοι καθώς ταυτόχρονα με την ανάπτυξη της πρωτεύουσας είχαν εμφανιστεί φαινόμενα αισχροκέρδειας, με τεχνητή έλλειψη τροφίμων, αλλά και νοθείας.