ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Ενιωθα ασφάλεια στα μπαρ. Παραδόξως, δεν λαχταρούσα τόσο πολύ να πιω όταν καθόμουν σε κάποιο μπαρ, όσο όταν καθόμουν μόνος στο σπίτι, όπου άρχιζα να νιώθω σαν το φάντασμα της δίψας κάποιου άλλου. Η μοναδική επικίνδυνη στιγμή ήταν το αρχικό βήμα προς το κατώφλι, μόλις έβλεπα μπουκάλια ουίσκι παραταγμένα στα ράφια, ντροπαλά κι αστραφτερά στο χαμηλό φως. Μετά από κάνα δυο δευτερόλεπτα όμως μπορούσα να καταπνίξω την παρόρμηση να δοκιμάσω. Για έναν εξαρτημένο, η αδράνεια ισοδυναμεί με επιβίωση.»

Αν το αλκοόλ υπήρξε η κινητήριος δύναμη για το μεγάλο δράμα της αμερικανικής πεζογραφίας -από τον Χέμινγουεϊ και τον Κάρβερ μέχρι τον Στίβεν Κινγκ- η νηφαλιότητα ήταν σχεδόν πάντα το πρόωρο τέλος της. Οι συγγραφείς παραδοσιακά γοητεύονταν από την πτώση, αγνοώντας το δύσκολο μονοπάτι της ανάρρωσης. Το «Μέρες χωρίς αλκοόλ» του Μάικλ Ντίγκλερ, που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση του Πάνου Τομαρά, ανατρέπει αυτή την τάση. Ξεκινώντας εκεί που οι άλλοι σταματούν, το βιβλίο εξερευνά με τόλμη και ρεαλισμό την «αχαρτογράφητη» περιοχή της επόμενης ημέρας, προσφέροντας μια νέα, αναζωογονητική ματιά στην αφήγηση του εθισμού.

Κεντρικός ήρωας του Ντίγκλερ είναι ο πρόσφατα απεξαρτημένος από το αλκοόλ εικοσιεξάχρονος Ντένις Μονκ. Δεν μας παρουσιάζεται όμως ως ένας θριαμβευτής που νίκησε τους δαίμονές του, αλλά ως ένας άνθρωπος «γυμνός». Εχοντας κόψει το αλκοόλ, το οποίο για χρόνια λειτουργούσε ως συναισθηματικό καταφύγιο και κοινωνικό προκάλυμμα, έρχεται αντιμέτωπος με την αληθινή του ταυτότητα, η οποία μοιάζει ασαφής. Είναι ένας ήρωας σε κατάσταση μόνιμης αμηχανίας. Πρέπει να μάθει ξανά πώς να μιλάει, πώς να φλερτάρει και πώς να υπάρχει μέσα σε ένα δωμάτιο χωρίς να κρατά ένα ποτήρι.

Η αφήγηση ακολουθεί την περιπλάνηση του Μονκ κατά τη διάρκεια ενός καλοκαιριού στη Φιλαδέλφεια, καθώς μετακινείται από καναπέ σε καναπέ και από τη μία προσωρινή δουλειά στην άλλη. Η πλοκή δεν προχωρά μέσα από μεγάλα γεγονότα, αλλά μέσα από τις μικρές, καθημερινές προκλήσεις. Αρχικά, η αναζήτηση ρουτίνας μετατοπίζει το δράμα στο πώς θα γεμίσει ο κενός χρόνος, καθώς ώρες που άλλοτε χάνονταν στο μεθύσι, τώρα πρέπει να βιωθούν με απόλυτη διαύγεια. Παράλληλα, η ίδια η γεωγραφία της πόλης μετατρέπεται σε έναν ναρκοθετημένο χώρο, όπου κάθε μπαρ, κάθε στενό και κάθε παλιά γωνιά κουβαλάει μια ανάμνηση εθισμού. Ετσι, η πλοκή χτίζεται πάνω στην αγωνιώδη προσπάθεια του Μονκ να επαναδιαπραγματευτεί τη σχέση του με τον αστικό ιστό, μαθαίνοντας να αποφεύγει τα παλιά του λημέρια.

Γύρω από τον κεντρικό πυρήνα της αφήγησης, ο Ντίγκλερ χτίζει ένα πλέγμα δευτερευόντων προσώπων που λειτουργούν ως κοινωνικοί καθρέφτες του στίγματος και της ενοχής. Οι παλιοί σύντροφοι στα μεθύσια, παγιδευμένοι στη δική τους αμηχανία, αντιμετωπίζουν τη νηφαλιότητα του ήρωα όχι ως κατάκτηση, αλλά ως μια λανθάνουσα, σχεδόν απειλητική ηθική κριτική προς τον δικό τους εν εξελίξει εθισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της δυναμικής αποτελεί η φιγούρα του Ρίτσαρντ, από το αλκοολικό παρελθόν του ήρωα. Η συνάντησή τους δεν πυροδοτεί το αναμενόμενο δράμα μιας υποτροπής, αλλά κάτι πολύ πιο βαθύ: ο Ρίτσαρντ αδυνατεί να διαχειριστεί τη νηφαλιότητα του Μονκ, βλέποντάς τη σαν προδοσία της κοινής τους «γλώσσας».

Παράλληλα, η συναισθηματική απόσταση και η άρνηση της οικογένειας να του προσφέρει ένα ασφαλές καταφύγιο αποτυπώνονται με έναν σκληρό, ανυποχώρητο ρεαλισμό. Η επιλογή αυτή του συγγραφέα απογυμνώνει την ψευδαίσθηση της εύκολης κάθαρσης, οι πληγές του παρελθόντος παραμένουν ανοιχτές, υπενθυμίζοντας στον αναγνώστη ότι η εμπιστοσύνη στη μετα-εθιστική πραγματικότητα δεν αποκαθίσταται εύκολα, αλλά απαιτεί τον επίπονο χρόνο της έμπρακτης συνέπειας.

Κλείνοντας το βιβλίο, αναρωτήθηκα αν το ντεμπούτο του Μάικλ Ντίγκλερ κέρδισε το περίφημο PEN/Hemingway Award ως ειρωνεία ή μια βαθιά λογοτεχνική δικαιοσύνη στο γεγονός ότι ένα βραβείο με το όνομα του Χέμινγουεϊ -του κατεξοχήν «μεθυσμένου» συγγραφέα- δόθηκε σε ένα βιβλίο που αποθεώνει τη νηφαλιότητα.

Οι «Μέρες χωρίς αλκοόλ» προσφέρουν σίγουρα στο εγχώριο αναγνωστικό κοινό ένα σύγχρονο ξεχωριστό μυθιστόρημα της μικροκλίμακας. Ο Ντίγκλερ μάς υπενθυμίζει με τον πιο εμφατικό τρόπο ότι η πραγματική λογοτεχνική γενναιότητα δεν κρύβεται στο θορυβώδες χάος της αυτοκαταστροφής, αλλά στην ήσυχη, επίμονη και γεμάτη «όμορφη τρομοκρατία» προσπάθεια να αντέξεις το φως κάθε νέας, καθαρής ημέρας.