Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα συνταξιοδοτικά προβλήματα των ηθοποιών και γενικότερα των καλλιτεχνών έχουν ιστορία μεγαλύτερη των 90 χρόνων… Ετσι, τον Ιανουάριο του 1934, ένας «φωτογραφικός» νόμος για την απονομή των πρώτων τιμητικών συντάξεων προκάλεσε έκρηξη και μεγάλη κινητοποίηση των καλλιτεχνών, που ήρθαν αντιμέτωποι με την αστυνομική βία.

«Αστυνομικοί εξυλοκόπησαν καλλιτέχνας και καλλιτέχνιδας της σκηνής προ του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας», ήταν ένας χαρακτηριστικός τίτλος εφημερίδας της εποχής («Χρονογράφος» του Πειραιά) ενώ άλλη έγραφε ότι έγιναν «βανδαλισμοί της Αστυνομίας» («Νέος Κόσμος») στη μεγάλη κινητοποίηση της 8ης Ιανουαρίου εκείνου του έτους.

Ομως η αναστάτωση είχε ξεκινήσει νωρίτερα, από την 1η Δεκεμβρίου 1933, οπότε η κυβέρνηση Παναγή Τσαλδάρη προώθησε στη Βουλή ένα νομοσχέδιο με τίτλο «Περί αυξήσεως της συντάξεως των καλλιτεχνών τινών», που έδινε επιλεκτικές αυξήσεις σε τέσσερις συνταξιούχους.

Εκείνη την περίοδο κυριαρχούσαν στη δημόσια ζωή καταγγελίες για τις δικαστικές εξελίξεις για την απόπειρα δολοφονίας εναντίον του Βενιζέλου, που είχε γίνει τον Ιούνιο του 1933, ανησυχία για κινήσεις φασιστικών ομάδων και έντονες αντιπαραθέσεις για το κυβερνητικό σχέδιο διαμελισμού των μεγάλων δήμων, ώστε στις επικείμενες δημοτικές εκλογές να μπορέσει η κυβερνητική παράταξη της Δεξιάς να κερδίσει Αθήνα, Πειραιά και Θεσσαλονίκη. Ετσι, το νομοσχέδιο για τις επιλεκτικές αυξήσεις συντάξεων ψηφίστηκε στη Βουλή χωρίς ιδιαίτερη συζήτηση.

Σε αυτό προβλεπόταν ότι το πολύ τέσσερα άτομα, που «διεκρίθησαν εις την προαγωγήν της θεατρικής τέχνης εν τε τω εσωτερικώ και τω εξωτερικώ», μπορούσαν να πάρουν αυξημένη σύνταξη μέχρι 3.000 δραχμές.

Οι ηθοποιοί έκαναν λόγο για αδικία και μεγάλο σκάνδαλο καθώς στην πλειονότητά τους οι συνταξιούχοι καλλιτέχνες έπαιρναν πενιχρές συντάξεις, που κυμαίνονταν μεταξύ 300 και 900 δραχμών!

Αξιοσημείωτο είναι ότι η αυξημένη αυτή σύνταξη θα δινόταν και στους δικαιοδόχους, δηλαδή και σε χήρες των διακεκριμένων καλλιτεχνών.

Οι δικαιούχοι θα καθορίζονταν από επιτροπή που θα αποτελούνταν από έναν ανώτερο υπάλληλο των υπουργείων Θρησκευμάτων και Παιδείας, όπως ονομαζόταν τότε, και Εθνικής Οικονομίας και έναν αντιπρόσωπο του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Συντάξεων Ηθοποιών.

Εκτός από τη μεγάλη ανισότητα οι ηθοποιοί ανησυχούσαν και για την οικονομική κατάσταση του Ταμείου τους, το οποίο δεν είχε ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό. Μάλιστα, σε υπόμνημα που είχαν καταθέσει από τις 18 Αυγούστου 1932, ζητούσαν να επανεξεταστούν οι συντάξεις καθώς είχαν δοθεί πολλές σε άτομα που δεν δικαιούνταν, προφανώς χάριν κομματικών εξυπηρετήσεων.

Στο μεταξύ, τα ρεπορτάζ των εφημερίδων ανέφεραν ότι σκοπός του εισηγητή του νομοσχεδίου, υφυπουργού Εθνικής Οικονομίας Στέφανου Στεφανόπουλου, ενός από τους πρωθυπουργούς της αποστασίας του 1965, ήταν να πάρουν την αυξημένη σύνταξη η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου (1865- 1938), μία από τις πρώτες μεγάλες «κυρίες» και πρωταγωνίστριες του ελληνικού θεάτρου, η χήρα του διαπρεπούς συνθέτη Σπυρίδωνος-Φιλίσκου Σαμάρα (1861-1917) και ακόμα δύο γυναίκες, μάλλον χήρες ηθοποιών, των οποίων τα ονόματα αναφέρονται αόριστα μόνο σε μία εφημερίδα (πιθανόν η μία να ήταν η χήρα του συγγραφέα Σπύρου Περεσιάδη).

Η Παρασκευοπούλου μεσουράνησε στο θέατρο την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα και το 1910 αποσύρθηκε από τη θεατρική σκηνή, εμφανιζόμενη μόνο σε έκτακτες παραστάσεις. Πάντως υπογραμμιζόταν απ’ όλους ότι «είναι πράγματι ηθοποιός και δικαιούται προσωπικώς η ιδία συντάξεως».

Αντίθετα, αντιδράσεις υπήρχαν για τη χήρα του Σαμάρα. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ο μεγάλος Κερκυραίος συνθέτης είχε παντρευτεί, τρία χρόνια πριν από τον θάνατό του, τη δεξιοτέχνη του πιάνου Αννα Αντωνοπούλου.

Πιθανόν οι αντιδράσεις να οφείλονταν επειδή, όπως έγραφε η εφημερίδα «Ελληνική», η χήρα του Σαμάρα είχε λάβει σύνταξη αφού τροποποιήθηκε το καταστατικό του Σωματείου ώστε να αποκτήσει αυτό το δικαίωμα καθώς ο συνθέτης είχε πεθάνει εφτά χρόνια πριν από τη σύσταση του Ταμείου.

Μάλιστα, όπως αναφερόταν χαρακτηριστικά, ελάμβανε σύνταξη 8.000 δραχμών μηνιαίως «χωρίς να προσφέρη καμίαν υπηρεσίαν εις το θέατρον και χωρίς ποσώς να έχη εργασθή εις αυτό».

Ετσι, ενώ το νομοσχέδιο είχε ψηφιστεί από τη Βουλή και εκκρεμούσε η ψήφισή του στη Γερουσία, το δεύτερο νομοθετικό σώμα της εποχής, οι ηθοποιοί πραγματοποίησαν στις 8 Ιανουαρίου 1934 μεγάλη συγκέντρωση στο θέατρο «Παπαϊωάννου», το κατοπινό θέατρο «Μπουρνέλη», που βρισκόταν στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Καποδιστρίου.

Στη συγκέντρωση οι ηθοποιοί και τεχνικοί του θεάτρου έκαναν προτάσεις για την εξεύρεση πόρων για το Ταμείο τους χωρίς να επιβαρυνθεί ο κρατικός προϋπολογισμός και απαίτησαν να καθοριστεί η κατώτατη σύνταξη στις 1.500 δραχμές μηνιαίως, «ώστε να δύναται ένας ηθοποιός ύστερα από 30 και 40 ετών υπηρεσίαν να ψευτοζή».

Ακολούθως εκλέχτηκε εικοσαμελής επιτροπή και με πορεία ξεκίνησαν για το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, στην πλατεία Συντάγματος.

Οπως φαίνεται, πρωταγωνιστικό ρόλο κατείχε ο Αιμίλιος Βεάκης (1884-1951), που θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους Ελληνες ηθοποιούς. Ο Βεάκης είχε διακριθεί στους Βαλκανικούς Πολέμους ενώ αργότερα έλαβε μέρος στην Αντίσταση κατά την Κατοχή ως μέλος του ΕΑΜ και αργότερα υπέστη διώξεις λόγω των αριστερών πεποιθήσεών του. Ακόμα συμμετείχαν ο Τζαβαλάς Καρούσος (1904-1969), μεγάλος ηθοποιός και αγωνιστής της Αριστεράς, που εξορίστηκε διαδοχικά σε Μακρόνησο, Αϊ-Στράτη και αργότερα στη Γυάρο, ο αξέχαστος Βασίλης Αυλωνίτης, ο Θεμιστοκλής Νέζερ, ο φροντιστής θεάτρου Μπουκάκης, ο μουσικός Σπύρος Ολλανδέζος, συνθέτης του διαχρονικού τραγουδιού «Το γιλεκάκι που φορείς» κ.ά.

Φτάνοντας στο υπουργείο η επιτροπή ζήτησε συνάντηση με τον υπουργό αλλά τους απαγορεύτηκε η είσοδος και δέχτηκαν επίθεση από την Αστυνομία.

Οι αστυφύλακες «επέπεσαν κατά των ηθοποιών όπως τους διαλύσουν διά της βίας και ήρχισαν να τους χτυπούν αδιακρίτως. Μεταξύ των άλλων οι αστυφύλακες έδωσαν αρκετά χτυπήματα και εις καλλιτέχνιδας», έγραφαν οι εφημερίδες («Ελεύθερος Ανθρωπος»).

Κάτω από τις φωνές και τις διαμαρτυρίες των καλλιτεχνών ο υπουργός Γ. Πεσμαζόγλου τούς δέχτηκε και δεσμεύτηκε να εξετάσει το θέμα.

Τελικά στις 30 Ιανουαρίου 1934 το νομοσχέδιο εγκρίθηκε και από τη Γερουσία και ο νόμος 6097 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 17 Μαρτίου 1934.