Μαριάννα Τζιαντζή: «Αν μας ζητούσαν να περιγράψουμε, με πολύ λίγες λέξεις, τι είναι το βιβλίο του Ιερώνυμου Λύκαρη, απλώς θα παραπέμπαμε στον τίτλο του: “Το αίμα το αδικαίωτο ποτέ δεν ησυχάζει”. Είναι το αίμα των νεκρών και των τραυματιών που χύθηκε τις μέρες της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Είναι το αίμα που “δεν ησυχάζει” όχι γιατί ζητά εκδίκηση, αλλά γιατί ζητά δικαιοσύνη. Κι ένα βασικό συστατικό της δικαιοσύνης είναι η αλήθεια, η γνώση του πότε, πού, πώς, από ποιους και γιατί σκοτώθηκαν, λαβώθηκαν, σακατεύτηκαν εκατοντάδες άνθρωποι στους δρόμους της Αθήνας. Το βιβλίο αυτό είναι η ανατομία ενός εγκλήματος πολέμου γύρω από το οποίο έχει πέσει το πέπλο της λήθης ή της βολικής γενίκευσης ή της ανώδυνης απόδοσης τιμής.
Δεν ησυχάζει το αίμα των νεκρών; Σαν μεταφυσικό ακούγεται. Αυτό που στην πραγματικότητα δεν ησυχάζει είναι η συνείδηση πολλών ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα του Νοέμβρη του ’73 και συμμετείχαν, με διάφορους τρόπους, στην εξέγερση.
Η δραματικότητα των περιγραφών της σφαγής, έτσι όπως αποτυπώθηκε στα πρακτικά των δύο δικών του Πολυτεχνείου (1975 και 1977) και σε άλλες πηγές, συνδυάζεται με την ψυχρότητα των πραγματολογικών στοιχείων. Ωρα την ώρα, οικοδομικό τετράγωνο το οικοδομικό τετράγωνο, δρόμο τον δρόμο ξετυλίγεται το έγκλημα. Ταράτσες, μπαλκόνια, νησίδες, δρόμοι, πεζοδρόμια, πλατείες, στοές της πόλης, είσοδοι και διαμερίσματα πολυκατοικιών συγκροτούν το σκηνικό. Ταξί, ασθενοφόρα, ΙΧ αυτοκίνητα, λεωφορεία, τανκς, οχήματα μεταφοράς προσωπικού: το κινητό σκηνικό. Οι τροχιές των βλημάτων, τα όπλα από όπου βγήκαν οι φονικές σφαίρες, όλα έχουν τη σημασία τους. Εδώ η περίφημη Forensic Architecture δεν εφαρμόζεται από μια εξειδικευμένη ομάδα επιστημόνων, όπως συμβαίνει στο εξωτερικό και στην Ελλάδα, αλλά από έναν ερευνητή που πολύ νέος συμμετείχε στην εξέγερση και, επιπλέον, είναι γνωστός συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων. Πώς δικαιολογείται αυτό το άλμα από τη μυθοπλασία στην πραγματικότητα, σε ένα ιστορικό γεγονός που σφράγισε ανεξίτηλα όχι μόνο συνειδήσεις αλλά και τη διαδρομή της Μεταπολίτευσης; Ο συγγραφέας δεν αυτοπαρουσιάζεται σαν μοναχικός καβαλάρης: στηρίζεται στον μόχθο ιστορικών, μελετητών και ρεπόρτερ που έχει προηγηθεί, όπως αναγνωρίζει σε αρκετά σημεία του βιβλίου του. Ομως συστηματοποιεί, οργανώνει, διαρκώς διασταυρώνει και επαληθεύει το υλικό και τις πηγές του. Συντάσσει βάσεις δεδομένων ώστε να εξαγάγει τα συμπεράσματά του – παρόλο που ο ανθρώπινος πόνος και η κτηνώδης βία της χουντικής εξουσίας δεν είναι αυστηρώς μετρήσιμα μεγέθη. Μετρήσιμα όμως είναι τα φονικά βλήματα: Κατά το τριήμερο της φονικής καταστολής η αστυνομία έριξε κατά άοπλων διαδηλωτών και μη τουλάχιστον 24.000 και ο στρατός 300.000 σφαίρες διαφόρων διαμετρημάτων. Μετρήσιμοι είναι οι τραυματίες και τα τραύματά τους, μετρήσιμοι (αν και με πολλά ερωτήματα και αμφιβολίες ως προς τον ακριβή αριθμό τους) οι νεκροί.
Ιερώνυμος Λύκαρης: «[…] Εγκλημα πολέμου. Με αυτές τις δύο λέξεις θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η αιματηρή καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου από την αστυνομία και τον στρατό. Εγκλημα πολέμου και μάλιστα ατιμώρητο.
Στόχος της πολεμικής επιχείρησης δεν ήταν μόνο οι έγκλειστοι του Πολυτεχνείου –κάτι που παραστατικά εκφράστηκε και με την εισβολή του τανκ– αλλά και η τρομοκράτηση του άμαχου πληθυσμού, όχι μόνο των διαδηλωτών αλλά και των ανύποπτων πολιτών. Στις σελίδες [του βιβλίου] αφενός περιγράφεται το όργιο της στρατιωτικής, αστυνομικής και παρακρατικής βίας και αφετέρου ξεδιπλώνεται το μεγαλείο της αλληλεγγύης, της λεβεντιάς, του πάθους για την ελευθερία, της περιφρόνησης του θανάτου, που εκδηλώθηκαν από τον λαό και κυρίως τη νεολαία της Αθήνας μέσα κι έξω από το Πολυτεχνείο.
Με οδηγό τις μαρτυρικές καταθέσεις και ένα πλήθος πηγών επιχειρούμε την ανατομία αυτού του εγκλήματος.
Η αιματηρή καταστολή της εξέγερσης από τις αστυνομικές δυνάμεις και τον στρατό έχει χαρακτηριστικά ατιμώρητων καθεστωτικών εγκλημάτων πολέμου: σκόπιμη επίθεση με στόχο τη δολοφονία και τον τραυματισμό άοπλων εξεγερμένων αλλά και ανθρώπων που βρέθηκαν συμπτωματικά στα πεδία της δολοφονικής δράσης τους, κατάφωρη παράβαση των διεθνών συνθηκών για τους τραυματίες (πολλοί από τους οποίους κινδύνευσαν να χάσουν τη ζωή τους) και τους συλληφθέντες (αιχμαλώτους) που ξυλοκοπήθηκαν και στη συνέχεια βασανίστηκαν κτηνωδώς, ιδιαίτερα όσοι και όσες ήταν γνωστοί για την αντιδικτατορική δράση τους και τον ρόλο που έπαιξαν στην εξέγερση […]».
Οι δύο διαφορετικές καταστάσεις τραυματιών που είχαμε στη διάθεσή μας, μία που τη συνέταξαν νοσοκομεία και κλινικές και μία της Ασφάλειας, περιλαμβάνουν πολύτιμες πληροφορίες, άγνωστες στο σύνολό τους.
«[…] Πέρα από το χρέος της δημοσίευσής τους, ώστε το αίμα που χύθηκε να αποκτήσει όνομα και επώνυμο, τουλάχιστον για τους μισούς τραυματίες που κατέγραψε η προανάκριση του εισαγγελέα Τσεβά, οι πληροφορίες αυτές τεκμηριώνουν πέρα από κάθε αμφιβολία:
α. Τον μοναδικό στη νεότερη ιστορία της χώρας χαρακτήρα της εξέγερσης, που από φοιτητική κατάληψη εξελίχθηκε μέσα σε λίγες ώρες σε λαϊκό ξεσηκωμό, κατά τον οποίο χιλιάδες μαθητές, σπουδαστές, φοιτητές και εργαζόμενοι νεολαίοι κατέβηκαν μαχητικά στους δρόμους και ενώθηκαν με συνειδητοποιημένα τμήματα της εργατικής τάξης, αυτοαπασχολούμενους, μεσαία στρώματα, επιστήμονες και καλλιτέχνες.
β. Τον μαζικό, συνειδητά ανθρωποκτόνο, χαρακτήρα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν για την καταστολή της εξέγερσης από την αστυνομία, τον στρατό και τον κάθε είδους χουντοφασιστικό παρακρατικό εσμό που κλήθηκε ή προσέτρεξε εθελοντικά για να συνδράμει στη σφαγή.
Για να “εξορύξουμε” το σύνολο αυτών των πληροφοριών και να αποφύγουμε κατά το δυνατόν την αναπαραγωγή των κάθε είδους λαθών που εντοπίσαμε, συγκροτήσαμε δύο χωριστές ψηφιακές βάσεις δεδομένων, μία για κάθε ενότητα καταστάσεων.
Οι βάσεις αυτές βοήθησαν στην καταμέτρηση των ποιοτικών και ποσοτικών δεδομένων αλλά και στην άντληση δευτερογενών πληροφοριών, που συμβάλλουν ακόμη περισσότερο στην αδιαμφισβήτητη τεκμηρίωση του μαζικά δολοφονικού χαρακτήρα της καταστολής […]».
Μαριάννα Τζιαντζἠ: «[…] Ομως το Αίμα το αδικαίωτο… μπορεί να λειτουργήσει όχι μόνο ως υπόμνηση προς τις νεότερες γενιές αλλά και ως έργο αναφοράς (μαζί με άλλα σημαντικά έργα που έχουν εκδοθεί) για τη μελλοντική ιστορική έρευνα. Μπορεί επίσης να συμβάλει έμμεσα στην εξαγωγή πολιτικών συμπερασμάτων, χρήσιμων όχι μόνο για τη μελέτη του παρελθόντος αλλά και για τη δική μας εποχή.
Ενα από τα πιο συγκλονιστικά σημεία σε όλο το βιβλίο είναι η απάντηση που έδωσε ο Ιωάννης Κομνηνός, πατέρας του νεαρού Διομήδη, όταν ρωτήθηκε από έναν ξένο ανταποκριτή: “Σε ποιο κόμμα ανήκετε;” Πέντε λέξεις όλες κι όλες: “Ανήκω στο κόμμα των νεκρών”.
Ισως ηχεί παρατραβηγμένο, αλλά στο “κόμμα των νεκρών” δεν ανήκουν μόνο τα θύματα του Νοέμβρη, αλλά και όλοι οι αδικαίωτοι αδικοχαμένοι που στις μέρες μας πληθαίνουν –και ξεχνιούνται– επικίνδυνα. Και με έναν τρόπο, σε αυτό το άτυπο κόμμα ανήκει τούτο το βιβλίο, που δεν είναι απλώς μια επετειακή έκδοση, ένα στεφάνι στη μνήμη τους, ένα καντηλάκι που θέλουμε να κρατήσουμε αναμμένο. Παράλληλα με το συναίσθημα (επιμελώς συγκρατημένο αλλά όχι αόρατο), το βιβλίο αυτό κινητοποιεί τη λογική μας, ζητά την κρίση μας. Η αλήθεια είναι μεν συγκεκριμένη, αλλά χρειάζεται πείσμα, κόπος, μέθοδος και ανιδιοτέλεια για να τινάξουμε τη σκόνη που τη σκεπάζει».
