Το βιβλίο που αφηγήθηκε την ιστορία του ήρωα που επέμενε να βλέπει τον κόσμο -ο οποίος εν τω μεταξύ μετασχηματιζόταν- όπως εκείνος νόμιζε άρχιζε με τα παρακάτω λόγια: «Σ’ ένα χωριό της Μάντσας, που τ’ όνομά του δεν έχω όρεξη να θυμηθώ, εδώ και όχι πολύ καιρό ζούσε ένας ιδαλγός, ένας ιππότης, από εκείνους που έχουν κοντάρι στην κονταροθήκη, ένα παμπάλαιο σκουτάρι, ένα κοκαλιάρικο παλιάλογο κι ένα γρήγορο κυνηγόσκυλο».
Πράγματι, αρκετά φαίνονται πολύ σπουδαία σήμερα, αλλά κανείς δεν θα τα θυμάται. Αλλωστε, ο «δονκιχωτισμός» έγινε όρος που περιγράφει άλλοτε παράλογα ιδεώδη κι άλλοτε μια ηθική ακεραιότητα απέναντι στα παράλογα του κόσμου. Ας μην ξεχνιόμαστε: η υπόθεση του ήρωά μας εξελίχθηκε σε ένα σκηνικό με ανεμόμυλους και μεγάλες δόσεις ουσιοκρατίας.
Το πρόβλημα του ήρωά μας ήταν ότι έβλεπε τους ανεμόμυλους σαν γίγαντες και όχι σαν ανεμόμυλους και δρούσε με βάση αυτή την πεποίθηση. Κάπως έτσι μοιάζει και η δημοσκοπική -αλλά και η δημοσιογραφική- εστίαση στο τι θα κάνουν τα κόμματα, ποια θα είναι τα σενάρια ή ποια θα είναι η Βουλή την επομένη των εκλογών – και πιθανότατα των επαναληπτικών εκλογών. Ποιος θα πάει πού; Ποιος θα συνεργαστεί με ποιον; Τι θα γίνει με τα νέα κόμματα και τι με τα παλιά; Πολλοί αναρωτιούνται.
Είναι πολύ νωρίς για να μιλήσουμε για τις εξελίξεις, για μια πιθανή τρίτη κυβερνητική θητεία του Κυριάκου Μητσοτάκη ή κάτι άλλο. Οχι ότι δεν έχουν νόημα τα σενάρια, αλλά θα είναι ασφαλέστερα έναν μήνα πριν από τις εκλογές. Ομως, ας έχουμε κατά νου ότι πολλές από τις ιδιότητες που θεωρούμε εγγενείς σε ηγέτες, στελέχη ή κόμματα δεν είναι ουσιοκρατικοί «γίγαντες» αλλά «ανεμόμυλοι»: πολυπαραγοντικά προϊόντα αναγκών, συγκυριών, ασυνέχειας και, κυρίως, οικονομικο-κοινωνικών προγραμμάτων και σχέσεων, που γεννιούνται, ζουν και πεθαίνουν.
Περίπου εδώ είμαστε. Γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τις πολιτικές; Γιατί δεν ακολουθούν τις κεντροαριστερές και αριστερές φιλολαϊκές ή προοδευτικές πολιτικές; Γιατί, λόγου χάρη, η βελόνα του ΠΑΣΟΚ -ενός παλιού κόμματος, εδραιωμένου στο φαντασιακό της κοινωνίας, με πρόγραμμα και ετοιμοπόλεμα στελέχη ανά την επικράτεια- κινείται προς τα κάτω; Και, για να πάμε και στα άλλα κόμματα, γιατί η ανθοφορία των νέων κομμάτων, ενώ αναδιατάσσει τον πολιτικό χάρτη και προκαλεί ήδη αποτελέσματα, μοιάζει κάπως αλαφροΐσκιωτη; Γιατί δεν δημιουργεί ορμητικό κύμα αλλαγής και αντιμετωπίζεται με καχυποψία;
Εμπειρικά, ο καλύτερος τρόπος για να μείνει κάτι ακατανόητο και, κυρίως, άλυτο -όπως λόγου χάρη, τα πολλά και καυτά θέματα της χώρας- είναι ένας μεγάλος αριθμός «ευαίσθητων» πολιτικών ανδρών και γυναικών, προοδευτικών κατά προτίμηση, που έχουν μετατρέψει το θέμα της ατομικής καριέρας -μετά προνομίων- σε δημόσιο ζήτημα.
Και για να προσγειωθούμε λίγο, δυστυχώς, η πραγματικότητα περιγράφεται ικανοποιητικά σε δύο παλιές πολιτικές σάτιρες. Η πρώτη είναι ο «Θανασάκης ο πολιτευόμενος» του 1953, όπου ο καλοσυνάτος και απλοϊκός μπακάλης, ο Μελέτης (Ντίνος Ηλιόπουλος), συγκρούεται με τον πολιτευόμενο γαμπρό του, τον Αθανάσιο Γκοβότσο (Βύρων Πάλλης), ο οποίος μετά τις εκλογικές αποτυχίες συνειδητοποιεί ότι θα πρέπει να δει τι δουλειά θα κάνει. Η δεύτερη είναι το «Υπάρχει και φιλότιμο» του 1965 με τον περιβόητο Μαυρογιαλούρο (Λάμπρος Κωνσταντάρας) και τον κομματάρχη Γκρούεζα (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος).
Για τα κόμματα που μάλλον θα διαλυθούν, εν μέρει, ισχύει το «Κώνωψ ἐπὶ κέρατος βοὸς ἐκάθητο» του Αισώπου: «Το κουνούπι -λέει- πήγε και κάθισε στο κέρατο του βοδιού. Μετά από πολλή ώρα, είπε στο βόδι ότι φεύγει και το ρώτησε αν το ενοχλούσε. Το βόδι απάντησε: “Ούτε όταν ήρθες σε κατάλαβα, ούτε όταν θα φύγεις θα το καταλάβω”». Το δίδαγμα -πολύ πικρό και λυπηρό- είναι ότι συχνά οι «αγωνιζόμενοι Βραχμάνοι» υπερεκτιμούν την επίδρασή τους στον κόσμο «εκεί έξω», κυρίως όταν οι άλλοι εκεί έξω κοιτάνε πώς θα τα βγάλουν πέρα, είναι κουρασμένοι και, χρόνια τώρα, εγκαταλελειμμένοι στη μοίρα τους.
