Σφίξαν’ οι ζέστες για καλά και πολεμώ να δροσιστώ γλείφοντας πυραυλάκι σοκολάτα στη βεράντα, όπου σκάω θορυβωδώς παρέα με λοξοστρατημένο τζίτζικα. Ματαιοπονούμε ζαβλακωμένοι αμφότεροι στην αντηλιά. Εκείνος τροφοδοτεί ακούραστα το εκκωφαντικό του τζουκ μποξ με βινύλια, που ξυπνούν μες στη θολούρα μου ξεχασμένες μα αλησμόνητες μνήμες. Τότε που, πιτσιρικάδες, μετρούσαμε ένα ένα πόσα παγωτά τρώγαμε και κάναμε φιγούρα στους φίλους παραφουσκώνοντας τον αριθμό τους. -«Εφτά» δηλώναμε με περίσσευμα οίησης. -«Πώς εφτά; Χτες είχες πέντε! Πότε πρόλαβες, ζαβολιάρη;», προσπαθούσαν να τα απομειώσουν οι άλλοι. Εμείς, που τα δεύτερα -ήντα κυρτώνουν την πλάτη μας, μεγαλώσαμε με ψυγεία του πάγου, οι κατασκευαστές των οποίων είχαν παραλείψει να εφοδιάσουν με κατάψυξη.
Η ΕΒΓΑ της γειτονιάς περιοριζόταν σε κατ’ οίκον διανομή γάλακτος και γιαουρτιών. Τα πρώτα παγωτά προκάλεσαν γαστρονομικό αντάρτικο για μας τα παιδιά, αλλά η μιάμιση δραχμή που κόστιζε το ξυλάκι, τσίμα τσίμα στριμωχνόταν στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Με μεγαλύτερη θέρμη από τα κατεψυγμένα τερψιλαρύγγια μετρούσαμε τα ακόμα σπανιότερα θαλάσσια μπάνια, στα οποία εμπλεκόταν και πάλι η ΕΒΓΑ. Διοργάνωνε, βλέπεις, ημερήσια τουρ στις έρημες τότε παραλίες της Αττικής, τουτέστιν στον Λαιμό, το Μάτι ή τη Λούτσα. Πανηγύρι στήναμε η μαρίδα στο πούλμαν και κυριολεκτικό ξεφάντωμα στο νερό. Απλωτές, παιχνίδι κι άγιος ο Θεός. Οι μανάδες, πλείστες όσες δεν ήξεραν μπάνιο, ξελαρυγγιάζονταν να μην πηγαίνουμε στα άπατα.
Ψάθες στρώναμε κάτω απ’ τα πεύκα καθώς τα τοιχώματα του στομάχου βαρούσαν τουμπερλέκι. Το ιώδιο άνοιγε την όρεξη και το διαρκές ξεβίδωμα τη θέριευε. Αναλάμβαναν να την εξημερώσουν τηγανητές πατάτες φέτες και κεφτέδες κρύοι και ιδρωμένοι σε μεταλλικά τάσια. Γεύσεις θεϊκές, που ωχριά μπροστά τους η αμβροσία της κουστωδίας του Διός. Η κοσμοσυρροή σε τούτες τις κοντινές αποδράσεις αύξησε κατακόρυφα τη ζήτηση παραθαλάσσιων οικοπέδων. Οι Αρβανίτες των ακτών του Λεκανοπεδίου τεμάχισαν τα πιο άγονα κτήματά τους μοσχοπουλώντας τα στη μεσαία και την εργατική τάξη, που, ίσαμε τα τέλη το ’70, απέκτησαν στην πλειονότητά τους εξοχικό. Στα νησιά κατέφευγαν ώς τότε μονάχα χίπηδες και διεθνή φρικιά, που οι καθωσπρέπει ημεδαποί μικροαστοί αντιμετώπιζαν σαν εξωγήινους.
Ηθη αλλιώτικα εισάγει η επίπλαστη ευμάρεια της δεκαετίας του ’80, κατά τη διάρκεια της οποίας παραθερίζουν οι πάντες. Τον Αύγουστο οι πόλεις ερημώνουν. Παραλύει η οικονομική, πολιτική και κοινωνική ζωή. Κυκλοφορούν μόνο τίποτα ξέμπαρκοι τουρίστες και φαντάσματα. Τα μπάνια του λαού μεταβάλλονται σε ακατάλυτο ταμπού. Κανείς δεν τολμά να τα διαταράξει. Ωσπου η πολιτική σήψη φέρνει τα μνημόνια με ευθύνη όλων των συστημικών σχηματισμών. Η φτωχοποίηση των Ελλήνων από το 2010 και εντεύθεν μετατρέπει τις διακοπές σε απλησίαστη πολυτέλεια. Μένουμε που μένουμε σπίτι, ας έχουμε τουλάχιστον κάτι να ασχολούμαστε. Προτού ακόμα κλείσουν τα σχολεία, Καρυστανού και Τσίπρας ιδρύουν νέα κόμματα. Επεται ο Σαμαράς. Το ΠΑΣΟΚ δίνει τον υπέρ πάντων αγώνα κι ο ακατονόμαστος κηρύσσει προεκλογική περίοδο μεσούντος του Ιουνίου. «O tempora, o mores» που θα ’λεγε κι ο Κικέρων.
