Νισάφι πια! Μαράζι το ’χε ν’ ανοίξει δική του δουλειά στην πατρίδα με τις οικονομίες της στερημένης ζωής του. Χρόνια και χρόνια έφτυνε αίμα στις χιονισμένες πραιρίες του Καναδά τοποθετώντας χιλιόμετρα ράγες στο αχανές σιδηροδρομικό του δίκτυο. Εστελνε εμβάσματα αδιαλείπτως και αφειδώς να σταθεί στα ποδάρια της η οικογένεια και να σπουδάσει δικηγόρος ο μικρός αδελφός. Αποθησαύριζε ό,τι περίσσευε κι όταν αυγάτισε το κομπόδεμα, κανόνισε τα διαδικαστικά, έριξε πίσω του λιθάρι μαύρο, κατράμι και να τος στην ηλιόλουστη και ξέγνοιαστη Αθήνα.
Ιδιαίτερος τύπος. Το τύπος με στοιχεία μπολντ και διπλή υπογράμμιση. Μια σπιθαμή άνθρωπος· δύσκολα τον πιάνει το μάτι. Γεννημένος στη Ζώριστα Ιωαννίνων -σήμερα τη λένε Πεντόλακκο- ενηλικιώνεται πρόωρα στα άνυδρα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου. Κατόπιν ακολουθεί, όπως χιλιάδες άλλοι, τις δύσβατες ατραπούς της ξενιτιάς. Τα κοφτερά ηπειρώτικα βράχια, ωστόσο, σφυρηλατούν το αδάμαστο πείσμα του και του ακονίζουν οπωσούν το μυαλό· αναγκαία εφόδια για να προκόψει στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού.
Καταφεύγει στην Αθήνα αρνούμενος να συμβιβαστεί με την απόλυτη εγκατάλειψη του χωριού του. Οι καλοταϊσμένοι της κάτοικοι μιμούνται ανεξέλεγκτα τα δυτικά πρότυπα. Στύβει την γκλάβα του να βρει πώς θα αξιοποιήσει τις οικονομίες του. Απ’ την πρωτεύουσα λείπει κάτι που κάνει θραύση στην Εσπερία: τα μπαρ. Νοικιάζει μια τρύπα στον αριθμό 7 της οδού Σούτσου, διαγωνίως απέναντι από την προτομή του Λορέντζου Μαβίλη, στην ομώνυμη πλατεία. Δεξιά, όπως μπαίνεις, δεσπόζει επιμήκης μπάρα. Απέναντί της τα ράφια με τα ποτά κι ανάμεσα μια υπερυψωμένη ξύλινη κατασκευή, ώστε να ισοσκελίζει το μπόι του, να φτάνει να σερβίρει.
Ο τοίχος, αριστερά, φιλοξενεί στενόμακρο πάγκο για τους όρθιους, ενώ μια απότομη, καραβίσια σκάλα οδηγεί στο πατάρι με τρία όλα κι όλα τραπεζάκια. Φωτογραφίζεται χαμογελαστός στην πρόσοψη. Στην τζαμαρία γράφει Nick’s, το μικρό του, και ψηλά στη μετώπη με ευμεγέθη κεφαλαία το επώνυμο: Λώρας. Το τέταρτο, κατά σειρά αρχαιότητας, μπαρ της Αθήνας εγκαινιάζεται το φθινόπωρο του 1967. Ευπρόσωποι μεσοαστοί και κάθε λογής ρεμάλια, οι πρώτοι πελάτες. Καίτοι αμετάπειστα δεξιός, κάνει τα στραβά μάτια όταν παράτολμοι φοιτητές μετατρέπουν το παταράκι σε ορμητήριο της αντίστασης ενάντια στη χούντα.
Συν τω χρόνω περνά απ’ του Λώρα η μισή Αθήνα. Ο μπάρμαν ξεδιπλώνει εντυπωσιακά χαρίσματα δίνοντας τον τόνο στο μικρό μαγαζί. Ξεκούρδιστη ορχήστρα τα ακροβολισμένα μπεκρόνια, νοθεύουν το οινόπνευμα με απαράμιλλο πνεύμα σχολιάζοντας παν τι το επιστητόν. Σαν πολύπειρος μαέστρος ο μαγαζάτορας, συντονίζει με την μπαγκέτα του τους πιο σούρεαλ αυτοσχεδιασμούς. Στα κρεσέντα χτυπά δαιμονιωδώς, ως επιβράβευση, τη βουκολική κουδούνα που κρέμεται ανάμεσα στις μποτίλιες. Οι τελετουργίες στο σεπτόν τέμενος του αλκοόλ, με απόλυτο πρωταγωνιστή τον Λώρα, διαρκούν επί σαράντα συναπτά έτη. Δυστυχώς οι επίγονοι αποδείχτηκαν ανάξιοι του κληροδοτήματος. Ο κύριος Νίκος αναχώρησε προχθές, πλήρης ημερών, για τις επουράνιες μπάρες, όπου θα σερβίρει ξανά τον Ναύαρχο, τον Εισαγγελέα, τον Στρατηγό, τον Αλέξανδρο, ενώ ο Ηλίας και ο Σπύρος Παπαγιαννόπουλος θα χασκογελούν τσουγκρίζοντας στη γωνιά.
