Προσγειώθηκε στην Αθήνα τού σήμερα, 16 Ιουνίου του 2026, 80+1 χρόνια από τότε. Οχι με άλογο, όχι με το άλογό του. Με χαμηλού κόστους πτήση. Βγήκε από το αεροδρόμιο, είδε τις κυλιόμενες, είδε τις διαφημίσεις του Ισραήλ που αγοράζει τη χώρα, είδε καφέδες στα 5,80. «Μα, πού ήρθα;» ρώτησε. «Στην Ελλάδα», του είπαν. «Και ποιος την έχει;».
Κανείς δεν απάντησε. Ο Αρης προχώρησε προς την πόλη. Εψαχνε, λέει, το κεφάλι του. Κυριολεκτικά. Αυτό που νεκρό τού έκοψαν και σε φανοστάτη κεντρικό το κρέμασαν. Αυτό που κανείς δεν ξέρει τι απέγινε, πέρα από σύμβολο προς παραδειγματισμό για όποιον… για όποιον στ’ αλήθεια τι; «Να το πάρω πίσω», είπε. «Μου χρειάζεται. Βλέπω πως εδώ όλοι κυκλοφορούν χωρίς βέβαια. Μα εμένα μού χρειάζεται».
Πράγματι. Ανθρωποι πολλοί, κάθε ηλικίας, κυκλοφορούσαν χωρίς κεφάλι. Οχι κομμένο – δεν ήταν. Απλά δεν υπήρχε. Ο Αρης, ωστόσο, και πάλι ξεχώριζε. Οχι από τα φισεκλίκια και το ζωνάρι του. Ούτε από το θλιμμένο βλέμμα του, που ακόμα και δίχως κεφάλι το ένιωθες να σε διαπερνά. Αλλά από την επιθυμία του να βρει αυτό που οι άλλοι δεν είχαν καν καταλάβει πως έχασαν.
Στον δρόμο τον σταμάτησε ένα τηλεοπτικό συνεργείο. Τον ρώτησαν αν καταδικάζει τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται. Τους κοίταξε. «Τη βία τού να πεθαίνεις από πείνα την έχετε βάλει στο ερώτημα; Τη βία τού να δουλεύεις και να μη ζεις; Τη βία τού να σου λένε “υπομονή” αυτοί που δεν έκαναν ποτέ; Τη βία πάνω σε σώμα που για να υπάρξουν άλλα πολέμησε;». Τον έκοψαν για διαφημίσεις.
Πέρασε από μια πλατεία. Κάτι παιδιά έτρωγαν τυρόπιτα στα όρθια, έπιναν Κόκα Κόλα, κρατούσαν κινητό, έψαχναν δουλειά, νόημα, ζωή, σήμα. «Εσείς γιατί δεν είστε στο βουνό;» τους ρώτησε. «Μπρο, δεν έχουμε βουνό, μπρο» είπε ο ένας. «Εμένα είχε ένα σπίτι ο παππούς μου, αλλά έχουμε χρόνια να πάμε. Το πήραν για ανεμογεννήτριες, τουρισμό, κάτι άδειες ανάπτυξης που κανείς δεν κατάλαβε τι ήταν. Κατάλαβες, μπρο;». Ο Αρης κατάλαβε. «Αρα το βουνό κατέβηκε στην πόλη. Οπου πλέον δεν μπορείς να κρυφτείς πουθενά…». «Γιατί να κρυφτείς, μπρο; Σε ψάχνουν;» είπαν, κι άρχισαν να γελάνε. Ο Αρης τούς χαμογέλασε πικρά: «Οχι πια. Κανείς…».
Πιο κάτω, συνάντησε έναν πολιτικό: «Εσύ ποιος είσαι;». «Πατριώτης. Γνήσιος». «Πολέμησες κατακτητή;»
«Οχι». «Πείνασες με τον λαό;». «Οχι». «Ρίσκαρες το κεφάλι σου;». «Τρελός είσαι; Είμαι της κυβερνήσεως εγώ. Του 41%!». «Τότε τι ακριβώς πατριώτης είσαι;». Ο πολιτικός θύμωσε. Ο Αρης συνέχισε.
Είδε ανθρώπους να μιλάν γι’ αυτόν με άνεση μα δίχως γνώση. Αλλοι τον είχαν κάνει μπλουζάκι. Αλλοι απειλή. Αλλοι μνημόσυνο. Κάποιοι brand. Πολλοί τον αγαπούσαν, μα από ασφαλή απόσταση – πώς αγαπάμε τις επαναστάσεις όταν έχουν τελειώσει και δεν μας χαλάνε το πρόγραμμα; Ετσι.
Είδε και ένα παιδί. Εβγαινε από ένα σχολείο. Είχε δώσει τις δικές του πανελλήνιες. Εκείνο τον κοίταξε. Τον είδε. Με μάτια που υπήρχαν. Πήγε κοντά: «Εγραψα έκθεση. Μας έβαλαν για το μπάσκετ. Αδιάφορο. Εγραψα πως μας κυβερνάνε βιαστές και δολοφόνοι. Με έκοψαν. Οχι από τις πανελλήνιες. Απ’ τα κανάλια… Εσύ, γιατί γύρισες;».
«Για σένα», απάντησε και χαμογέλασε, για πρώτη φορά, μετά από 80+1 χρόνια, ολόκληρος.
