Πριν από λίγα χρόνια, το δίκτυο Zadig (Zero Abjection Democratic International Group) ιδρύθηκε στο Παρίσι από τον Γάλλο ψυχαναλυτή Ζακ-Αλέν Μιλέρ με στόχο να συμβάλει στον δημόσιο διάλογο σχετικά με τα κρίσιμα προβλήματα της πολιτικής και κοινωνικής επικαιρότητας, σημειώνοντας πως δεν νοείται ψυχανάλυση χωρίς δημοκρατία.
Ούτε φυσικά δημοκρατία χωρίς ψυχανάλυση, υπό την έννοια πως τα ψυχαναλυτικά εργαλεία συνεισφέρουν όχι μόνο στην ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων αλλά και στο να διαφωτίζουν τόσο την ίδια την πολιτική όσο και το πολύτροπο των σχέσεων με το παρελθόν.
Το δίκτυο δημιουργήθηκε μια περίοδο κατά την οποία η Γαλλία βίωνε έναν πρωτοφανή διχασμό που επικυρώθηκε από το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» και τη διασάλευση της συλλογικής τάξης, προϊόν κοινωνικών και οικονομικών μετασχηματισμών.
Δεν ξέρουμε ακόμα αν θα αποδώσει καρπούς. Ενέπνευσε, ωστόσο, μια θεσμική προσπάθεια διερεύνησης όλων εκείνων των φαινομένων που δίχασαν τους Γάλλους και αποτυπώθηκαν στις κάλπες και στους δρόμους.
Στη χώρα μας τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά, σαν να υπάρχει ένα «διχαστικό πολιτισμικό πρότυπο», το οποίο αναβιώνει σε κάθε κρίση και εκλαμβάνεται ως μια όψη κανονικότητας. Ενδεχομένως να αντιλαμβανόμαστε το πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον με συγκρουσιακούς όρους εξαιτίας του αποτυπώματος του Εμφυλίου στην ενδοψυχική μας πραγματικότητα, όπως είχε αποφανθεί σχετικά πρόσφατα μια ομάδα ψυχαναλυτών, κοινωνικών και ιστορικών επιστημόνων.
Είναι περιττό να επαναλάβουμε πόσο ισχυρή εμπειρία είναι ένας εμφύλιος, καθώς δεν είναι απλά ακόμα ένας πόλεμος αλλά ένα βίωμα διάσπασης της ίδιας της κοινότητας, που σφραγίζει νοοτροπίες, συμπεριφορές και ιδεολογίες.
Οπως τώρα που η επέτειος του Πολυτεχνείου -της κορυφαίας στιγμής του αντιδικτατορικού αγώνα- εν μέσω μιας πανδημίας που αφαιρεί καθημερινά δεκάδες ζωές συνανθρώπων μας, αντί να μας συσπειρώνει, μας κόβει στα δύο. Οι μισοί κατηγορούν τους άλλους μισούς, οι μεν για ανευθυνότητα και οι δε για ανελευθερία.
Διχασμένοι μπροστά στο δίλημμα: ελευθερία ή ασφάλεια;
Υπάρχει ελευθερία χωρίς υπευθυνότητα; Και αντιστοίχως υπευθυνότητα δίχως ελευθερία; Πώς ένας λαός απαλλάσσεται από τα πολιτισμικά διχαστικά πρότυπα που αναβιώνουν κάθε φορά που προκύπτει μια νέα κρίση; Τι πρέπει να υποστηρίζει μια δημοκρατία και τι πρέπει να υπηρετεί ένας ηγέτης;
Το βέβαιο είναι πως υπάρχουν κάποιες φορές που τίθενται εκ νέου κάποια βασικά ερωτήματα, των οποίων οι απαντήσεις θα έπρεπε να είναι αυτονόητες. Κι όμως, δεν είναι. Οπως υπάρχουν φορές που τα δάχτυλα πατούν τα γράμματα του πληκτρολογίου σχεδόν ανυπάκουα.
Μια τέτοια στιγμή είναι και αυτή ενόσω διεξάγονταν οδομαχίες αντί για τιμητικές εκδηλώσεις μετά την κυβερνητική απαγόρευση σχετικά με το δικαίωμα της συνάθροισης άνω των τριών ατόμων σε όλη τη χώρα για τέσσερις μέρες, ενώ ζούμε συμπληρώνοντας τις επιλογές Β για τις μετακινήσεις στο σχετικό έγγραφο ή αποστέλλοντας μηνύματα στον παντοδύναμο πενταψήφιο αριθμό από το κινητό, υπό τον φόβο ενός προστίμου αν επιστρέψουμε στο σπίτι αφού το ρολόι σημάνει 9.
Εχει υπάρξει άραγε ποτέ η αυτόνομη πολιτεία με τα αυτόνομα άτομα για την οποία μιλούσε ο Κορνήλιος Καστοριάδης; Εχει ποτέ ασκηθεί η κυβερνητική πολιτική με στόχο την απελευθέρωση του ανθρώπου, έτσι ώστε «να ανέλθει στη δική του αυτονομία μέσω της συλλογικής δράσης»;
Ο σπουδαίος φιλόσοφος υποστήριζε πως το αντικείμενο της πολιτικής είναι η ελευθερία και η αυτονομία, και αυτό είναι δυνατό μόνο μέσα σε ένα θεσμικό πλαίσιο το οποίο επιτρέπει την ελευθερία και την αυτονομία. Το αντικείμενο της ψυχανάλυσης είναι το ίδιο και οι στόχοι της αφορούν πάντα τη σχέση του ατόμου με ένα περιβάλλον που προσδιορίζεται από την κοινωνική οργάνωση. «Πώς μπορώ να είμαι ελεύθερος, εάν είμαι υποχρεωμένος να ζω σε μια κοινωνία στην οποία ο νόμος καθορίζεται από κάποιον άλλον;» αναρωτιόταν στα γραπτά του ο Ελληνογάλλος στοχαστής για να καταλήξει: «Η μόνη αποδεκτή απάντηση συνίσταται στο να πω: Εχω την ουσιαστική δυνατότητα να συμμετέχω ισότιμα με οποιονδήποτε άλλον στη διαμόρφωση και στην εφαρμογή του νόμου. Και αυτό είναι το πραγματικό νόημα της δημοκρατίας».
Κατά πόσο το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο επιτρέπει την ελευθερία και την αυτονομία και κατά πόσο συμμετείχαμε στη διαμόρφωση των κοινωνικών θεσμών που κυριαρχούν πάνω μας κατασκευάζοντας το είδος των κοινωνιών μέσα στις οποίες ζούμε;
Αν αναλογιστούμε πως δεν φροντίσαμε να μετασχηματίσουμε τους θεσμούς μας σε θεσμούς ελευθερίας με αποτέλεσμα να μην είμαστε σήμερα ούτε αυτόνομοι ούτε υπεύθυνοι πολίτες και να μη ζούμε αντιστοίχως σε μια αυτόνομη κοινωνία ενσυναίσθητων ελεύθερων ατόμων, τότε θα έχουμε μία σαφή απάντηση σε όλα τα παραπάνω.
Ας αναλογιστούμε τον (μη) ρόλο μας σε αυτή τη διαδικασία και εν συνεχεία στον τρόπο που εσωτερικεύουμε τους θεσμούς και τις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες που ενσαρκώνονται μέσα στους θεσμούς ενώ παράλληλα αφήνουμε τα θραύσματα του παρελθόντος να πλανώνται και να μας διχάζουν σε κάθε ιστορική στροφή, τότε ίσως να μπορέσουμε να δούμε-βρούμε και τη λύση.
