Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Τα τύμπανα της παρέλασης

Ροϊλός Γεώργιος (1867 - 1928) «Το μαρτύριο του Πατριάρχη Γρηγορίου», πριν από το 1925. Εθνική Πινακοθήκη.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Τα τύμπανα της παρέλασης

  • A-
  • A+

Παραμονές 25ης Μαρτίου, όπως και παραμονές 28ης Οκτωβρίου, ο ρυθμός των τυμπάνων φτάνει στ’ αυτιά μου αρχικά ασθενής, σαν αδιευκρίνιστος θόρυβος ενός μακρινού πολέμου, του οποίου τεκμήρια κι αναμνηστικά έχουν εκπέσει. Ακόμα κι οι υπογραμμίσεις στα σχολικά εγχειρίδια ρουφήχτηκαν απ’ τη σκόνη, την κιτρινίλα του χρόνου, την αδιαφορία, όλα όσα σχετίζονται με τη βαριεστιμάρα της μονοτονίας και της πιεστικής επαναληπτικότητας των καθιερωμένων.

Κι όμως, αυτός ο ήχος που τώρα μόλις γεννιέται μέσα σε κάποιον κλειστό χώρο, σε λίγο θα δυναμώσει, θα γίνει ευκρινής, και θα βγει στους δρόμους, διακηρύττοντας τη σημασία του με όσο γίνεται ηχηρότερο τρόπο.

Η κυρία Τζένη, σκύβοντας για να τινάξει το ξεσκονόπανο, αναμετριέται με τη χοάνη του ασανσέρ, με το στομάχι των γάτων της αυλής και τον σαματά των επετείων: «Αχόρταγα, τον αγλέουρα, σιγά το ’21 τους, την κοπάνα απ’ τα μαθήματα γιορτάζουν».

Σ’ ένα μισάωρο, περίπου, η διμοιρία των τυμπανιστριών κάνει την εμφάνισή της στο πάνω μέρος του δρόμου, και τα κορίτσια του Λυκείου προσπαθούν να συντονίσουν τον βηματισμό με τις κινήσεις των χεριών τους που ανεβοκατεβάζουν τις μπαγκέτες πάνω στη μεμβράνη των κρουστών. Σε λίγο κάποιας κάτι της ξεφεύγει, μια άλλη παραπατά, μια τρίτη διακρίνει έναν γνωστό της και βάζει τα γέλια, κατόπιν κουράζονται ή χάνουν το κέφι και το καμάρι τους, η πορεία στερείται συνοχής, συγκρότησης, σταθερότητας και σφρίγους.

Η πρόβα της επίδειξης μάλλον αρχίζει να πνέει τα λοίσθια… Χαλάρωση, αποσυντονισμός, χασμουρητά, στο επόμενο αλσάκι στοπ, πηγαδάκια, κάποια βγάζει απ’ το σελοφάν ένα κρουασάν, από μια δαγκωνιά η καθεμία, μετά χρειάζονται και μερικές γουλιές δροσερό νερό… Ο χρόνος (της εξάσκησης) όμως ακόμα δεν έχει συμπληρωθεί. Η επικεφαλής τινάζεται πάνω, δίνει το σύνθημα, τα κορίτσια σαν να διακτινίζονται στον χωροχρόνο. Ευθυγραμμίζονται, πόδια και χέρια σε ετοιμότητα, επιστρατεύουν όλη τους την αυτοσυγκέντρωση, κανένα τεταρτάκι ακόμα κι ύστερα το διαλύουμε… Αύριο πάλι. Και ξεκινούν χτυπώντας τα τύμπανα, με αναζωπυρωμένη ορμή.

Τώρα, όμως, εκείνο που γίνεται εμφανές είναι μια αίσθηση ματαιότητας, κόπωσης, συναισθηματικής περισσότερο παρά σωματικής. Εγώ, από δίπλα, με την τσάντα για το σούπερ μάρκετ παραμάσχαλα, προσπαθώ να τις εμψυχώσω, βουβά φυσικά, στέλνοντάς τους θετική ενέργεια.

«Αντε, καλές μου, λίγο ακόμα, λίγο πιο καμαρωτές, λίγο πιο περήφανες, τι λιποψυχία και τούτη, κουράγιο, δεν μας πήραν ακόμα οι ζέστες, ψηλά το κεφάλι, ίσιο το κορμί, άντε και τα καταφέραμε, σφίγγουμε τα δόντια, χτυπάμε τους κρούστες και καίγονται πελεκούδια». Στην επόμενη γωνία στρίβω δεξιά, εκείνες θα στρίψουν αριστερά, επιστροφή στην έδρα τους…

Εχω συγκινηθεί. Η μύτη μου τρέχει συμπάσχουσα. Πάντα με συγκινούν τα τύμπανα, ενώ κατά βάθος μισώ τις παρελάσεις και θέλω να καταργηθούν, δεν είμαστε στη Ρουμανία του Τσαουσέσκου, οι μαθητές έχουν σημαντικότερα πράγματα να κάνουν απ’ το να εκθέτουν τα κορμιά τους σε επιδείξεις ισχύος, οποιασδήποτε ισχύος, έστω και για λόγους παράδοσης, έστω και προς τιμήν ενός αξιομνημόνευτου γεγονότος, ορόσημου για τον ελληνισμό. Δεν είναι φαντάροι, αλεξιπτωτιστές, επίλεκτοι υποβρυχίων καταδρομών, απλοί μαθητές είναι… Οπως και να ’χει, αρχίζω να ρουφώ τη μύτη μου.

Φαντάζομαι ότι είμαι υπό καθεστώς εθνικής περηφάνιας ή κατακλύζομαι από προσωπικό καμάρι ή γινάτι ή επειδή αυτό το ρυθμικό «ντάπα-ντούπα» νιώθω πως ξυπνάει κάποιους που ροχαλίζουν βαριά, βυθισμένοι στην καθημερινή τους μικρόνοια και μιζέρια, ενώ κάποιους άλλους τους πιέζει να βγουν απ’ τη μακαριότητα, την ανευθυνότητα, τη χαζοχαρά ή τη χολερικότητά τους. «Μας πήρανε τ’ αυτιά, τα αναθεματισμένα κωλόπαιδα».

Για τούτο, καλά κάνουν και βαράνε τα κορίτσια τα τύμπανά τους… Κι αύριο, μεθαύριο, στη μαθητική παρέλαση, να τα χτυπάνε όσο γίνεται πιο δυνατά. Εστω αν εγώ δεν πάω ποτέ στις παρελάσεις και ως μαθήτρια, στο Γυμνάσιο, στο χωριό μου, προτιμούσα να τρώω αποβολή παρά να κάνω παρέλαση, ενώ πάντα ήθελα να κατεβάσω τις προσωπογραφίες των ηρώων του '21 απ’ τους τοίχους των διαδρόμων του σχολείου, όπως και τα πορτρέτα των Βασιλέων μας – το ασύμβατο βασιλιάδων κι εξεγερμένων. Νεανική φιλοδοξία που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Αλλά, τώρα, ναι, προκρίνω τα τύμπανα, μου αρέσουν οι τυμπανίστριες που τα χτυπούν, έστω και κοροϊδεύοντάς τα, επειδή εκεί μέσα, σ’ αυτόν τον ήχο, σ’ αυτήν την ταραχή, υπάρχει κάτι πολεμικό, επαναστατικό, ενοχλητικό, απαιτητικό, θρασύ, καθησυχαστικό, νανουριστικό, εφιαλτικό, αφυπνιστικό.

Μένει, η σημαία. Γι’ αυτήν τι να πω; Μόνο, ότι ο κύριος Φάνης, του διπλανού διαμερίσματος, την έχει κρεμασμένη στο μπαλκόνι του απ’ τον περασμένο Οκτώβριο. Βρέξει, χιονίσει, η γαλανόλευκη του κυρίου Φάνη εκεί, μουλιασμένη και ζαρωμένη στα κάγκελα. Το σκεπτικό του: «Τι να την κρεμάω και να την ξεκρεμάω και μετά να την ξανακρεμάω, έτσι κι αλλιώς όλο και κάτι γίνεται για να γιορτάζουμε, άσ' την εκεί, πατριώτες είμαστε, περήφανοι Ελληνες, γιατί να μην το δηλώνουμε δημοσίως, σε καθημερινή βάση;» Ομως, το αναρριχώμενο του κήπου έγινε πολύ επεκτατικό και πολύ επιθετικό, έφτασε μέχρι τα κάγκελα του μπαλκονιού του, και μπερδεύτηκε με τα ξέφτια της γαλανόλευκης, εμποδίζοντάς την να κουνιέται και απειλώντας την σε ξέσκισμα, αφού την έχει στριμώξει εντελώς μέσα στους σκουριασμένους ρόμβους των κάγκελων των εφαπτόμενων μπαλκονιών μας. Μου λέει ο κύριος Φάνης: «Κυρία Μαρία μου, σπρώξε κι εσύ λίγο με το σκουπόξυλο, να τραβήξω κι εγώ το πανί απ’ τη μεριά μου, να την ξεμαγκώσουμε, μη σχιστεί η κακομοίρα, κρίμα είναι!» Το επιχειρήσαμε και τώρα η σημαία επανήλθε στη θέση της, κρέμεται σαν σεντόνι πάνω στα κάγκελα, κι όταν σηκώνεται αεράκι κυματίζει αισθητά, καταπώς πρέπει.

ΝΗΣΙΔΕΣ
Η γενναία παρέλασις
Μάρτης του 1973. Η μάνα μου ξεφόρτωνε τα ξύλα από τη γριά μας γαϊδούρα, επιβεβαιώνοντας το «Μάρτης γδάρτης». Πλησίασα με χαρά και της είπα: «Μάνα, θέλω ρούχα για την παρέλαση μεθαύριο».
Η γενναία παρέλασις
ΝΗΣΙΔΕΣ
Γδάρτης και παλουκοκαύτης
Ολο αυτό το αίμα. Μία στιγμή δεν αφήνεται ο άνθρωπος ήσυχος απ’ το αίμα, είναι βουτηγμένος στο αίμα των θεών του, των γυναικών του, των πολέμων του, των βρωμάτων του, βουτηγμένος σε μια λίμνη αίματος σαν...
Γδάρτης και παλουκοκαύτης
ΝΗΣΙΔΕΣ
Ο ιός της γρίπης
Σ’ ολόκληρη τη ζωή μου μία φορά μόνο έφαγα μπακαλιάρο. Εκτός από τις μέρες (και τις νύχτες) που ήμουν πράγματι άρρωστος, υπήρχαν και μέρες που υποκρινόμουν τον άρρωστο από γρίπη και μάλιστα με πολύ μεγάλη...
Ο ιός της γρίπης
ΝΗΣΙΔΕΣ
Εξήντα εννέα στροφές
– Δυνατά και καθαρά. – Από κρότον οργάνων βοΐζει της Γραβιάς το βουνό αντικρύ… – Οχι, όχι έτσι, θα μιμηθείς εμένα, όπως το απαγγέλλω εγώ, καθαρά...
Εξήντα εννέα στροφές
ΝΗΣΙΔΕΣ
Κροκέτες μπακαλιάρου
Κάθε χρόνο τα ίδια. Από τότε που παντρεύτηκε, από το ’66 δηλαδή. Εστελνε τον άντρα της στην αγορά τέσσερις μέρες πριν από του Ευαγγελισμού. Επρεπε να διαλέξει τον σωστό μπακαλιάρο.
Κροκέτες μπακαλιάρου
ΝΗΣΙΔΕΣ
25η Μαρτίου 1967
Ενώνουν πάλι τις δυο μεγάλες τάξεις. Τα κορίτσια φροντίζουν τις στολές και τις φουστανέλες. Εγώ φέτος σαν πιο μεγάλος θα κουβαλήσω τα μεγάλα χαρτιά. Εκεί μέσα βλέπεις πολλές σημαιούλες και χάρτινες λωρίδες...
25η Μαρτίου 1967

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας