Οταν άνοιξα την πόρτα στην Αμαλία Μουτούση, είδα πρώτα τα μάτια της. Ερχόταν από πρόβα. Οι κόρες τους είχαν διασταλεί λες κι είχαν ρουφήξει όλο το θέατρο. Εφερε ένα μπουκάλι κρασί. Το ανοίξαμε. Ετσι θέλω να μοιάζει αυτή η συνέντευξη: σαν τη μυρωδιά του κρασιού που βγαίνει από ένα μπουκάλι.
● Είδα την παράσταση «Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου» του Κόντογλου και άκουσα και σε μια κοινή συνέντευξη που είχατε δώσει με την Ολια Λαζαρίδου να συμφωνείτε και οι δύο στη λέξη «ανταπόδοση». Πώς την εννοείτε;
Θα σου απαντήσω για μένα. Η ανταπόδοση αφορά την ενασχόλησή μου με τη Γαλιλαία. Βεβαίως και έχει να κάνει με ανταπόδοση. Είναι ένας χώρος όπου τα τελευταία 20 χρόνια ακουμπάει η καρδιά μου. Η σχέση μου με τη Γαλιλαία, αλλά και της Ολιας, έχει να κάνει με τη σχέση μας με τον πατέρα Νικόλαο. Εχοντας πάρει τόση αγάπη από αυτόν τον άνθρωπο, ήταν φυσικό να μας βγει σαν ανταπόδοση.
● Στον πατέρα Νικόλαο πώς έφτασες; Θυμάμαι μια συνέντευξη του Γιώργου Κουμεντάκη, στην οποία μου είχε πει ότι εκτιμάει πολύ τα παιδιά που βγαίνουν από οικογένειες που δεν έχουν σχέση με τη θρησκεία: κοσμοπολίτικες, αριστερές, κ.λπ. Αλλά το ψάχνουν κι ανακαλύπτουν και εδραιώνουν από μόνα τους μια σχέση με τον Χριστό και τη θρησκεία τη χριστιανική. Τι σε στέλνει εκεί;
Πάντοτε ήθελα και αναζητούσα τον Θεό.
● Από παιδί;
Ναι. Δεν είχε καμιά σχέση η οικογένειά μου με την εκκλησία. Δεν μας πήγαιναν στην εκκλησία, δεν πήρα καμιά εκκλησιαστική παιδεία. Τίποτε απ’ όλα αυτά. Υπήρχε όμως πάντοτε, και ειδικά από τη μεριά της μητέρας μου, σεβασμός και υπήρχε αυτό που λέμε «φόβος Θεού».
● O «τα πανθ’ ορά;»
Ναι, είμαστε κάτω από το βλέμμα Του. Κι επίσης η μητέρα μου είχε πάντα μια πολύ μεγάλη αγάπη στην Παναγία και προσευχόταν σ’ αυτήν. Εγώ ήμουν ένα παιδί που η μαμά μου με κράτησε, ενώ χώριζαν με τον πατέρα μου. Εκείνη βρισκόταν σε μεγάλη κρίση. Δεν ήξερε αν θα με κρατήσει, αν το αντέχει. Και μέσω της σχέσης της με την Παναγία με κράτησε και με βάφτισε και Μαρία. Είμαι Μαρία-Αμαλία. Ετσι με έλεγαν και μικρή. Μετά, στη Σχολή, μου άφησαν μόνο το Αμαλία.
● Πώς άρχισε η πίστη να ριζώνει;
Από μικρό παιδί διαισθανόμουν ότι υπάρχει ένα κομμάτι μέσα μου που δεν το ζω στην καθημερινότητά μου. Αισθανόμουν ότι αυτό το κομμάτι ήταν βουβό και περιμένει κάπως να του μιλήσω, να το ρωτήσω, να το κάνω να μιλήσει. Κάτι μέσα μου σαν ξεχασμένο. Αλλά ήταν μια πηγή. Πηγή σκέψεων, ζωής. Τις περισσότερες φορές μού φανερωνόταν στη σχέση μου με τη φύση, όχι με τους ανθρώπους. Εκεί που είναι κανείς μόνος του, μακριά από όλα. Απλώς όλο αυτό δεν είχε συγκεκριμένη μορφή.
● Πώς πήρε μορφή;
Η σχέση μου με την εκκλησία ήταν πολύ καλή από πάντα. Μου άρεσε να πηγαίνω μόνη μου, όχι όταν είχε λειτουργία. Μ’ άρεσε να μπαίνω στις εκκλησίες της πόλης μας, να ανοίγω την πόρτα και να κάθομαι. Θυμάμαι τον εαυτό μου, σε κρίσιμες στιγμές στη ζωή μου, να ψάχνει να βρει εκκλησία να μπει. Αισθανόμουν τη σιωπή να έχει παρουσία. Αυτή την αναζήτηση την καταλάβαινα μετά στη δουλειά μου.
● Πες μου πώς…
Κοίταξε, είχα την τύχη, και το επιδίωξα κιόλας, να έρθω σε επαφή κυρίως με κείμενα ποιητικά και μόνο ποιητικά. Εκεί το υλικό σου είστε εσύ και ο Θεός. Κι ύστερα, το ίδιο το σώμα στο θέατρο πρέπει να προσφερθεί. Να καεί σαν την πεταλούδα για να βγουν οι λέξεις από το σώμα πια, κι όχι μόνο από το στόμα. Το αντιλήφθηκα σε ρόλους πολύ μεγάλους: στη Μήδεια, για πρώτη φορά, το ’90, στο Στούντιο Ιλίσια, όπου θυμάμαι να υποδύομαι ένα πρόσωπο και να αισθάνομαι ότι συνομιλώ με τον Θεό. Κι αυτό που σου λέω μπορεί να γινόταν πάρα πολύ απλά, γιατί μπορεί να αισθάνθηκα μια αιφνιδιαστική εγγύτητα με ένα πρόσωπο στο κοινό, που δεν το έβλεπα αλλά το ένιωθα.
Οσοι και να είναι, δεν παίζεις ποτέ για τριάντα ανθρώπους, αλλά παίζεις γι’ αυτόν, για κείνον, για τον άλλο, που όλοι μαζί είναι τριάντα. Δεν παίζεις ποτέ για εκατό ανθρώπους, δεν παίζεις ποτέ για δέκα χιλιάδες. Παίζεις για τον έναν και για τον διπλανό του. Είναι πρόσωπα. Δεν είναι κοινό. Κι αυτή η επικοινωνία γίνεται αιφνιδιαστικά, μέσα από τους ρόλους που ανοίγονται σαν φέτες ζωής, σαν παράθυρα. Μου συνέβη.
● Και η σχέση από σκηνής με τον Θεό;
Είναι λίγο λεπτά αυτά τα πράγματα. Οταν μιλάμε για τον Θεό, δεν εννοούμε ότι ξαφνικά κοιτάμε τον ουρανό… Είναι κάτι τόσο μικρό και αδιόρατο, το οποίο τελικά δημιουργεί μια κίνηση μέσα στην ψυχή σου, ελάχιστη. Κι αυτή η ελάχιστη κίνηση είναι σαν σεισμός. Σαν χτυποκάρδι. Τελικά ένα χτυποκάρδι ήταν που το καταλάβαινε η καρδιά.
● Νομίζω ότι σε αυτή τη ραδιοφωνική εκπομπή είχες συνδυάσει την ανταπόδοση με τον θάνατο του μπαμπά σου τότε. Πέθανε στην Αθήνα ή στο Παρίσι; Ηταν ψυχίατρος; Ξέρουμε ελάχιστα γι’ αυτόν.
Ο πατέρας μου βρέθηκε στο Παρίσι μαζί με τη μητέρα μου, όπου γεννήθηκαν οι δυο μου αδελφές, οι δίδυμες. Τελείωσε εδώ, νευρολόγος το Πανεπιστήμιο, η μητέρα του ήταν γιατρός, και ο μπαμπάς μου πήγε να κάνει μεταπτυχιακό, επηρεασμένος από τον Λακάν. Εμειναν γύρω στα πέντε χρόνια και μετά ήρθαν. Τότε με συνέλαβε η μαμά μου.
Ο μπαμπάς μου έγινε νευρολόγος-ψυχίατρος στην Αθήνα. Είχε περάσει από πολλά νοσοκομεία. Από το «Αιγινήτειο» πρώτα απ’ όλα, για να καταλήξει τελικά διευθυντής στο «Παπαδημητρίου».
Είχε και το ιατρείο του ως νευρολόγος-ψυχίατρος, όπου πήγαινα, παιδάκι, κάθε Τρίτη και Πέμπτη, Ρηγίλλης 22. Τον περίμενα να τελειώσει με τους ασθενείς του και καθόμουν στον σκοτεινό θάλαμο, στην αναμονή, και άκουγα τη φωνή του.
● Σκέφτηκα τις δύο σου φύσεις: ισχυρές και απολύτως συνδυασμένες. Τη μία τη συνέδεσα με τον πατέρα, και έχει σχέση με τη μυστικότητα και την ιδιωτικότητα με τις οποίες περιβάλλεις την προσωπική σου ζωή. Την άλλη, με το κομμάτι της έκθεσης, που το εκπροσωπεί η μητέρα, ως άνθρωπος του θεάτρου. Ποιο σου είναι πιο οικείο;
Και τα δύο. Είναι δομικά μου στοιχεία. Και αυτό με την προσωπική μου ζωή το είχα από πολύ μικρή. Δεν μου άρεσε καθόλου που τη μαμά μου τη γνωρίζανε.
● Γιατί έπαυε να είναι δική σου; Αισθανόσουν να χάνεις ένα κομμάτι της λόγω της επωνυμίας;
Ημουν ένα παιδάκι που ήθελε να αισθάνεται την αποκλειστικότητα. Από την άλλη βέβαια καμάρωνα και για τη μαμά μου. Αλλά δεν μου άρεσε που οι άλλοι ήθελαν να ξέρουν πώς είμαστε σαν οικογένεια. Αυτή την οικογένεια ήθελα να την προστατεύω. Πίστευα ότι αυτή η δουλειά απειλεί την οικογενειακή μου ηρεμία. Την οικογενειακή μου ασφάλεια. Οτι είναι μια δουλειά η οποία θα φέρει τον κόσμο μες στο σπίτι μου. Είχα αυτή την αίσθηση. Οτι θα παραβιαστεί ο ζωτικός μας χώρος.
● Εχεις την αίσθηση ότι ήσουν ο προστάτης αυτής της οικογένειας;
Φυσικά και ναι. Δομικό κι αυτό.
● Εχεις παιδικές αναμνήσεις από το καμαρίνι της Γαληνέα και του Αλεξανδράκη; Πήγαινες εκεί; Την περίμενες να φύγει από τη σκηνή; Εμπαινε κόσμος μέσα; Τι θυμάσαι από αυτόν τον χώρο; Αρχίζει να στήνεται η επιθυμία της ηθοποιίας εκεί;
Δεν είμαι πολύ σίγουρη. Αισθανόμουν μεγάλη οικειότητα εκεί μέσα γιατί ήταν ο χώρος του Αλέκου και της μαμάς. Κι ύστερα, ήμουν ένα παιδί που όλοι το αγαπούσαν και το προσέχανε. Ηταν λίγο σαν το σπίτι μου. Υπήρχε οικειότητα. Εκανα παρέα με όλους στο θέατρο. Ηταν μια οικογένεια για μένα. Αλλά νομίζω ότι το κομμάτι με τις παιδικές αναμνήσεις και τα καμαρίνια δεν είναι αυτό που μ’ έφερε από μόνο του στον χώρο του θεάτρου.
● Τι άλλο σε έφερε;
Ο συνδυασμός του παιχνιδιού και της μαγείας. Των μεταμορφώσεων. Μου άρεσαν πάρα πολύ οι μεταμφιέσεις. Εκανα πολλές από μικρή. Εβαζα περούκες, έβαζα τα ρούχα της μαμάς μου και έπαιζα. Επαιρνα τις φίλες μου και κάναμε σκετς. Ηταν όλα με μεταμφιέσεις. Μου άρεσαν πολύ. Και γενικά μου άρεσε το παιχνίδι. Ημουν παιχνιδιάρα.
● Παιχνιδιάρα και παράτολμη. Οπως στο περιστατικό όπου πηδάς από μπαλκόνι σε μπαλκόνι και μπαίνεις στο διαμέρισμα ενός κυρίου αυστηρού, ίσως και λίγο σνομπ…
Ο οποίος δεν μου φέρεται σαν να είμαι παιδί. Μπορεί να μου μίλαγε και στον πληθυντικό. Μπορεί και να μη μου μίλαγε, αλλά η αίσθηση που έχω είναι αυτή.
● Αυτή η εικόνα με διασκεδάζει, μου θυμίζει τον Κάρι Γκραντ σε ταινία του Χίτσκοκ. Ισως μπορώ να τη μεταφέρω στη δική σου θεατρική εμπειρία. Πηδάς από πρόβα σε πρόβα και από παράσταση σε παράσταση μέχρι να βγεις σ’ έναν άγνωστο χώρο. Είναι παραστάσεις αυτά τα άγνωστα δωμάτια; Πώς μπαίνεις σε μια πρόβα;
Κοίταξε, για μένα το θέατρο, Χρήστο, είναι ένα πολύ μεγάλο ερωτηματικό. Μπορεί να περίμενες να σου πω πράγματα γι’ αυτό. Μπαίνω πάντα στις πρόβες μου με αιδώ.
● Για την εμπειρία που ξεκινάει;
Δεν ξέρω ακριβώς πού πρέπει να πιαστώ και πού δεν πρέπει, από πού να ξεκινήσω. Είναι ένα πράγμα που σε μένα δεν γίνεται ποτέ. Δεν είμαι εκεί. Πιστεύω ότι έχω συναντηθεί με το θέατρο σε κάτι πολύ μυστικό το οποίο δεν έχει να κάνει με την Αμαλία Μουτούση. Δεν ξέρω, μπορεί ο κόσμος να λέει πράγματι αυτό που λες για την έκθεση κ.λπ., αλλά έχει να κάνει με αυτό που κανένας δεν θα δει ποτέ. Και ποτέ δεν θα το πω στον ρόλο. Το κρατάω κρυφό, αλλά το έχω.
● Το ζεις εσύ πάνω στην σκηνή;
Είναι κάτι για μένα μεγάλο. Σαν να με πηγαίνει κάπου. Δεν ξέρω πού με πηγαίνει. Αλλά το έχω ζήσει πολύ. Από 28 χρόνων που έπαιξα «Ηλέκτρα», «Μήδεια». Είμαι στην Επίδαυρο από το ’96 ανελλιπώς. Ενα καλοκαίρι είμαι, ένα δεν είμαι. Αυτό που μένει είναι τα αποτυπώματα των πραγμάτων που έζησες μέσα από τη συνάντησή σου με αυτόν τον χώρο που περιλαμβάνει τους συγγραφείς, οι οποίοι περιμένουν από σένα να τους διηγηθείς. Ο ίδιος χώρος έχει τη δική σου προσωπική ιστορία, η οποία θέλει να διηγηθεί τον εαυτό της και πρέπει να βρει τον τρόπο μέσα στην ιστορία.
● Εχει και μια διακαή επιθυμία για συναντήσεις; Πας να συναντήσεις τον ρόλο; Τη λέξη; Τα λόγια;
Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει η επιθυμία γι’ αυτήν τη συνάντηση. Για την ένωση με κάτι. Ανάλογα τώρα με τους συνεργάτες σου, με τις συνθήκες της δουλειάς και το έργο, η διαδρομή μπορεί να αλλάζει. Σ’ ένα έργο μπορεί η επιθυμία να είναι στη συνάντηση με τα πρόσωπα της παράστασης. Σε ένα άλλο, με τον συγγραφέα. Αλλά δεν το έχω μόνο με το θέατρο αυτό. Το έχω κι όταν φυτεύω τα λουλούδια μου. Θέλω πάλι να ενωθώ.
● Ερχεται μια μέρα και λες «θέλω να ασχοληθώ με το θέατρο». Σε τι ηλικία;
Τελείωσα το σχολείο στα 17, έδωσα στον Κουν και στο Εθνικό, μπήκα στις δύο σχολές και τελικά πήγα στον Κουν.
● Θα το πω λίγο προβοκατόρικα. Είσαι από τα παιδιά που έγιναν ηθοποιοί επειδή είχες τη μαμά σου και τον Αλέκο, οι οποίοι ήταν ανάμεσα στα πρώτα ονόματα της θεατρικής σκηνής;
Εντάξει, εντελώς φαινομενικά. Με την έννοια ότι δεν μπορεί να μην επηρεαστεί ένα παιδί. Αλλά είναι ποτέ δυνατόν να γίνει κάποιος ηθοποιός επειδή είναι η μαμά του; Ούτε δικηγόρος μπορείς να γίνεις. Πόσο μάλλον ηθοποιός.
● Ησουν δειλή απέναντι στον Κουν ή ξεθαρρεμένη;
Δεν ήμουν ο εαυτός μου με τον Κουν. Ημουνα πολύ ντροπαλή.
● Μου είχες πει ότι τον εκνευρίζατε στο Ηρώδειο, στις πρόβες, και ήθελε να σας διώξουν.
Κάναμε τις Τρωαδίτισσες και μας είχε βάλει ο Κουγιουμτζής να κάνουμε πρόβα στον Χορό. Μας έλεγε ο Μίμης «τρέξε από δω, κάτσε από δω», κι εγώ παραήμουν ζωντανή, ήμουν κι αγοροκόριτσο και άτακτο παιδί… Κι έλεγε ο Κουν «Πάρ’ την, βρε Μίμη, από μπροστά μου, πάρ’ τα αυτά τα πρόσωπα τα αγγελικά, Τρωαδίτισσες κάνουμε, δεν θέλω αγγελούδια». Τέτοια πράγματα. Οπου καταλάβαινες ότι εκείνη την ώρα ο δάσκαλος έβλεπε εικόνες. Δεν ήταν προσωπικός, έβλεπε ενέργειες. Ελεγε «εδώ θέλω νερό, εδώ θέλω φωτιά. Με ηρεμείς. Θέλω κάτι να με τρομάξει. Δεν θέλω κάτι κοριτσίστικο, θέλω κάτι άγριο». Είχε μια ικανότητα να βλέπει μέσα από σένα.
● Ο Βογιατζής μπαίνει στη ζωή και στην τέχνη σου ταυτόχρονα, με τις δικές του μονομανίες. Αλλάζει ποιοτικά η σχέση σου με το θέατρο μέσα από τις συναντήσεις σας;
Νομίζω ότι με τον Λευτέρη εξανθρωπίζομαι. Μαθαίνω προσωπικά, όχι θεωρητικά πια. Ακόμα μαθαίνω πώς να μην αφήνω τίποτα να γίνεται θέμα.
● Εξήγησέ το μου αυτό…
Να μην παίρνω τίποτα προσωπικά. Να καταλαβαίνω ότι η οποιαδήποτε παρατήρηση δεν έχει να κάνει με προσωπική απόρριψη. Να αρχίζω να καταλαβαίνω πώς να ακούω κάτι. Αλλιώς δεν μπορείς να ελευθερωθείς. Και σε αυτή τη δουλειά πρωτεύει το να ακούς. Αυτό το έμαθα κοντά στον Λευτέρη. Ο Λευτέρης δεν είχε ωραίο τρόπο να μου το μάθει, γιατί δεν είχε ωραίο τρόπο να σου μάθει τίποτα. Μάθαινες όμως. Δεν είχε καθόλου παιδαγωγικό τρόπο. Αντιδρούσε, έλεγε «δεν έχω τρόπο, δεν πειράζει». Δεν έλεγε «να κάνω μια προσπάθεια». Οχι, βαριόταν.
● Αγνοούσε τη διαδικασία για να μπει κατευθείαν στην ουσία;
Νομίζω ότι του άρεσε πολύ η σύγκρουση. Ηθελε να συγκρούεται και ήταν ένας τρόπος. Ηταν πολύ πρωτογενής σε αυτό ο Λευτέρης, όπως είναι κάποια πρόσωπα που υποδύομαι εγώ στο θέατρο. Εμένα με τραβάνε άνθρωποι που μπορεί να με βγάλουνε από τα ρούχα μου.
● Ξεβολεύτηκες κοντά στον Λευτέρη;
Κοίταξε, Χρήστο, κάνω μια δουλειά που δεν με βόλεψε ποτέ. Κι έπειτα ο Λευτέρης ξεβόλευε διαρκώς τον οποιονδήποτε. Κι εμένα και τον εαυτό του. Ηταν ένας άνθρωπος που σου τραβούσε διαρκώς το χαλί κάτω απ’ τα πόδια. Αλλά θεωρώ ότι αυτό πρέπει να γίνεται. Δεν υπάρχει ζωή αλλιώς.
● Κάπου λες ότι για σένα ο ρόλος ξεκινάει από τη στιγμή που θα βρεις τη φράση ή έστω μια λέξη για να διεισδύσεις στο κέλυφός του.
Με βοηθάνε πάρα πολύ οι ήχοι των λέξεων για να νιώσω κάτι από το πρόσωπο που υποδύομαι. Αν μια γυναίκα πει τη φράση «μου ροκανίζει την ψυχή» και δεν λέει «μου στραγγίζει» ή «μου σβήνει την ψυχή» ή «η φυλακή μού ροκανίζει τη ζωή», αυτόματα μου δημιουργείται ένας ήχος όταν πω τα σύμφωνα της λέξης «ροκανίζει». Ο ήχος είναι κάτι σαν την όπερα. Ο ήχος που βγάζουν τα σύμφωνα και τα φωνήεντα μιας λέξης έχει έναν ψυχισμό. Ετσι μπαίνω στα πράγματα.
● Αυτό το είδα και στον μακαρίτη τον Βίκο. Στο αναλόγιο για τον Ρίλκε.
Γιατί ο Βίκος ήταν ένας από τους ανθρώπους που άφηνε χώρο.
● Μ’ αρέσει πολύ το θέατρο χωρίς βεβαιότητες και ασφάλεια. Κάθε φορά μια αθωότητα, μια αθωότητα ζόρικη όμως…
Είναι μια αθωότητα που αισθάνομαι ότι με σώζει, είναι η σωτηρία μου.
● Ανανεώνεται το ενδιαφέρον σου;
Ναι, γιατί όλα όσα λέμε τώρα δεν είναι μόνο για το θέατρο. Το θέατρο είναι ένα μέσο. Είναι η συμπύκνωση της ουσίας της ζωής, δεν είναι η μίμηση, δεν είναι η αναπαράσταση. Γι’ αυτό και σου μαθαίνει πώς να ζεις. Για μένα εκεί είναι το σύμπαν. Νομίζω ότι η ίδια η υποκριτική τέχνη έχει μέσα της όλη την ουσία της συμπύκνωσης της ζωής. Αλλά ο καθένας μπαίνει από τη δική του πόρτα.
● Να πάμε στη «Μαρία Στιούαρτ» του Σίλερ τώρα, όπου θα παίξεις τον ομώνυμο ρόλο και η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη τη βασίλισσα Ελισάβετ. Ενα σπαρασσόμενο ζεύγος αδελφών;
Ουσιαστικά είναι το ίδιο πρόσωπο, αλλά δεν ενώνονται ποτέ τα δυο κομμάτια του, ώστε να επιτευχθεί η συνύπαρξη του κοσμικού με το ιερό.
● Στην έννοια του ιερού θα τοποθετούσαμε τη Μαρία και του κοσμικού της Ελισάβετ; Η δεύτερη ως εκπρόσωπος των θεσμών, της διακυβέρνησης και εν τέλει της εξουσίας.
Ενώ του ιερού είναι η Μαρία, με την έννοια της φύσης. Βλέπεις ότι είναι η μόνη αμαρτωλή, η πιο παραδομένη σε αυτό που θέλει, σε αυτό που κουβαλάει. Πιο φυσική. Πιο κοντά στη φύση της.
● Θα έλεγες ότι η μια είναι ξεγυμνωμένη, ενώ η άλλη θωρακισμένη, ντυμένη; Τη Μαρία Στιούαρτ θα τη χαρακτήριζες πηγαία;
Είναι πηγαία. Αφήνεται στο θυμικό της, δεν μπορεί να συγκρατηθεί. Είναι πάρα πολύ ενωμένη με την ουσία της. Δεν υπάρχει επεξεργασία εγκεφαλική.
● Μου έχεις πει ότι σου αρέσει στις παραστάσεις να δημιουργείς μια κίνηση ανάμεσα στο φασματικό και το πραγματικό. Είναι ρινγκ η σκηνή για σένα; Ενας χώρος γεμάτος συγκρούσεις;
Είναι ένας απόλυτος χώρος άσκησης και συγκρούσεων: τι πρέπει να πετάξεις και τι να κρατήσεις, τι πρέπει να κρύψεις και τι να φανερώσεις και με ποιον τρόπο θα τα κάνεις όλα αυτά.
● Με τον Μάκη Μηλάτο είστε παντρεμένοι 17 χρόνια και είναι ο άνθρωπος-μουσική. Το σπίτι γεμίζει μουσικές;
Καθόλου, Χρήστο. Γιατί έχει κι ο Μάκης από τη δική του πλευρά, όπως κι εγώ με τη δική μου, μια προσωπική, μυστική σχέση με τη δουλειά του. Στο σπίτι είναι με τα ακουστικά και ακούει. Εγώ δεν ακούω τίποτα. Βλέπω μόνο τον άντρα μου με δυο ακουστικά.
● Μου είχες πει ότι «μ’ αρέσει να μου βάζουν κανένα τραγουδάκι πού και πού και να μου κάνουν και κανά φαγάκι».
Το φαγάκι μού το κάνει, όχι πού και πού, συνέχεια. Και τη μουσική τη βάζει, αλλά δεν είναι ένα σπίτι όπου μπαίνω και ακούω μουσική. Είναι περίεργο. Οταν τον είχα γνωρίσει, είχα σκεφτεί «ωχ, τώρα όλο μουσική θα ακούω». Ηρθε να μου πάρει συνέντευξη και δεν φανταζόμουν ότι δεν θα μίλαγε. Δεν ξέρω τελικά πώς βγήκε εκείνη η συνέντευξη. Θυμάμαι ότι ήρθε ένας άνθρωπος ο οποίος δεν μου μίλαγε. Δεν θυμάμαι τι είπαμε. Αλλά ήταν καθαρό από την αρχή ότι κάτι άλλο έγινε μεταξύ μας.
● Πες μου για τη Φολέγανδρο. Μου είχες πει κάτι που με είχε τρελάνει, «ότι είναι το ολόκληρο εκεί». Και συνδυάζοντάς το με αυτά που μου είπες για τη φύση, ένα κομματάκι του Θεού είναι στη Φολέγανδρο;
Εντάξει, ολόκληρος ο Θεός είναι στη Φολέγανδρο, δεν είναι ένα κομματάκι του. Ετσι κι αλλιώς ο Θεός είναι παντού ολόκληρος. Απλώς, εμείς είμαστε τα κομματάκια. Παλεύουμε γι’ αυτό το ολόκληρο. Και γι’ αυτό πολλές φορές νιώθουμε ένα κομματάκι του. Γιατί τα κομματάκια είμαστε εμείς επειδή εμείς είμαστε χωρισμένοι μέσα μας.
Σημείωση: Η ραδιοφωνική εκπομπή που αναφέρεται στη συνέντευξη είναι της Ευγενίας Λουπάκη, στο «Κόκκινο 105,5 FM».
