ΠΑΡΙΣΙ. Απομένουν λίγες ημέρες για να επισκεφτεί κανείς τις δύο μεγάλες εκθέσεις που αφιερώνει στον Πιερ-Ογκούστ Ρενουάρ (1841-1919) το Μουσείο Ορσέ, μια χρονιά με ιδιαίτερο συμβολισμό. Το εμβληματικό παρισινό μουσείο γιορτάζει σαράντα χρόνια από τότε που άνοιξε τις πόρτες του, το 1986, μεταμορφώνοντας έναν παλιό σιδηροδρομικό σταθμό σε έναν από τους σημαντικότερους χώρους τέχνης του κόσμου.
Η ιστορία του ίδιου του κτιρίου είναι σχεδόν τόσο συναρπαστική όσο και οι συλλογές του. Κατασκευασμένος για την Παγκόσμια Εκθεση του 1900, ο σταθμός Ορσέ (Gare d’Orsay) υπήρξε για το Παρίσι η πύλη των τρένων προς τη νοτιοδυτική Γαλλία, σύμβολο μιας εποχής όπου η ταχύτητα και η τεχνολογία διαμόρφωναν τη νέα εμπειρία της νεωτερικότητας. Οταν όμως τα τρένα μεγάλωσαν και οι αποβάθρες του δεν επαρκούσαν, το κτίριο εγκαταλείφθηκε στη μοίρα του. Για χρόνια χρησιμοποιήθηκε ως αποθήκη, χώρος εκδηλώσεων αλλά και σκηνικό κινηματογραφικών ταινιών, ανάμεσά τους και της «Δίκης» του Ορσον Γουέλς το 1962, βασισμένης στο μυθιστόρημα του Φραντς Κάφκα. Κινδύνεψε ακόμα και να κατεδαφιστεί, πριν χαρακτηριστεί ιστορικό μνημείο και τελικά να μετατραπεί σε μουσείο, στο πλαίσιο των μεγάλων πολιτιστικών έργων που σημάδεψαν τη Γαλλία τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα.
Αυτό το διαρκές πέρασμα από τη μία ζωή στην άλλη είναι ίσως και το πιο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του Ορσέ. Δεν είναι απλώς ένα μουσείο που στεγάζει έργα τέχνης· είναι ένα κτίριο που συνεχίζει να κουβαλά τη μνήμη της μετάβασης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι δύο παράλληλες εκθέσεις που είναι αφιερωμένες στον Ρενουάρ: «Ο Ρενουάρ και ο έρωτας», που παρουσιάζεται ώς τις 19 Ιουλίου, και «Ο Ρενουάρ σχεδιαστής», η οποία ολοκληρώνεται στις 5 Ιουλίου.
Η έκθεση «Ο Ρενουάρ και ο έρωτας» επιχειρεί να επανασυστήσει έναν από τους πιο διάσημους ζωγράφους του ιμπρεσιονισμού. Πίσω από τις γνώριμες εικόνες με χορούς, γιορτές, κήπους και περιπάτους, η έκθεση αποκαλύπτει έναν καλλιτέχνη που παρατηρεί με οξύτητα τις νέες μορφές κοινωνικής ζωής στη σύγχρονη πόλη. Ο έρωτας δεν εμφανίζεται ως ρομαντικό ιδεώδες, αλλά ως βλέμμα, συνάντηση, χειρονομία και καθημερινή συνύπαρξη.
Από τα πιο εντυπωσιακά σημεία της έκθεσης είναι η αίθουσα όπου παρουσιάζονται μαζί τρεις μνημειακοί πίνακες με χορούς: «Χορός στην πόλη», «Χορός στην εξοχή» και «Χορός στο Μπουζιβάλ». Πρώτη φορά στην ιστορία της ζωγραφικής ένας καλλιτέχνης αφιερώνει τόσο μεγάλες συνθέσεις αποκλειστικά με θέμα το ζευγάρι που χορεύει, μετατρέποντας μια καθημερινή στιγμή σε μνημειακό θέμα. Οι τρεις πίνακες λειτουργούν σαν διαφορετικές εκδοχές που αφηγούνται την ίδια ιστορία, αναδεικνύοντας την κομψότητα της αστικής ζωής, τη χαλαρότητα της υπαίθρου και τη ζωντάνια της λαϊκής διασκέδασης.
Η δεύτερη έκθεση, «Ο Ρενουάρ σχεδιαστής», αποκαλύπτει μια λιγότερο γνωστή πλευρά του καλλιτέχνη. Τα σχέδια, οι μελέτες, οι ακουαρέλες και τα παστέλ του σπάνια εκτίθενται στο κοινό και παραμένουν σε μεγάλο βαθμό άγνωστα, παρότι ο Ρενουάρ σχεδίαζε αδιάκοπα σε όλη τη διάρκεια της εξηκονταετούς καριέρας του. Εδώ δεν κυριαρχεί το χρώμα αλλά η γραμμή, η αναζήτηση, η δοκιμή. Οι μορφές μοιάζουν να βρίσκονται ακόμη στη διαδικασία της γέννησής τους, αναδεικνύοντας έναν καλλιτέχνη που αμφισβητεί, πειραματίζεται και επανεξετάζει διαρκώς την ίδια του τη ζωγραφική.
Οι δύο εκθέσεις, ιδωμένες μαζί, προτείνουν μια διαφορετική ανάγνωση του Ρενουάρ. Οχι μόνο ως ζωγράφου της ευτυχίας και του φωτός, αλλά ως δημιουργού που αναζητούσε συνεχώς νέους τρόπους για να αποδώσει την ανθρώπινη παρουσία.
Δεν είναι τυχαίο ότι αυτό το διπλό αφιέρωμα στον Ρενουάρ παρουσιάζεται στην επετειακή χρονιά του Ορσέ. Σαράντα χρόνια μετά τα εγκαίνιά του, το μουσείο εξακολουθεί να αφηγείται ιστορίες μεταμορφώσεων· ενός σταθμού που έγινε μουσείο και ενός ζωγράφου που, περισσότερο από έναν αιώνα μετά, συνεχίζει να αποκαλύπτει όψεις πολύ πιο σύνθετες από εκείνες που για χρόνια θεωρούνταν δεδομένες.
* Ιστορικός τέχνης
