Υπάρχουν ειδήσεις που δεν είναι απλώς ειδήσεις. Είναι καμπανάκια. Και υπάρχουν καταστάσεις που, όσο επαναλαμβάνονται, τόσο πιο επικίνδυνες γίνονται, γιατί κινδυνεύουν να θεωρηθούν «κανονικότητα». Αυτό που συμβαίνει στα 39ο και 125ο Νηπιαγωγεία Αθηνών δεν είναι απλώς ένα τεχνικό πρόβλημα. Είναι μια ηθική αποτυχία.
Ο Σύλλογος Εκπαιδευτικών Π.Ε. «Ο Αριστοτέλης» περιγράφει με λόγια σκληρά αλλά αναγκαία μια πραγματικότητα που δεν επιδέχεται ωραιοποίησης: δύο νηπιαγωγεία στεγασμένα σε ένα παλιό νεοκλασικό, το οποίο ακόμη και οι υπηρεσίες του Δήμος Αθηναίων χαρακτηρίζουν «ντροπή της πόλης». Ένα κτίριο ακατάλληλο για μικρά παιδιά: με σκάλες επικίνδυνες, τουαλέτες στον εξωτερικό χώρο, παράθυρα που ανοίγουν στο κενό και –σαν να μην έφταναν όλα αυτά– χωρίς σταθερή θέρμανση και με ηλεκτρικές εγκαταστάσεις που καταρρέουν.
Την περασμένη εβδομάδα, τα παιδιά και οι νηπιαγωγοί βρέθηκαν ξανά στο σκοτάδι. Χωρίς ρεύμα. Χωρίς θέρμανση. Μέσα στον χειμώνα. Και δεν ήταν η πρώτη φορά. Ούτε η δεύτερη. Ήταν άλλη μία υπενθύμιση ότι εδώ και χρόνια παίζουμε ένα επικίνδυνο παιχνίδι με την ασφάλεια παιδιών τεσσάρων και πέντε ετών – και με την ευθύνη των ανθρώπων που τα φροντίζουν καθημερινά.
Το πιο οδυνηρό στοιχείο δεν είναι καν η εγκατάλειψη. Είναι η αδιαφορία που επιμένει, ενώ η λύση υπάρχει και είναι θεσμικά κατοχυρωμένη. Από τον Νοέμβριο του 2020, το Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας έχει αποφασίσει ομόφωνα τη μετεγκατάσταση των νηπιαγωγείων σε οικόπεδο επί των οδών Ηλέκτρας και Ιωαννίνων. Έξι χρόνια μετά, η απόφαση παραμένει γράμμα κενό, ενώ τα «μπαλώματα» συνεχίζονται: πρόχειρες επισκευές, εργολαβίες χωρίς ουσία, ενοίκια για κτίρια που δεν θα έπρεπε ποτέ να στεγάζουν σχολείο.
Και, όπως εύστοχα επισημαίνει η δασκάλα Ντίνα Ρέππα, Πρόεδρος του Συλλόγου Εκπαιδευτικών Π.Ε. «Ο Αριστοτέλης», μέσα σε αυτό το σκηνικό, η ειρωνεία περισσεύει. Τηλεκπαίδευση, προγράμματα, αξιολόγηση, «βελτίωση της παρεχόμενης εκπαίδευσης». Με τι υποδομές; Σε ποια κτίρια; Με ποια στοιχειώδη ασφάλεια; Δεν μπορείς να μιλάς για ποιότητα όταν τα παιδιά κρυώνουν. Δεν μπορείς να μιλάς για καινοτομία όταν οι εκπαιδευτικοί φοβούνται μήπως μια παλιά καλωδίωση προκαλέσει πυρκαγιά.
Αυτή η υπόθεση δεν αφορά μόνο τα συγκεκριμένα νηπιαγωγεία. Αφορά το πώς αντιλαμβανόμαστε τη δημόσια εκπαίδευση. Αν τη βλέπουμε ως κόστος ή ως επένδυση. Αν θεωρούμε αποδεκτό τα σχολεία των πιο φτωχών γειτονιών να ζουν σε μόνιμη επισφάλεια. Αν δεχόμαστε να μεγαλώνουν παιδιά σε χώρους που δεν θα ανεχόμασταν ούτε για γραφεία.
Η φωνή των εκπαιδευτικών δεν είναι υπερβολή. Είναι κραυγή φροντίδας. Δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν το αυτονόητο: ασφαλή, αξιοπρεπή σχολικά κτίρια. Ζητούν να υλοποιηθεί μια απόφαση που έχει ήδη ληφθεί. Ζητούν να πάψει η κοροϊδία.
Γιατί το σχολείο δεν είναι απλώς ένας χώρος μάθησης. Είναι ο πρώτος δημόσιος χώρος που μαθαίνει στο παιδί τι αξίζει. Και όταν αυτός ο χώρος είναι σκοτεινός, παγωμένος και επικίνδυνος, το μάθημα που δίνεται δεν είναι παιδαγωγικό. Είναι βαθιά κοινωνικό – και βαθιά άδικο.
Ίσως ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να συνηθίζουμε τη ντροπή. Και να κάνουμε, επιτέλους, το αυτονόητο.
