Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η κυβέρνηση παρουσιάζει το «πολλαπλό βιβλίο» ως μεγάλη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Μιλά για επιλογή, αυτονομία, αναβάθμιση του σχολείου, εμπιστοσύνη στους εκπαιδευτικούς. Όμως πίσω από τις ωραίες λέξεις κρύβει μια πολύ πιο σκληρή πραγματικότητα: ζητά από τα σχολεία να πάρουν μια σοβαρή παιδαγωγική απόφαση, που θα επηρεάσει άμεσα τη μάθηση των παιδιών, με τη λογική του «τρέξτε να προλάβετε».

Το ΦΕΚ που δημοσιεύτηκε χθες αφορά την επιλογή διδακτικών βιβλίων και διδακτικών πακέτων για το σχολικό έτος 2027-2028. Δεν μιλάμε για βιβλία που θα μπουν τον ερχόμενο Σεπτέμβρη στην τάξη, αλλά για βιβλία που θα συνοδεύσουν αργότερα χιλιάδες μαθητές και μαθήτριες για έναν ολόκληρο σχολικό χρόνο.

Κι όμως, οι προθεσμίες είναι ασφυκτικές. Οι Σύλλογοι Διδασκόντων στην Πρωτοβάθμια πρέπει να συνεδριάσουν έως τις 18 Ιουνίου και στη Δευτεροβάθμια έως τις 29 Ιουνίου. Στη συνέχεια, οι επιλογές πρέπει να καταχωριστούν επίσημα στο πληροφοριακό σύστημα «Ορφέας», την ψηφιακή πλατφόρμα του Υπουργείου για την επιλογή των διδακτικών πακέτων. Η προθεσμία λήγει στις 19 Ιουνίου για την Πρωτοβάθμια και στις 30 Ιουνίου για τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Μέσα σε λίγες εργάσιμες ημέρες από τη δημοσίευση του ΦΕΚ, οι εκπαιδευτικοί πρέπει να μελετήσουν, να συγκρίνουν, να συζητήσουν και να επιλέξουν βιβλία. Δεν πρόκειται για μια απόφαση που αφορά μόνο τους ίδιους. Αφορά πρώτα απ’ όλα τα παιδιά: τι θα έχουν μπροστά τους στο θρανίο, πώς θα προσεγγίσουν τη γνώση, πόσο θα βοηθηθούν ή πόσο θα δυσκολευτούν.

Όμως σχολικό βιβλίο δεν διαλέγεις όπως διαλέγεις χαρτί φωτοτυπικού. Το βιβλίο δεν είναι μια τυπική αγορά, αλλά εργαλείο καθημερινής διδασκαλίας και μάθησης. Επηρεάζει το πώς θα μάθει το παιδί γλώσσα, μαθηματικά, ιστορία, φυσικές επιστήμες. Πρέπει να εξεταστεί η γλώσσα του, η σειρά των κεφαλαίων, οι ασκήσεις, τα παραδείγματα, η σχέση του με το πρόγραμμα σπουδών, η δυνατότητα να βοηθά μαθητές με διαφορετικές ανάγκες, παιδιά που δυσκολεύονται, τάξεις με μεγάλες ανισότητες.

Αν ένα βιβλίο είναι κατανοητό, σωστά δομημένο, παιδαγωγικά λειτουργικό, μπορεί να στηρίξει τον μαθητή και τη μαθήτρια. Αν είναι δύσχρηστο, πρόχειρα επιλεγμένο ή ακατάλληλο για τις πραγματικές ανάγκες της τάξης, μπορεί να κάνει τη μάθηση πιο δύσκολη και να μεγαλώσει τις ανισότητες. Γιατί το παιδί που έχει πίσω του μορφωμένο ή οικονομικά δυνατό οικογενειακό περιβάλλον θα βρει στήριξη από αλλού. Το παιδί όμως που στηρίζεται κυρίως στο δημόσιο σχολείο έχει ανάγκη από το καλύτερο δυνατό βιβλίο.

Το ΦΕΚ προβλέπει ότι οι εκπαιδευτικοί πρέπει να μπουν στην Ψηφιακή Βιβλιοθήκη «Μελίσπη», να δουν τα διαθέσιμα διδακτικά πακέτα και να επιλέξουν. Όμως ένα σχολικό βιβλίο δεν κρίνεται με μια γρήγορη ματιά στην οθόνη. Θέλει χρόνο, σύγκριση, συζήτηση και παιδαγωγική κρίση. Όταν όλα αυτά ζητούνται μέσα σε λίγες ημέρες, στο τέλος της σχολικής χρονιάς, η επιλογή κινδυνεύει να γίνει τυπική καταχώριση και όχι ουσιαστική απόφαση για το τι χρειάζονται πραγματικά οι μαθητές.

Υπάρχει όμως και μια ακόμη αντίφαση. Τα νέα βιβλία συνδέονται με τα νέα Προγράμματα Σπουδών. Δηλαδή οι εκπαιδευτικοί δεν καλούνται απλώς να διαλέξουν ένα καλό βιβλίο, αλλά υλικό που πρέπει να υπηρετεί το νέο πλαίσιο διδασκαλίας και μάθησης. Και εδώ υπάρχει ένα δεύτερο ερώτημα: έχουν όλοι οι εκπαιδευτικοί επιμορφωθεί επαρκώς πάνω σε αυτό το νέο πλαίσιο;

Το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής ανέφερε ότι το έργο SUB.8 είχε αντικείμενο την επιμόρφωση 120.000 εκπαιδευτικών γενικής εκπαίδευσης και 35.000 εκπαιδευτικών ειδικής αγωγής, από το 2024 έως το 2025, με στόχο, μεταξύ άλλων, την ενίσχυση γνώσης σύμφωνα με τα Νέα Προγράμματα Σπουδών και την εξοικείωση με ψηφιακά μαθησιακά αντικείμενα, πολλαπλό βιβλίο και διαδραστικούς πίνακες. Αυτό ήταν ο σχεδιασμός, αλλά δεν έχει παρουσιαστεί δημόσια κάποιος απολογισμός.

Δεν μπορεί το Υπουργείο να ζητά από τους εκπαιδευτικούς να επιλέξουν βιβλία για νέα Προγράμματα Σπουδών, χωρίς να έχει παρουσιάσει καθαρά και δημόσια πόσοι έχουν επιμορφωθεί πάνω σε αυτά. Δεν μπορεί να ζητά υπεύθυνη επιλογή, με άμεση επίπτωση στη μάθηση των παιδιών, χωρίς να έχει διασφαλίσει, και αποδείξει, την αναγκαία προετοιμασία.

Εδώ βρίσκεται η πολλαπλή υποκρισία. Η κυβέρνηση μιλά για αυτονομία, αλλά δεν δίνει χρόνο. Μιλά για επιλογή, αλλά τη στριμώχνει σε λίγες ημέρες. Μιλά για νέα Προγράμματα Σπουδών, αλλά δεν έχει παρουσιάσει πλήρη δημόσια εικόνα της επιμόρφωσης. Μιλά για εμπιστοσύνη στους εκπαιδευτικούς, αλλά τους φορτώνει την ευθύνη μιας απόφασης χωρίς τις αναγκαίες προϋποθέσεις. Και στο τέλος, αυτό το πληρώνουν οι μαθητές και οι μαθήτριες.

Την ιδέα του πολλαπλού βιβλίου η κυβέρνηση την ευτελίζει από την πρώτη στιγμή. Τη μετατρέπει σε κουτάκι που πρέπει να συμπληρωθεί σε μια πλατφόρμα. Αντί να στηρίξει το δημόσιο σχολείο, του πετά άλλη μία ευθύνη. Και αντί να βάλει στο κέντρο το παιδί και τις μορφωτικές του ανάγκες, βάζει στο κέντρο την ταχύτητα της διοικητικής (μήπως και προεκλογικής; ) διεκπεραίωσης.

Μεταρρύθμιση δεν είναι να στήνεις επικοινωνιακές βιτρίνες, να ντύνεις μια βιαστική διαδικασία με ωραίες λέξεις, να τη βαφτίζεις «αυτονομία» και να φορτώνεις στα σχολεία την ευθύνη. Μια σοβαρή μεταρρύθμιση χρειάζεται σχέδιο, χρόνο, υποστήριξη και σεβασμό στους ανθρώπους που θα την εφαρμόσουν, γιατί από τη δική τους ουσιαστική επιλογή κρίνεται τι θα φτάσει τελικά στο θρανίο κάθε παιδιού. Και εδώ η κυβέρνηση κάνει το αντίθετο. Γι’ αυτό το ερώτημα είναι αναπόφευκτο: πρόκειται για πολλαπλό βιβλίο ή για πολλαπλή υποκρισία;

Το ΦΕΚ: