Σας έχει συμβεί να περπατάτε στον δρόμο και ν’ ακούσετε από κάποιο ανοιχτό παράθυρο ένα τραγούδι που θα σας κάνει να σταματήσετε, να σταθείτε εκεί μέχρι να τελειώσει;
Αυτό έπαθα κάποτε περνώντας από μια γειτονιά. Ακουσα από τη φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου τον «Ερωτα Αρχάγγελο», σε μουσική του Χρήστου Λεοντή και στίχους του Δημήτρη Λέντζου.
«Πήρα από τα μάτια σου λίγο μαύρο χρώμα κι έβαψα τα ρούχα μου, μάνα μη με δεις, τη στερνή κουβέντα σου τη θυμάμαι ακόμα, σαν χορεύεις, μου ’λεγες, να ’σαι ο Διγενής». Κάπως έτσι έμαθα για πρώτη φορά για τον σπουδαίο στιχουργό, ποιητή και συγγραφέα Δημήτρη Λέντζο. Τον έψαξα, τον βρήκα και περνώντας τα χρόνια παρακολουθούσα από κοντά την πορεία του.
Οι εκδόσεις «Μετρονόμος» έχουν το σύνολο του έργου του. Διηγήματα, ποιητικές συλλογές και CD με τα τραγούδια του. Μεγάλοι τραγουδιστές, σπουδαίοι συνθέτες και μουσικοί έχουν συνεργαστεί μαζί του.
Τελευταία ασχολείται και με τη συγγραφή θεατρικών κειμένων. Οσοι τον γνωρίζουν από κοντά συγκινούνται από τη σεμνότητα, τον δοτικό του χαρακτήρα, τη μεγάλη του καρδιά, όπως και από τη δυνατή του πένα.

● Δημήτρη, πότε έπιασες τελευταία το μολύβι για να γράψεις ένα ποίημα;
Τελευταία γράφω στον ύπνο μου. Παλιότερα δεν σηκωνόμουν να τα γράψω. Δεν δίνει εντολή αμέσως το μυαλό «πάρε το μολύβι και γράφε». Η εντολή είναι αόριστη. Οπως όταν κρυώνεις και θες μια κουβέρτα πάνω σου αλλά δεν το κάνεις ποτέ, έτσι είναι κι αυτό.
Τώρα όμως σηκώνομαι και γράφω. Εγραψα λοιπόν το «κόκκινα ποδήλατα, σαν πληγές στο χιόνι, τα σημάδια φίλα τα, μαύρο χελιδόνι».
● Το κόκκινο είναι ένα χρώμα που κυλάει, βάφει, πολύ στα γραπτά σου…
Και το μαύρο. Είμαι άνθρωπος του πένθους, στον πολιτισμό μας είναι κυρίαρχο στοιχείο. Δεν υπάρχει πολλή χαρά. Στη ζωή η χαρά είναι το ζητούμενο, στην τέχνη συχνά παρουσιάζεται με ένα γελοίο τρόπο. Ολα τα μεγάλα τραγούδια εμπεριέχουν τη λύπη, μια «ωραία λύπη» λέω συχνά. Ενα δημιουργικό στοιχείο. Η Μεγάλη Βδομάδα είναι για μένα μια μεγάλη ιστορία πένθους.
● Εχεις γράψει το ποίημα «Μεγάλη Παρασκευή» στην τελευταία σου ποιητική συλλογή. «…η Κωνσταντίνα/ από την περιοχή των Καλαβρύτων/κουρασμένη κι αυτή/από των Ερώτων τη βία και τον κάματο/ “σήμερα δεν δουλεύω” του είπε “πενθώ/ θέλω να με πας αγκαζέ στην περιφορά του Επιταφίου”»…
Ναι. Αφορά ένα πραγματικό πρόσωπο, μια γριά πουτάνα που τη γνώρισα όχι ως ενεργή πόρνη αλλά ως τον άνθρωπο που έκανε θελήματα στην αγορά για να βγάλει ένα μεροκάματο να ζήσει. Η Κωνσταντίνα από την Πάτρα. Μ’ άρεσε πού και πού να πίνω κρασί μαζί της.
● Και το κόκκινο χρώμα;
Το κόκκινο δεν το βλέπω μόνο με την επαναστατική του διάσταση, το βλέπω μέσα στον έρωτα. Είναι ακραίο χρώμα. Το αίμα. Το δυσκολότερο χρώμα. Σε όλες τις αποχρώσεις. Εγώ είμαι εκεί που βαθαίνει το κόκκινο… στις πληγές των ανθρώπων.
Οσο για το κόκκινο της Αριστεράς, είναι της μόδας τώρα και γίνεται μια προσπάθεια από κάποιους να απαξιωθεί σαν έννοια. Δεν με βρίσκει σύμφωνο. Για μένα δεν υπάρχει τέχνη εξόν από τη΄φαντασία και την ψυχή. Ούτε επανάσταση.
● Εχει ξεφτίσει το κόκκινο των επαναστάσεων;
Οχι, οι άνθρωποι ξεφτίζουν. Οι ιδέες είναι αρχέγονες. Προέρχονται από μια μεγάλη λέξη, την «ανάγκη». Ο Ευριπίδης λέει κάπου ότι η μεγάλη ιδέα που χαρακτηρίζει τα πάντα στη γη είναι η ανάγκη. Αν ακολουθούσαμε την ανάγκη θα ήμασταν καλύτεροι άνθρωποι.
● Οι ανάγκες τους καθενός όμως είναι διαφορετικές…
Οχι. Αυτό που υπάρχει στη φύση είναι ίδιο για όλους. Εχουμε ανάγκη να ερωτευτούμε, να φάμε, να πιούμε… Δεν μιλώ για τις επίπλαστες καταναλωτικές ανάγκες.
● Μια ιδιότητά σου επί χρόνια ήταν το εμπόριο…
Το εμπόριο δεν έχει καμία αξιοπρέπεια. Εξιλεώνεται μόνο γιατί έχει συμβάλει στην επικοινωνία των λαών, των ηπείρων, των τεχνών. Για μένα ήταν επιλογή επιβίωσης. Αν ήμουν άστεγος θα είχα κερδίσει περισσότερα.
● Περιγράφεις στα γραπτά σου δύσκολες αναμνήσεις και ιστορίες από τις «Μηλιές», το χωριό σου. Καμιά φορά νομίζω ότι έχεις με τον τόπο σου μια σχέση αγάπης και μίσους. Ισχύει αυτό;
Είναι γενικό χαρακτηριστικό όλων μας, νομίζω, να επιστρέφουμε στην παιδική μας ηλικία που είναι η τροφός μας. Στα περισσότερα όνειρα ξαναγυρνάω εκεί. Εχω προβλήματα και πολλά νιτερέσα μ’ αυτή την ηλικία. Και οικογενειακά και οικονομικά.
Ενας λόγος που ασχολήθηκα με το εμπόριο είναι αυτός. Επειδή έχω ζήσει την ακραία φτώχεια, άγρια πράγματα. Είμαι από μια οικογένεια ηττημένων, με θύματα στον εμφύλιο. Ο πατέρας μου έμεινε ανάπηρος. Η μάνα μου και η γιαγιά μου πάλεψαν να μας μεγαλώσουν.
Ολη αυτή η ιστορία με δίδαξε. Βέβαια μου έκανε ένα κακό. Φοβάμαι τη φτώχεια. Ηθελα να έχω ένα ελάχιστο που θα μου έδινε μια αξιοπρέπεια που στη δίνει η οικονομική ελευθερία. Ξέρω ανθρώπους άνεργους που ντρέπονται να πάνε στο σπίτι τους γιατί δεν μπορούν να προσφέρουν τίποτα στην οικογένειά τους.
● Τι σ’ έκανε να γράψεις;
Αισθάνομαι στο σώμα και στο μυαλό αυτήν την επιθυμία να γράψω. Από μικρός. Ημουν ευτυχής γιατί με μεγάλωσε μια γιαγιά, η οποία ήταν αγράμματη, αλλά έφτιαχνε δικά της πράγματα. Δεν ήξερε παραμύθια, έλεγε δικά της με ό,τι υπήρχε δίπλα μας, στον τόπο μας. Κοιμόμασταν συχνά έξω στο δάσος μας με τις άγριες δρυς. Βλέπαμε κατ’ αρχήν τον ουρανό. Στις πόλεις δεν υπάρχει ουρανός, έχει απαλλοτριωθεί.
Οταν τέλειωνε η πραγματικότητα της καθημερινότητας η γιαγιά πήγαινε στο όνειρο χωρίς να σου λέει κάτι. Εφτιαχνε ωραίες ιστορίες για να ξεχνάμε τη φτώχεια. Δεν έλεγε τα άστρα με τα ονόματα που ξέρουμε, έλεγε η «φαμελίτισσα», ο «ξενύχτης».
Από εκεί πήρα τη μαγεία και το κόλπο για να γράψω ποίηση. Ξαπλώναμε κοιτάγαμε τον ουρανό και κατοικούσαμε σε ένα όνειρο.
● Πριν σε γνωρίσω, είχα αναρωτηθεί για το πώς έγραψες τον «Ερωτα Αρχάγγελο» που ερμηνεύει μοναδικά ο Δημήτρης Μητροπάνος…
Το έγραψα για τη μητέρα μου, στο νοσοκομείο, πριν πεθάνει από καρκίνο. Τραγουδούσε ωραία η μάνα μου. Το αγαπημένο της ήταν το «να ’χα νεράντζι να ’ριχνα στο πέρα παραθύρι…». Με τρελαίνουν τα δημοτικά τραγούδια.
Οταν οι Αθηναίοι έχασαν τον πόλεμο στη Σικελία, είχαν οικτρό θάνατο εκεί, ελάχιστοι γύρισαν. Τη γλίτωσαν μονάχα όσοι τραγουδάγανε τα τραγούδια του Ευριπίδη. Ετσι είναι το τραγούδι. Σε γλιτώνει, σε λυτρώνει. Είχα πολύ πόνο τότε.
Αυτό το «Μάνα μη με δεις…» που έγραψα είναι όλο το τραγούδι. Σαν να έλεγα «μάνα μη με δεις τώρα που έχω λυγίσει από τον πόνο και τα έχω βάψει όλα μαύρα».
Πονούσα πολύ. Μόνο μια μάνα μπορεί να πει σε έναν γιο να σταθεί όρθιος. Και το έκανε μέσα από αυτό το τραγούδι, εκεί που μου λέει « τη στερνή κουβέντα σου τη θυμάμαι ακόμα, σαν χορεύεις, μου ’λεγες, να σαι ο Διγενής…»
Το μελοποίησε ο σπουδαίος Χρήστος Λεοντής και το τραγούδησε ο ανεπανάληπτος Δημήτρης Μητροπάνος.
● Ξέρω ανθρώπους που χορεύουν με πάθος αυτό το τραγούδι. Εσύ έχεις χορέψει κανένα τραγούδι σου;
Οχι. Χορεύω μόνο δύο τραγούδια. Το «Ασπρο πουκάμισο φορώ» και το «Βγήκα ψηλά στα διάσελα». Στιχουργικά θεωρώ σπουδαίο το «Πέλαγο είναι βαθύ» και το παραδοσιακό, τον «Λιούλιο», που με τρεις κουβέντες τα λέει όλα.
● Πόσες δισκογραφικές δουλειές έχεις κάνει;
Δέκα ολοκληρωμένες. Δυστυχώς σήμερα δεν υπάρχει δισκογραφία. Μέχρι το ’70 κουμάντο κάνανε οι δημιουργοί. Αυτό δεν βόλευε τις εταιρείες, οι δημιουργοί είναι σκεπτόμενα άτομα. Βάλανε μπροστά στον τραγουδιστή με μεγάλες αφίσες, μεγάλες φωτογραφίες. Αυτό ήθελε το μάνατζμεντ. Τώρα τέλειωσαν όλα και στο διαδίκτυο κάνει ο καθείς ό,τι καταλαβαίνει.
● Και πόσα βιβλία;
Είναι πέντε οι ποιητικές συλλογές, τρεις συλλογές με διηγήματα και δυο βιβλία με παραμύθια. Εχω εκδώσει και δέκα θεατρικά έργα.
● Παρακολούθησα το «Στη σιωπή», ένα πολύ σκληρό έργο σου, με μεγάλη δύναμη…
Αυτή η ιστορία είναι αληθινή. Μάλιστα, όταν ήταν μια μέρα στο ραδιόφωνο ο ηθοποιός που το ερμήνευε, ο Πέτρος Αποστολόπουλος, και μιλούσε, τον άκουσε η γυναίκα ενός από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας και πήρε τηλέφωνο. Στη Λάρισα έγινε, μοιάζει λίγο στην αρχή με την ιστορία του Σιρανό.
Δυο φαντάροι, φίλοι. Ο ένας ήταν σκληρός αυταρχικός και ο άλλος ένας άνθρωπος που ήξερε από ποίηση. Ο «σκληρός» ήταν ερωτευμένος με μια κοπέλα καλού οικογενειακού περιβάλλοντος. Για να την κατακτήσει ζήτησε από τον «ευαίσθητο» φίλο του να γράψει κάποια γράμματα υποτίθεται από αυτόν, για να την συγκινήσει. Πράγμα που έγινε. Ο ερωτευμένος δεν μπορούσε να εκφραστεί κι ο φίλος του ο ποιητής έγινε ο επιστολογράφος. Το έχουμε εμείς οι ποιητές αυτό, δεν ξέρω αν έχουμε επιτυχίες ερωτικές αλλά κάνουμε για επιστολογράφοι!!!
Η κοπέλα τον ερωτεύτηκε και παντρεύτηκαν. Αλλά έτσι όπως ήταν θρασύς αυτός, πάνω στα πέντε χρόνια, σε μια παρέα αποκαλύπτει το μυστικό. Η γυναίκα τον άκουσε κι από τότε δεν του ξαναμίλησε ποτέ. Εζησε μαζί του ώς το τέλος, αλλά δεν του ξαναμίλησε ποτέ… Εζησε η σχέση στη σιωπή. Εκανα μονόλογο τον άντρα. Οι αντιδράσεις των γυναικών που είδαν την παράσταση μου έκαναν μεγάλη εντύπωση. Δάκρυζαν, κλαίγανε, μου έλεγαν κρυφά ότι κατά περιόδους σιωπούσαν για να τιμωρήσουν τους άνδρες τους και ότι μίλησε πολύ βαθιά στην ψυχή τους αυτό το έργο.
● Η σιωπή όμως εκτός από όπλο είναι και σύμπτωμα της εποχής μας και πολλές φορές αυτοκαταστροφικό…
Η σιωπή είναι ο προθάλαμος μιας μεγάλης επιδημίας που σαρώνει όλο τον κόσμο, της κατάθλιψης. Μια τεράστια σιωπή που ζούμε όλοι μέσα σ’ αυτήν. Στην κρίση είναι ένα στοιχείο πολύ δυνατό. Δεν μιλάει ο κόσμος, δεν επικοινωνεί, δεν γίνονται παρέες. Παλιά φέρνανε την αστυνομία οι γείτονες για τα γλέντια που κάναμε στα σπίτια. Τώρα; Ποια αστυνομία να φέρεις σε κλειστά σπίτια.
● Εχεις γράψει «στη σάλα ο έρωτας κι ο θάνατος στο χολ», πάνε μαζί αυτά τα δύο;
Είναι τόσο κοντά αυτές οι δύο καταστάσεις. Θα μπορούσαν να είναι δίδυμα αδέρφια. Σαν τον Ερωτα με τον Αντέρωτα. Ο Αντέρωτας γιορταζόταν στην αρχαία Ιλιδα, την Ολυμπία από όπου κατάγομαι. Εκεί είχαν δυο μεγάλες γιορτές, ο Αδης κι ο Αντέρως. Ο Αντέρως είχε μαύρα μαλλιά, πεσμένα φτερά, είναι ο έρωτας ο «βασανιάρης», ο ανεπίδοτος. Μ’ έχει απασχολήσει αυτός ο μυθικός θεός, όλοι οι μεγάλοι έρωτες ανήκουν στον Αντέρωτα. Δεν ζούμε με τους ανθρώπους που αγαπήσαμε τρελά. Τους χάσαμε. Τους πήρε ο Αντέρωτας. Εγραψα πρόσφατα γι’ αυτό «Αχ Ερωτα, Αντέρωτα, ποιος μου χει κάνει μάγια και ψάχνω στον Αχέροντα αγάπες στα ναυάγια…»
● Κάποτε ο έρωτας ήταν υπόθεση αφής τώρα είναι υπόθεση εικόνας. Μήπως πρέπει να εφεύρουμε μια άλλη λέξη για να τον περιγράψουμε;
Το φέισμπουκ και το διαδίκτυο είναι για ηλικιωμένους εραστές. Δεν διαβιώ εκεί. Ο έρωτας θα βρει τον δρόμο. Είναι σαν το νερό. Το νερό δεν μπορείς να το κλείσεις πουθενά. Θα βρει το ρέμα για να περπατήσει ο έρωτας. Και θα βρει κι εμάς. Εμείς έχουμε μπαζώσει τα ερωτικά ρέματα, έχουμε βάλει εμπόδια.
● Θυμάμαι μου είχες πει κάποτε ότι ο Ρίτσος σε ένα τηλεφώνημά του σου είχε πει να έχεις ύφος τετρακοσίων καρδιναλίων όταν διαβάζεις τα ποιήματά σου…
Ο Ρίτσος είχε την αντίληψη ότι και ο ποιητής και ο συγγραφέας πρέπει να ζει από το έργο του. Είναι πολύ ωραίο να τρως ψωμί από τον κόπο σου. Μου ’χε πει όταν του διάβασα κακά ένα ποίημα: «Δημήτρη, όταν διαβάζεις ή παρουσιάζεις κάτι δικό σου θα παίρνεις ύφος τετρακοσίων καρδιναλίων γιατί, ό,τι και να είναι, είναι κάτι δικό σου και πρέπει να το υποστηρίζεις».
● Μια από τις ωραιότερες συλλογές διηγημάτων σου έχει τίτλο «Λαμά Σαβαχθανί». Ποια είναι η σχέση σου με τον Θεό;
Δεν είμαι ένθεος. Στην επαρχία όμως ήταν έντονη η παρουσία της εκκλησίας. Ολη τη μουσική την ακούγαμε από τα πανηγύρια στις θρησκευτικές γιορτές και μ’ άρεσαν πολύ τα ευαγγελικά κείμενα και το τελετουργικό. Δεν μπορούμε να υποκρινόμαστε, είναι ένας πολιτισμός για μας.
● Πού αναζητάς δύναμη;
Μέσα μου και στους άλλους, τους φίλους. Οχι τους γνωστούς, μην μπερδευόμαστε, τους φίλους. Την παρέα μας.
● Κλείνοντας τα μάτια και βλέποντας την πορεία σου ποιες είναι εκείνες οι στιγμές που θα έβαζες κουκκίδες-σταθμούς όπου ένιωσες χαρά;
Στα τραγούδια μου. Είναι γλυκός χουρμάς το τραγούδι, λέγανε οι Βαβυλώνιοι. Το να τα τραγουδάει ο κόσμος. Λίγα πράγματα μπορούν να «κουβαλήσουν» όσοι ξεριζώνονται από τον τόπο τους κι ένα από αυτά είναι τα τραγούδια τους. Ενιωσα μια φορά μεγάλη χαρά, όταν σε έναν δρόμο, πέρασε μπροστά μου ένας ταξιτζής και είχε δυνατά στο ραδιόφωνο τον «Ερωτα Αρχάγγελο». Και στο διαδίκτυο όταν έγραψε ένας καρκινοπαθής ότι άκουγε συνεχώς αυτό τραγούδι και του δίνει δύναμη. Οπως και όταν κάποιοι ερωτευμένοι μού λένε για το «Αμάρτημα προπατορικό».
● Από την τελευταία σου συνεργασία με τον Χρήστο Λεοντή, το CD «Φλόγα που καίει» που περιέχει 13 τραγούδια με στίχους δικούς σου, υπάρχει ένα, το «Κάτασπρο Γιασεμί», που με συγκινεί πολύ. Ο τρόπος που μιλάς δηλαδή για τα μικρά προσφυγόπουλα…
Το έγραψα πάνω στη μουσική του Χρήστου Λεοντή, ήταν για μια ταινία. Ηθελα να γράψω για τους πρόσφυγες. Δεν ήθελα όμως να φωνάξω. Ούτε πολιτική ήθελα να κάνω. Οταν το έγραψα δεν μπορούσα να μιλήσω. Λέει «φέξε μου φεγγαράκι, σ’ όλη τη γη πονώ, είσαι κι εσύ ένα προσφυγάκι, ψηλά στον ουρανό». Ηθελα να εκφράσω τη μεγάλη μοναξιά του πρόσφυγα, αλλά και όλων των «μόνων». Ολοι οι άνθρωποι στις μεγάλες στιγμές είναι μόνοι, όπως στον θάνατο και στον μεγάλο έρωτα…
