Καλή χρονιά να έχουμε, από την αρχή. Γιατί, άμα την ευχηθούμε στο τέλος (του χρονογραφήματος), ουδείς δύναται να προβλέψει τι μπορεί να έχει συμβεί μέχρι τότε. Καθώς, όσα φέρνει η ώρα, δεν τα φέρνει ο χρόνος (παροιμία που, ομολογώ, ποτέ δεν κατάλαβα). Διότι, με το νέο έτος, λέει, στο Ασφαλιστικό αυξάνεται το ηλικιακό όριο κατά έξι μήνες. Ενώ, όσοι μετρούσαν το 2010 7.500 ημέρες ασφάλισης στα βαρέα και ανθυγιεινά (κι εγώ είχα τέτοια, από νέος, κάτι οικοδομικά, αλλά ήταν καταχωνιασμένα σε βαρέα και ανθυγιεινά υπόγεια και τα ’φαγαν τα τρωκτικά της γραφειοκρατίας), «φορτώθηκαν» δεκαετία παραπανίσιας εργασίας! Αρα, όσα έφερε ο χρόνος, τα σάρωσε η (κακιά) ώρα στο άψε-σβήσε.
Διότι ο μποναμάς, αρχικά, ήταν καλό πράγμα (από το ιταλικό bona mano = καλό χέρι, δηλαδή ευγενής χειρονομία): δώρο που το έδινες με την ψυχή σου, χωρίς αντάλλαγμα. Με τα χρόνια εξέπεσε και με προσθήκη ενός ύψιλον (μπουναμάς) έφτασε να μας βγάζει την ψυχή: «μπουναμάς της ΔΕΗ», «της εφορίας», «του ΕΝΦΙΑ»… Γι’ αυτό, κάθε φορά που διαβάζω ή ακούω –όλο και συχνότερα– για «τρύπες στις εισπράξεις», γελάω πικρά, γιατί ξέρω… εκ της προδικασίας σε ποιους θα σταλούν οι «μπουναμάδες» να κλείσουν τις «τρύπες».
Τα έγραφε όμως καλύτερα ο Ροΐδης, τον προπερασμένο αιώνα: «Ως οι Ινδοί εις φυλάς, ούτω και οι Ελληνες διαιρούνται εις τρεις κατηγορίας: α) Εις συμπολιτευομένους, ήτοι έχοντας κοχλιάριον να βυθίζωσιν εις την χύτραν του προϋπολογισμού. β) Εις αντιπολιτευομένους, ήτοι μη έχοντας κοχλιάριον και ζητούντας εν παντί τρόπω να λάβωσι τοιούτον. γ) Εις εργαζομένους, ήτοι ούτε έχοντας κοχλιάριον ούτε ζητούντας, αλλ’ επιφορτισμένους να γεμίζωσι την χύτραν διά του ιδρώτος των».
Καλή χρονιά και πάλι, από μία χρονιά που βγήκε με ένα συνταρακτικό ναυάγιο, σε μία που μπαίνει με εκλογές που πασχίζουν να τις μασκαρέψουν συναρπαστικές!
