Η επιστροφή στην πολιτική, έστω ενός τμήματος, της πλειοψηφίας των πολιτών που συστηματικά απέχει από αυτήν δεν προϋποθέτει μόνο τη γέννηση ενός «νέου» πολιτικού λόγου που να δημιουργεί μια γνωστική ανατροπή της κυρίαρχης πολιτικής κοσμοθεώρησης που έχει απωθήσει τους περισσότερους πολίτες· δεν απαιτείται μονάχα να είναι ικανός να παραγάγει έναν νέο κοινό νου που να εμπεριέχει τα πολλά και σιωπηρά, συχνά συγκεχυμένα, βιώματα δυσφορίας και οδύνης που μοιράζονται από κοινού πολλοί πολίτες, βοηθώντας τους να δημιουργήσουν ως ομάδα μια ενωτική έκφραση των εμπειριών αυτών και μια συλλογική κινητοποίηση για την επίλυσή τους.
Ενας τέτοιος πολιτικός λόγος, όσο αναγκαίος κι αν είναι, δεν αρκεί αφ’ εαυτού για να εξασφαλίσει την αναγνώριση και την αποτελεσματικότητά του. Αυτές προϋποθέτουν τη διαλεκτική συνάρθρωση μιας πολιτικής γλώσσας που προσδίδει υπόσταση, νομιμοποίηση και φωνή στην κοινωνική ομάδα προς την οποία απευθύνεται, με τις ιδιότητες και τη θέση των πολιτικών που της παρέχουν κύρος και συμβολική ισχύ.
Σήμερα, υιοθετώντας μια μορφή απολιτικοποιημένη, ουδετεροποιημένη, πολιτικο-τεχνικοκρατιστικο-οικονομιστική, υποστηριζόμενη από ένα προσχηματικό ήθος παρεμβατικής ευπρέπειας και κόσμιας ριζοσπαστικότητας και από μια ρητορική πλαστής ουδετερότητας, η πολιτική γλώσσα έχει χρεοκοπήσει. Πρόκειται για μια εξωραϊσμένη και εξωραϊστική γλώσσα, η οποία έχει παγιωθεί ως συνήθεια και αναπαράγει τη συνήθεια· μια γλώσσα που, υπό το προσωπείο της καθολικότητας, απογυμνώνει τα πράγματα από την πραγματικότητά τους και εγκαθιδρύει μια αποστασιοποιημένη σχέση με τον κόσμο, απαλλάσσοντας τον ομιλητή από την ανάγκη να αναστοχάζεται το περιεχόμενο των λόγων του. Απέναντι σε αυτή την πολιτική συνθήκη υπάρχει μια πελώρια σιωπηλή ζήτηση για μια γλώσσα που δεν θα μοιάζει καθόλου με την ξύλινη τεχνοκρατική γλώσσα των συμβούλων πολιτικής επικοινωνίας· με αυτή που επικυρώνεται με τα γλωσσικά επιχρίσματα της (κομματικο-πανεπιστημιακής) διανόησης η οποία, διψώντας για εξουσία, προμηθεύει τους πολιτικούς που διψούν για ιδέες, και το «λόγιο» λεξιλόγιό τους με νέες λέξεις (βλ. «αφήγημα»), ικανές να παράγουν αυτό το είδος εξωπραγματικότητας και σύγχυσης που είναι απολύτως απαραίτητες για τις ανάγκες των προκατασκευασμένων πολιτικών σκέψεων και ομιλιών.
Στην προεκλογική περίοδο στην οποία έχουμε υπεισέλθει, με ό,τι έως τώρα έχει φανεί από τα κομματικά επιτελεία, μια τέτοια γλώσσα συνεχίζει να απουσιάζει.
Ολα δείχνουν ότι η διαμεσολάβηση των επαγγελματιών παραγωγών πολιτικού λόγου ανάμεσα στη βιωμένη εμπειρία των πολιτών και την πολιτική της έκφραση θα εξακολουθήσει να αφήνει τους κοινωνικά ασθενέστερους έρμαια των λόγων που τους επιβάλλονται. Η κυρίαρχη πολιτική γλώσσα θα συνεχίσει να απαξιώνει τις αυθόρμητες μορφές πολιτικής έκφρασης, ιδιαίτερα εκείνες των κυριαρχούμενων, οικονομικά και πολιτισμικά, κοινωνικών ομάδων, μη αφήνοντάς τους άλλη δυνατότητα πέρα από τη σιωπή ή την υιοθέτηση ενός δανεικού λόγου· πρόκειται για αυτόν τον λόγο που διακρίνεται αμέσως από το γεγονός πως δεν υπακούει ούτε στη λογική της λαϊκής εμπειρίας ούτε σε εκείνη της τυπικής πολιτικής έκφρασης, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να μεταδώσει το αληθινά βιωμένο, αποξενώνοντας τον ομιλητή από την ίδια την εμπειρία που υποτίθεται ότι εκφράζει. Και όλα, πράγματι, συνηγορούν στο ότι η ήδη ασταθής σχέση ανάμεσα στην ατομική ή συλλογική εμπειρία και την πολιτική της διατύπωση θα ενταθεί περαιτέρω από τους μηχανισμούς νομιμοποίησης και λογοκρισίας που συνοδεύουν την επιβολή της κυρίαρχης πολιτικής γλώσσας ως της μοναδικά έγκυρης μορφής έκφρασης της πολιτικής γνώμης.
Αν ό,τι προηγείται είναι ακριβές, τότε ο κομματικός πολιτικάντικος κατακερματισμός και η μεγάλη και συστηματικά αυξανόμενη πολιτική απάθεια και αποχή των πολιτών από την πολιτική, αιτίες και συνέπειες της βαθιάς κρίσης εκπροσώπησης και απομάγευσης της πολιτικής, θα συνεχίσουν να αναπαράγουν τη σιωπηλή και παραγνωρισμένη ζήτηση για την ύπαρξη ενός νέου πολιτικού λόγου ικανού να εκμεταλλευτεί τη δυνατότητα να αλλαχθεί ο κοινωνικός κόσμος αλλάζοντας την παράσταση που έχουμε για αυτόν, με όχημα, μεταξύ άλλων, μια γλώσσα που να καθιστά δυνατή την πίστη σε αυτή την παράσταση.
●Καθ. Κοινωνιολογίας Πανεπιστήμιο Αθηνών
