Τρία πράγματα έχω διαπιστώσει ώς εδώ και προτού βγει η «Φόνισσα» στις κινηματογραφικές αίθουσες για την, και σκηνοθέτρια πλέον, σκηνογράφο και ενδυματολόγο Εύα Νάθενα: α) Τη διακριτική της παρουσία σε δημόσιες εκδηλώσεις παρουσίασης παραστάσεων και ταινιών στις οποίες είχε συμβάλει. Ποτέ δεν μου φάνηκε ότι κουβαλούσε την αγωνία της αυτοπροβολής όσο καλό κι αν ήταν το αποτέλεσμα της δημιουργίας της. β) Το γεγονός ότι τόσα χρόνια ακούγονται κυρίως εξυμνητικά σχόλια για τη δουλειά της κι από το πιο εμπορικό ή και κοσμικό κομμάτι του χώρου της κι από το πιο off Broadway ή καλλιτεχνικά ταγμένο. γ) Σε όλες τις δημόσιες εμφανίσεις της ήταν πάντα εξαιρετικά καλοντυμένη. Μα –θα πεις– τρελάθηκες; Οχι – και δεν μιλώ με όρους… περιοδικού μόδας. Μιλώ με τους όρους μιας προσωπικής αισθητικής που δεν κραυγάζει, αλλά ταυτόχρονα δίνει πληροφορίες για την προσωπικότητα. Εν προκειμένω οι πληροφορίες παραπέμπουν σε μινιμαλισμό, ωραίες φόρμες γεωμετρικά ισορροπημένες, στην ομορφιά της λιτότητας, της κομψότητας, της σωστής χρήσης χρωμάτων και αξεσουάρ, της επιθυμίας κάτι να μην περνάει απαρατήρητο αλλά και να μην επιβάλλει κραυγαλέα την παρουσία του. Μοιάζει σαν να περιγράφουμε και τη δουλειά της στη σκηνογραφία ή την ενδυματολογία. Μα πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς; Η Νάθενα είναι το καλλιτεχνικό της αποτύπωμα – και αντιστρόφως.
Ως προς τις διαπιστώσεις, αυτή, ότι ποτέ δεν φαίνεται να προτάσσεται η αγωνία να φανεί η η ίδια παράλληλα με το έργο της, μας τη μετέφεραν κι όσοι είχαν το προνόμιο να δουν ήδη την κινηματογραφική μεταφορά του αριστουργήματος του Παπαδιαμάντη που σκηνοθέτησε η Νάθενα στην πρώτη της τέτοιας κλίμακας απόπειρα – έχει προηγηθεί μια διαφορετικής στόχευσης ταινία που, βασισμένη στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, γυρίστηκε στις Φυλακές του Αυλώνα ως επιστέγασμα της μαθητείας κρατουμένων αγοριών 18-21 ετών στο εργαστήριο που οργάνωσε εντός του σχολείου που διευθύνει εκεί ο Πέτρος Δαμιανός. Στην τωρινή της δουλειά υπάρχει βέβαια η, δυσεύρετη στο ελληνικό σινεμά, άνεση του μεγάλου budget και μιας dream team συνεργατών και ηθοποιών – προεξάρχουσας της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη. Υπάρχει όμως και ό,τι είχαμε μάθει ως σφραγίδα της Νάθενα στη σκηνογραφία και την ενδυματολογία.
Γεννημένη στην Κρήτη, μέλος μιας παραδοσιακής οικογένειας, η Νάθενα έχει άλλα τέσσερα αδέλφια αλλά είναι η μόνη που είχε από μικρή καλλιτεχνική κλίση. Ζωγράφιζε διαρκώς, μεγαλύτερη έκανε κλασικό τραγούδι και ήταν μέλος της Μικτής, Παιδικής & Νεανικής Χορωδίας Ηρακλείου. Η καλλιτεχνική της αφοσίωση έπεισε τους δικούς της να συγκατανεύσουν στην επιθυμία της να δώσει εξετάσεις στην ΑΣΚΤ. Πέρασε με την πρώτη, παρακολούθησε μαθήματα από τον Χρόνη Μπότσογλου (ζωγραφική) και τον Γιώργο Ζιάκα (σκηνογραφία), ανακάλυψε πως η σκηνογραφία τη γοητεύει περισσότερο κι εκεί στράφηκε από φοιτήτρια. Ετσι, γνώρισε τον Διονύση Φωτόπουλο και εργάστηκε ως βοηθός του, παίρνοντας το βάπτισμα του πυρός με τους καλύτερους όρους στο «Ακροπόλ» του Παντελή Βούλγαρη.
Το 2003 ήταν μια χρονιά-ορόσημο για την ίδια, αφού ανέλαβε να κάνει τα κοστούμια για τις σινεφίλ «Θεατρίνες» του Παναγιώτη Πορτοκαλάκη (με πλοκή που εκτυλίσσεται στο Βυζάντιο, εξαιρετικό καστ και παραγωγό τον γνωστό Κώστα Λαμπρόπουλο, μετέπειτα σύζυγό της) καθώς και για το, ενόψει Ολυμπιακών Αγώνων, «Ολα γύρω είναι φως» του Κώστα Γαβρά στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης. Για τη δουλειά της στις «Θεατρίνες» πήρε το πρώτο της Κρατικό Βραβείο Ενδυματολογίας. Θα ακολουθούσαν ακόμα δύο: για τις «Νύφες» (2004) του Παντελή Βούλγαρη, τεράστια παραγωγή, με 3.500 κοστούμια, και για την «Uranya» (2006) του Κώστα Καπάκα με φόντο την ελληνική επαρχία το καλοκαίρι του 1969.
Παράλληλα εξελίσσονταν οι θεατρικές συνεργασίες της για παραστάσεις (συμπεριλαμβανομένου του αρχαίου δράματος) και σκηνοθέτες όπως οι Κ. Αρβανιτάκης, Β. Θεοδωρόπουλος, Γ. Κακλέας, Δ. Καµαρωτός, Γ. Κιµούλης, Δ. Κουρτάκης, Δ. Λιγνάδης, Σ. Λιβαθινός, Μ. Λυµπεροπούλου, Μ. Μαρµαρινός, Ν. Μαστοράκης, Δ. Μαυρίκιος, Γ. Μιχαηλίδης, Ρ. Πατεράκη κ.ά. και για φορείς όπως το Εθνικό Θέατρο, το ΚΘΒΕ, η Λυρική κ.ά.
Συνεργασίες συνέχισε να κάνει και στο σινεμά, καταμετρώντας ώς εδώ συνολικά 19 ταινίες κι ανάμεσά τους και τις «Πρώτη φορά νονός» (2007) της Ο. Μαλέα, «Το γάλα» του Γ. Σιούγα (2011, κινηματογραφική μεταφορά του έργου του Β. Κατσικονούρη), «Νοτιάς» του Τ. Μπουλμέτη (2016) κ.ά. Την τελευταία δεκαετία, έχει επιμεληθεί ακόμα και εκθέσεις όπως «Ολυµπιακοί Αγώνες 1896 – Οι ιστορικές φωτογραφίες του Αλµπερτ Μάγιερ από τις Συλλογές του Μουσείου Μπενάκη με το βλέμμα της Εύας Νάθενα» (2016).
Η σχέση της με τη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη ήταν μια δημιουργική εμμονή χρόνων: την πρωτοδιάβασε μικρή και τρόμαξε, ξανά στα 18 όταν συνειδητοποίησε ότι «δεν τη διαβάζω αλλά με διαβάζει» (από συνέντευξή της στο περιοδικό «Bovary») και το 2010 σκέφτηκε να την κάνει ταινία. Οταν η σκέψη άρχισε να σχηματοποιείται, καταλυτικό ρόλο έπαιξαν τα όσα έγραφε ο Ελύτης στο βιβλίο «Η μαγεία του Παπαδιαμάντη». Εξαρχής αποφάσισε ότι στον ρόλο της «Φραγκογιαννούς» θα είναι η Καραμπέτη όπως και ότι τη μουσική θα γράψει ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, ο πρώτος που την είχε παρακινήσει να κάνει το όνειρό της πραγματικότητα. «Εβαλα», λέει σήμερα η Νάθενα, «τις δύο τέχνες μου, την εικαστική και τη μουσική, πυλώνες σε ό,τι ακολούθησε». Δεν είναι τυχαίο ότι η ταινία ξεκινάει με τους στίχους ενός παραδοσιακού τραγουδιού: «Από τούτα τα παιδιά [τα αγόρια]/ να ’χα καμιά δεκαριά/ και τις τσούπρες τις κακές/ ρίξ’ τες στις φραγοσυκιές». Αλλά για να τα αξιοποιήσεις όλα αυτά πρέπει και να τα περιέχεις.
Γιατί την επιλέξαμε
Διότι η πρώτη της τέτοιας κλίμακας απόπειρα στην κινηματογραφική σκηνοθεσία για τη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη είναι, από ό,τι είπαν κριτικοί και κοινό που είδαν ήδη την ταινία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, σίγουρα επιτυχημένη.
