Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Κωνσταντίνος Τζαβέλλας δεν ανήκει στην κατηγορία των δικαστικών λειτουργών που έγιναν γνωστοί από μια εμβληματική δίκη ή από μια ηχηρή σύγκρουση με την εξουσία.

Αντιθέτως, η διαδρομή του μοιάζει να συμπυκνώνει ένα διαφορετικό μοντέλο δικαστικού παράγοντα, εκείνου που κινείται αθόρυβα στους πιο κλειστούς διαδρόμους του κρατικού μηχανισμού, χτίζοντας ισχύ όχι μέσα από τη δημόσια έκθεση αλλά μέσα από την εισαγγελική ιεραρχία και τον σκληρό πυρήνα του δικαστικού συστήματος.

Σε αυτή την πορεία του, ανέλαβε αγόγγυστα όποια αποστολή τού ανατέθηκε, όσο αντιδημοφιλής κι αν ήταν αυτή.

Γεννημένος στην Αθήνα το 1959, γιος του εισαγγελέα Εφετών Βασιλείου Τζαβέλλα, μεγάλωσε ουσιαστικά μέσα στο περιβάλλον της δικαστικής εξουσίας. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή Αθηνών το 1981 και εισήλθε στο εισαγγελικό σώμα το 1991. Από νωρίς ακολούθησε τη διαδρομή του θεσμικού εισαγγελέα καριέρας και όχι του δημόσιου ανακριτή που συγκρούεται με οικονομικά ή πολιτικά συμφέροντα. Υπηρέτησε σε Εισαγγελίες όπως Αθηνών, Ροδόπης, Χαλκίδας, Πατρών και Εφετών Αθηνών, έγινε αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου το 2023 και εισαγγελέας του Αρείου Πάγου το 2025.

Στο δικαστικό σώμα θεωρείται πρόσωπο με ισχυρή θεσμική παρουσία και σχετικά «παραδοσιακή» αντίληψη για τον ρόλο της Εισαγγελίας, έχει διατελέσει και πρόεδρος της Ενωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, ενώ για ένα διάστημα ήταν και εκπρόσωπος Τύπου της Εισαγγελίας, εδραιώνοντας έτσι την επιρροή του στο εσωτερικό του δικαστικού σώματος. Γνωστές ήταν και οι σχέσεις του με τον Ισίδωρο Ντογιάκο.

Το 2012 τοποθετήθηκε εποπτεύων εισαγγελέας της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας. Ηταν η περίοδος κατά την οποία το ελληνικό κράτος επιχειρούσε να επαναχαράξει το δόγμα εσωτερικής ασφάλειας μετά τη δράση οργανώσεων όπως η «Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς» και ο «Επαναστατικός Αγώνας».

Η δημόσια εικόνα του, ωστόσο, δεν διαμορφώθηκε μόνο από τις θεσμικές του θέσεις, αλλά και από μια συγκεκριμένη αντίληψη περί «τάξης» και ποινικής αυστηρότητας.

Ως εισαγγελέας Εφετών είχε κατηγορηθεί για ιδιαίτερα σκληρή στάση σε υποθέσεις με κοινωνικό χαρακτήρα. Χαρακτηριστική ήταν η υπόθεση (για την οποία κατατέθηκε και επίσημη καταγγελία στον Αρειο Πάγο) τοξικοεξαρτημένης κατηγορούμενης, στην οποία δικαστήριο είχε χορηγήσει αναστολή εκτέλεσης ποινής, αναγνωρίζοντας ότι η φυλάκισή της θα διέκοπτε το πρόγραμμα απεξάρτησης και θα κατέστρεφε κάθε πιθανότητα κοινωνικής επανένταξης. Ηταν ο Κ. Τζαβέλλας που απέρριψε τη χορήγηση αναστολής, σε μια απόφαση που έδειξε κοινωνική αναλγησία.

Η ίδια αντίληψη επανεμφανίστηκε και πολύ αργότερα, στις αγροτικές κινητοποιήσεις του 2025, όταν ως εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζήτησε την άσκηση ποινικών διώξεων σε όσους παρακωλύουν τις συγκοινωνίες μέσω μπλόκων και αποκλεισμών δρόμων. Για πολλούς ήταν ακόμα μία ένδειξη ότι αντιμετωπίζει τις κοινωνικές συγκρούσεις πρωτίστως ως πρόβλημα δημόσιας τάξης και λιγότερο ως πολιτικό ή κοινωνικό φαινόμενο.

Αποκαλυπτική για το δικαστικό του αποτύπωμα ήταν όμως η στάση του στην υπόθεση του εγκλήματος των Τεμπών καθώς ως εισαγγελέας του Αρείου Πάγου παρενέβη δημόσια για να στηρίξει τις εισαγγελικές αποφάσεις σχετικά με τις εκταφές θυμάτων και να υπερασπιστεί την απόρριψη αιτημάτων συγγενών για αποστολή δειγμάτων σε εργαστήρια του εξωτερικού. Η πολυσέλιδη ανακοίνωσή του, γεμάτη παραπομπές στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και λεπτομερείς νομικές αναφορές, έδωσε την εικόνα ενός δικαστικού λειτουργού που αντιλαμβάνεται τη νομιμότητα κυρίως ως τυπική διαδικασία και όχι ως ανάγκη αποκατάστασης κοινωνικής εμπιστοσύνης σε μια υπόθεση που συγκλόνισε τη χώρα.

Η κορύφωση, πάντως, της δημόσιας παρουσίας του ήρθε με το σκάνδαλο των υποκλοπών, το οποίο έσπευσε λίγο καιρό πριν να αρχειοθετήσει, αδιαφορώντας για την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου και τα νέα στοιχεία που είχαν αποκαλυφθεί. Μάλιστα η κίνηση αυτή είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς ως εποπτεύων εισαγγελέας της ΕΥΠ την περίοδο 2019-2020 υπέγραφε διατάξεις νόμιμης επισύνδεσης. Σύμφωνα με δημοσίευμα του in.gr, ο ίδιος είχε υπογράψει συνολικά έντεκα διατάξεις παρακολούθησης προσώπων που στη συνέχεια διαπιστώθηκε ότι βρίσκονταν παράλληλα στο στόχαστρο του παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού Predator. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται πολιτικά πρόσωπα, κρατικοί αξιωματούχοι, δημοσιογράφοι και επιχειρηματίες, όπως ο Κωστής Χατζηδάκης, ο Γιώργος Μυλωνάκης, ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης και ο οικονομικός εισαγγελέας Χρήστος Μπαρδάκης.

Οι αντιδράσεις του νομικού κόσμου ήταν έντονες, με τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθήνας να ζητά επίσημα την παραίτησή του, κάνοντας λόγο για αποτυχία εκπλήρωσης του θεσμικού του ρόλου, ενώ συνήγοροι θυμάτων των παρακολουθήσεων υποστηρίζουν ότι «ο ελεγχόμενος επέλεξε να ασκήσει τα καθήκοντα του ελεγκτή», θέτοντας ζήτημα θεσμικής σύγκρουσης και αξιοπιστίας της δικαστικής διερεύνησης.

Μόλις λίγες ημέρες πριν, ο Κωνσταντίνος Τζαβέλλας αρνήθηκε να προσέλθει στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής για να δώσει εξηγήσεις για το εν λόγω σκάνδαλο, επικαλούμενος λόγους συνταγματικής τάξης και διάκρισης των εξουσιών. Σε επιστολή του μάλιστα υποστήριξε ότι, σύμφωνα με το Σύνταγμα και πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου, δεν νοείται ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου να λογοδοτεί στη Βουλή.

Την υπογραφή του, όμως, βρίσκουμε και στη χθεσινή παραγγελία εξέτασης του δικαστικού βουλεύματος με το οποίο αποφυλακίζεται ύστερα από 24 χρόνια ο καταδικασμένος για την υπόθεση της «17 Νοέμβρη», Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, προκειμένου να αξιολογηθεί το ενδεχόμενο αναίρεσής του. Δεν άργησε ούτε μία ώρα…

Γιατί τoν επιλέξαμε

Η στάση του στο σκάνδαλο των υποκλοπών προκάλεσε σφοδρή και εύλογη δημόσια κριτική. Τελευταία πρόκληση, η άρνησή του να λογοδοτήσει στην εθνική αντιπροσωπεία.