Γιατί ηττήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ, σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαψεύσει ακόμη και τις πλέον αρνητικές δημοσκοπήσεις προεκλογικά; Ελυσε η Ν.Δ. τα κοινωνικά προβλήματα του ελληνικού λαού, βελτιώθηκε το ΕΣΥ, σταμάτησε το brain drain, δεν αποκάλυψαν τα Τέμπη για μια ακόμη φορά τον βαθμό διάλυσης του επιτελικού κράτους, τι συνέβη τελικά και επιδοκιμάστηκε εκλογικά η Ν.Δ.;
Η άποψή μου είναι ότι ο πολιτικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν διακριτός έναντι της πολιτικής της Ν.Δ. Αντιπολιτεύτηκε ασκώντας διαρκώς κριτική στην κυβέρνηση για την επάρκεια της πολιτικής της, δηλαδή ότι τα μέτρα και η πολιτική που ασκούσε σε κάθε περίπτωση ήταν ανεπαρκή και ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση θα λάμβανε αποτελεσματικότερα μέτρα.
Υιοθέτησε με άλλα λόγια την πολιτική της Ν.Δ. αμφισβητώντας την αποτελεσματικότητά της. Πλειοδότησε στην ίδια πολιτική κατεύθυνση και δεν ήλθε σε ρήξη προβάλλοντας τα χαρακτηριστικά μιας σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής. Θεώρησε ότι με το 31,53% των εκλογών του 2019 αποτελούσε εξ ορισμού την κυρίαρχη δύναμη της Κεντροαριστεράς και στράφηκε στην Κεντροδεξιά αναζητώντας την εκλογική του ενίσχυση, αλλοιώνοντας όμως τα χαρακτηριστικά που ρητορικά επικαλούνταν.
Ο νεοφιλελευθερισμός ως αντικοινωνικός δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε δημοκρατίες εμπλουτισμένες με αρχές και σεβασμό στις ανθρώπινες αξίες. Ας μην ξεχνάμε ότι η πρόβα τζενεράλε επιβολής του νεοφιλελευθερισμού το 1973 στη Χιλή, με υποβολέα τα «Παιδιά του Σικάγου» του Μίλτον Φρίντμαν συνοδεύτηκε από την εγκαθίδρυση στυγνής δικτατορίας επί χρόνια με χιλιάδες θύματα. Η επιβολή και η λειτουργία του νεοφιλελευθερισμού συνάδει μόνο με δεξιά κόμματα στα όρια της Ακροδεξιάς (η Ν.Δ. έχει ενσωματώσει την Ακροδεξιά στα σπλάχνα της με τον ΛΑΟΣ και όχι μόνο) με φιλελεύθερο προσωπείο.
Γι’ αυτό ενισχύει οικονομικά τα δεξιά και τα ακροδεξιά κόμματα, όχι για παρεμβάσεις που θα επιλύουν τα κοινωνικά προβλήματα και θα αποστερούν από το κεφάλαιο τα κέρδη του με την αφαίμαξη των κοινωνικών κατακτήσεων, αλλά τα ενισχύει για την άσκηση επιδοματικής πολιτικής. Δηλαδή πρόκειται για εμβαλωματικές ενέσεις με επιδόματα που και τις αντιδράσεις των λαών υπνωτίζουν και τα κέρδη του κεφαλαίου αυξάνουν, αφού εκεί καταλήγουν, προμηνύοντας ένα δυστοπικό μέλλον εφόσον τα κοινωνικά προβλήματα παραμένουν άλυτα και επιδεινώνονται.
Γι’ αυτό η Ν.Δ. ως κυβέρνηση σκόρπισε δεκάδες δισ. ευρώ με αντιπαραγωγικό και πελατειακό τρόπο που πήρε τα χαρακτηριστικά μιας δημοσιονομικής κραιπάλης με ευρηματικές πελατειακές παροχές πρωτοφανούς έκτασης προκειμένου να διατηρηθεί στην εξουσία, γι’ αυτό το εκλογικό αποτέλεσμα ξεπέρασε κάθε προσδοκία της.
Με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μάλιστα, την προαγωγό του νεοφιλελευθερισμού στην Ε.Ε., να μη διατυπώνει καμία ένσταση σε όλα αυτά, ενώ πριν από λίγα χρόνια κουνούσε απειλητικά το δάχτυλό της. Η Ευρώπη μετά το Μάαστριχτ ακολουθεί τον δρόμο της μεταδημοκρατίας, όπως γράφει ο Κόλιν Κράουτς, όπου επιβιώνουν σχεδόν όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά της δημοκρατίας αλλά χάνεται το περιεχόμενο των δημοκρατικών αξιών για να επιβληθεί ο αυταρχισμός των αγορών.
Πώς επιτυγχάνεται αυτό; Μας το λένε αναλυτικότερα ο Στιβ Λεβίτσκι και ο Ντάνιελ Ζίμπλατ στο βιβλίο τους «Πώς πεθαίνουν οι δημοκρατίες;»: «Ο εκλογικός δρόμος προς την κατάλυση της δημοκρατίας (για την επιβολή των επιταγών του νεοφιλελευθερισμού) είναι και πιο ύπουλος ίσως… Με την έννοια ότι έχουν την έγκριση εκλεγμένων νομοθετικών σωμάτων ή γίνονται αποδεκτές από τα δικαστήρια. Μάλιστα, συχνά παρουσιάζονται ως προσπάθεια για μια “καλύτερη”, “πιο αποτελεσματική” δημοκρατία… Ετσι για πολλούς η διάβρωση και η “αποψίλωση” της δημοκρατίας δεν γίνεται καν αντιληπτή». Αυτό συμβαίνει και στη χώρα μας χάριν των αγορών.
Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ενώ τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ήταν αναγκαία για τον καπιταλισμό προκειμένου να αντιμετωπίζει το «αντίπαλο δέος» του κομμουνισμού, μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού εξέλιπε ο ρόλος τους. Δεν χρειάζονται πλέον για τον καπιταλισμό διότι δημιουργούν προσκόμματα στην ανεξέλεγκτη κερδοφορία του κεφαλαίου.
Για να επιβιώσουν στο πλαίσιο του συστήματος ασπάζονται τις νεοφιλελεύθερες επιταγές, διαφέροντας μόνο στη ρητορική και καταντούν όπως το SPD της Γερμανίας. Ομως, ενώ εξέλιπε ο ρόλος τους για τον καπιταλισμό, ο ρόλος τους για τις κοινωνίες σήμερα είναι περισσότερο σημαντικός. Διότι ο αντίπαλος σήμερα δεν είναι ο κομμουνισμός που εξέλιπε ως απειλή για το κεφάλαιο και το εξανάγκαζε σε κοινωνικές παραχωρήσεις, αλλά ο νεοφιλελευθερισμός που ισοπεδώνει κάθε κοινωνική κατάκτηση.
Θα πρέπει τα σοσιαλιστικά κόμματα να είναι σε συνεχή ρήξη με την πολιτική που επιβάλλουν οι φορείς του νεοφιλελευθερισμού και να μη συμβιβάζονται με ηπιότερα αντικοινωνικά μέτρα που τελικά οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα.
*Τ. αρχιμηχανικός ΟΣΕ, πολιτικός μηχανικός ΑΠΘ
