ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θεόδωρος Γεωργίου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε πανευρωπαϊκό, ίσως και σε παγκόσμιο επίπεδο, ζούμε σε μια εποχή στην οποία οι κρίσεις είναι ριζικές. Αλλά προπάντων πρόκειται για κρίσεις οι οποίες δεν μπορούν να «ανακατασκευαστούν» σε θεωρητικό επίπεδο και κατά συνέπεια η γνώση των πολιτικο-οικονομικών πραγμάτων ακολουθεί τυφλές μεθόδους. Αποφασίζουμε και πράττουμε κατά το δοκούν. Τα θεωρητικά και ερμηνευτικά σχήματα «κατασκευάστηκαν» στην εποχή της βιομηχανικής επανάστασης και της μεταπολεμικής αστικής εποχής. Οταν τελειώνει μια εποχή, τα ερμηνευτικά εργαλεία της αχρηστεύονται!

Διατυπώνω αυτές τις εισαγωγικές παρατηρήσεις, οι οποίες μπορούν να ισχύσουν ως γενικός καθοδηγητικός και μεθοδολογικός οδοδείκτης σχετικά με το ζήτημα που με ενδιαφέρει να εξετάσουμε. Ποιο είναι αυτό το ζήτημα; Θα το περιγράψω όσο γίνεται με γλωσσική και νοηματική σαφήνεια, επειδή μας αφορά όλους μας: η κυβέρνηση Μητσοτάκη εδώ και επτά χρόνια (7 τον αριθμό) ασκεί την εξουσία και δεν αμφισβητείται ούτε στο επίπεδο της κοινοβουλευτικής διαδικασίας (στο θεμέλιο της δημοκρατικής μορφής ζωής), αλλά ούτε και στο επίπεδο της συνείδησης του ελληνικού λαού κατά το Σύνταγμα.

Οσον αφορά το δεύτερο αυτό επίπεδο, τα πολιτικά πράγματα είναι αδιευκρίνιστα και απροσδιόριστα. Σύμφωνα με το Σύνταγμα, ο ελληνικός λαός ως σώμα αντιπροσωπευόμενων λειτουργεί ως κοινοβούλιο. Οπότε οποιαδήποτε κριτική ή αμφισβήτηση ή ακόμη και απονομιμοποίηση της κυβερνητικής εξουσίας έχει αποτελέσματα στο επίπεδο του κοινοβουλίου.

Εδώ ακριβώς, σ’ αυτό το σημείο, εντοπίζεται η παθολογία του σύγχρονου ευρωπαϊκού (ελληνικού) κοινοβουλευτισμού. Δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε στην ιστορία του κοινοβουλευτισμού (από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα μέχρι σήμερα), για να κατανοήσουμε ότι το χάσμα ανάμεσα στο κοινοβούλιο και τον λαό στην εποχή μας είναι η δομική και λειτουργική παθογένεια της σύγχρονης δημοκρατίας.

Θα πρότεινα να κάνουμε κάτι που είναι εγγύτερο στις παραστάσεις μας και έχει να κάνει με τις μεταπολεμικές πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη αλλά και στη χώρα μας. Η πολιτική θέσμιση των σχέσεων αντιπροσώπευσης ανάμεσα στο κοινοβούλιο και τον λαό επιτεύχθηκε κατά τη μεταπολεμική χρυσή εποχή (1950-1980). Οι δύο αυτοί δημοκρατικοί θεσμοί διαμεσολαβήθηκαν κατά τέτοιο δημιουργικό και αποτελεσματικό τρόπο ώστε το κράτος δικαίου και το κοινωνικό κράτος να εδραιωθούν ως ανθρώπινες συνθήκες ζωής.

Για την «ελληνική περίπτωση» όλα αυτά στα οποία αναφέρομαι αποκτούν αρνητικές τερατώδεις διαστάσεις. Αισθανόμαστε όλοι εμείς οι Ελληνες πολίτες να οδηγούμαστε στο κοινωνικό και πολιτικό περιθώριο. Και απ’ αυτή την οπτική γωνία να μιλάμε και να γράφουμε! Θα κάνω μια πρόβλεψη και δεν θα ήθελα να γίνει κάτι τέτοιο πραγματικότητα: η αποχή των ψηφοφόρων κατά την επικείμενη εκλογική διαδικασία θα αγγίξει το 50%. Και μόνον αυτή η προοπτική βάζει «βόμβα» στα θεμέλια της δημοκρατίας.

Το γεγονός (factum) ότι η δημοκρατία μας ως θεσμική πολιτική μορφή ζωής ακολουθεί «φθίνουσα πορεία» ζωής δεν είναι δικό μου επιστημονικό και πολιτικό συμπέρασμα. Η ανύπαρκτη δημοκρατία, η ανύπαρκτη δικαιοσύνη, η ανύπαρκτη ισονομία και πολλά άλλα αιτήματα των πολιτικών μεταρρυθμίσεων «φτιάχνουν» την πυρίτιδα για να ανατιναχθεί η δημοκρατία μας.

Αυτή η σύντομη πολιτική ανάλυσή μου συνοψίζεται στα εξής τρία σημεία: πρώτον, με την κυβέρνηση Μητσοτάκη η «φθίνουσα πορεία» της δημοκρατίας μας ακολουθεί τον δρόμο της: το χάσμα κοινοβουλίου και λαού έχει εξάλλου θεσμοθετηθεί με την «επινόηση» του επιτελικού κράτους. Ζητήματα της κοινωνίας μας, όπως π.χ. η απόδοση δικαιοσύνης στο έγκλημα των Τεμπών ή η διερεύνηση του πολιτικού σκανδάλου των υποκλοπών και πολλών άλλων, δεν ορίζονται ως «πολιτικά ζητήματα»! Είναι τεχνικά! Το δεύτερο σημείο στην ανάλυσή μας έχει να κάνει με την εμφάνιση νέων «μετα-κομμάτων» (όπως π.χ. είναι το κόμμα Καρυστιανού), των οποίων η θεσμική παγίωση θα μετατρέψει το χάσμα κοινοβούλιο – λαός σε ρήγμα.

Το τρίτο μείζον ζήτημα αναφέρεται στην απουσία εθνικο-πατριωτικού και κοινωνικο-οικονομικού αφηγήματος για την ιστορική μελλοντική πορεία της Ελλάδας. Γι’ αυτό το ζήτημα θα επανέλθω.

*Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας