ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ναταλί Χατζηαντωνίου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στη βιβλιογραφία όλοι αγνοούσαν πως την Τετάρτη το απόγευμα, στις 14 Νοεμβρίου 1973, το σύνθημα για την κατάληψη του Πολυτεχνείου το έριξαν μεταξύ άλλων –αν όχι αυτοί πρώτοι– μια μικρή ομάδα 4-5 φοιτητών της ΑΣΚΤ, οργανωμένων στην ΟΜΛΕ, με πρωταγωνιστή τον γλύπτη Τάκη Γιωτάκη». Αυτό είναι μόνο ένα στοιχείο ανάμεσα σε άλλα πολλά που επιβεβαιώνει ένα μεγάλο βιβλιογραφικό έλλειμμα ακόμα και για μια περίοδο πολύ κοντινή μας, ακόμα παρούσα δίπλα μας στον ιστορικό χρόνο, την οποία νομίζουμε ότι γνωρίζουμε καλά. Αυτό το έλλειμμα αλλά κι αυτή την επίπλαστη βεβαιότητα αμφισβητεί η πρόσφατη έκδοση από τον «Ποταμό» της μελέτης «Κανείς πριν μπει στη μάχη δεν ξέρει ποιος είναι – Η ΑΣΚΤ στα δύσκολα χρόνια 1967-75» του Ευγένιου Δ. Ματθιόπουλου, καθηγητή Ιστορίας της Τέχνης στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και κυρίως ενός από τους πιο έγκυρους μελετητές της νεοελληνικής τέχνης. Το βιβλίο του φωτίζει τη ζωή φοιτητών και διδασκόντων και τη λειτουργία της ΑΣΚΤ κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και της Μεταπολίτευσης, αναδεικνύοντας τις σχέσεις τέχνης, εκπαίδευσης και πολιτικής σε μια κρίσιμη και ζοφερή περίοδο της νεότερης ελληνικής Ιστορίας. Ο Ματθιόπουλος ουσιαστικά ακολουθεί τη ροή των συμβάντων που οδήγησαν στην αφύπνιση του Συλλόγου των Σπουδαστών της το 1972 και στη μαζική συμμετοχή τους στην κλιμάκωση των φοιτητικών κινητοποιήσεων ενάντια στο καθεστώς, που κορυφώθηκαν με την κατάληψη του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973:

«Μέσα από τις αφηγήσεις των τότε φοιτητών αποκαλύπτεται πως στην απόφαση για την Κατάληψη είχε πρωτοστατήσει δυναμικά ομάδα σπουδαστών και σπουδαστριών της Σχολής, καθώς και ότι τόσο ο Ραδιοφωνικός Σταθμός όσο και το Ιατρείο του Πολυτεχνείου οργανώθηκαν και λειτούργησαν αρχικά με δικές τους πρωτοβουλίες από τις πρώτες ώρες της Κατάληψης».

Περιγράφονται επίσης όσα διαδραματίστηκαν κατά τις τρεις ημέρες της εξέγερσης στο δωρικό περιστύλιο της Σχολής και τεκμηριώνονται οι διώξεις και φυλακίσεις σπουδαστών της κατά την περίοδο της Χούντας του Ιωαννίδη, καθώς και η “ανεξιχνίαστη” δολοφονία του Γιάννη Καΐλη.

«Τέλος, παρουσιάζεται το πώς μέσα στην αλληλουχία των ραγδαίων γεγονότων της Μεταπολίτευσης το φοιτητικό κίνημα της Σχολής ήρθε σε ρήξη με τους καθηγητές, η οποία οδήγησε στη ριζική αναδόμηση των σπουδών».

Κάνει όμως και κάτι ακόμα. Μας χαρίζει ένα τεκμηριωμένο «εργαλείο» ενάντια στον ιστορικό αναθεωρητισμό της σκοτεινής 7ετίας που επιχειρεί εσχάτως να συμπαρασύρει και τον χώρο του πολιτισμού.

Ευγένιος Δ. Ματθαιόπουλος στην «Εφ.Συν.»: «Το φοιτητικό κίνημα στην ΑΣΚΤ δεν ήταν μια απρόσωπη μάζα»
ΕΥΓΕΝΙΟΣ Δ. ΜΑΤΘΙΟΠΟΥΛΟΣ, Κανείς πριν μπει στη μάχη δεν ξέρει ποιος είναι | Η Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών στα δύσκολα χρόνια 1967-1975, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΤΑΜΟΣ

Σε μια χώρα που δεν έχουμε καθόλου την «παράδοση» των αρχείων και της αρχειακής πολιτικής, πώς βρήκατε στοιχεία γι’ αυτό το θέμα; Πώς εργαστήκατε, πού ανατρέξατε;

Είναι αλήθεια πως δεν έχουμε μακρά «παράδοση» αρχειακής πολιτικής, ωστόσο τουλάχιστον τις δύο τελευταίες δεκαετίες έχουν γίνει σημαντικά βήματα στην κατεύθυνση αυτή που δεν πρέπει να παραθεωρούμε. Στη δεκαετία του 1990, όταν έγραφα τη διατριβή μου, τα αρχεία της ΑΣΚΤ ήταν κυριολεκτικά πεταμένα στη μούχλα μιας μικρής αποθήκης στα υπόγεια του κτιρίου της Πατησίων, ενώ σήμερα σημαντικό τμήμα τους είναι προσβάσιμο στους μελετητές στο κτίριο της Πειραιώς. Υπάρχουν επίσης, για να μιλήσω μόνο για αυτά που ερεύνησα σχετικά με τη μελέτη μου, τα αρχεία των ΑΣΚΙ, της ΕΠΜΑΣ, του ΙΣΕΤ, του ΜΙΕΤ, του ΕΛΙΑ, του Π. Πρεβελάκη και του Αλ. Ξύδη στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κρήτης, του Τ. Σπητέρη στο Τελλόγλειο, του Μουσείου Μπενάκη, το φωτογραφικό αρχείο της ΕΡΤ κ.ά. Την αρχειακή και βιβλιογραφική έρευνά μου συμπλήρωσαν γραπτές μαρτυρίες και συνεντεύξεις που ζήτησα από φοιτητές και φοιτήτριες της ΑΣΚΤ της περιόδου της δικτατορίας.

Τι σας έδωσε το αρχικό έναυσμα;

Μια πρόσκληση να συμμετάσχω τον Νοέμβριο του 2023 σε μια Ημερίδα για τα 50χρονα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου που είχε διοργανώσει το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης. Τότε, ερευνώντας τη βιβλιογραφία, συνειδητοποίησα το σχεδόν ολοκληρωτικό κενό που υπήρχε στις γνώσεις μας για τον ρόλο της Σχολής και των φοιτητών της.

Μεταξύ άλλων αναδεικνύετε την περίπτωση του Γιάννη Καΐλη που παρέμενε επί χρόνια συσκοτισμένη…

Πράγματι, για δεκαετίες ο θάνατος του Γιάννη Καΐλη παρέμενε, όπως λέτε, συσκοτισμένη υπόθεση. Ωστόσο η μνήμη του έχει πλέον αποκατασταθεί. Στις 31 Μαρτίου, η πρύτανης της ΑΣΚΤ, Ερατώ Χατζησάββα, απένειμε τιμητικά στον δολοφονημένο φοιτητή μεταθανάτιο πτυχίο και η υπουργός Παιδείας και Αθλητισμού, Σοφία Ζαχαράκη, έκανε τα αποκαλυπτήρια ανάγλυφης προτομής του στο κτίριο της Πατησίων, φιλοτεχνημένης από τον Μάρκο Γεωργιλάκη. Είχε προηγηθεί η ανάδειξη του θέματος από τον Δημήτρη Βεριώνη στο βιβλίο του «Θάνατοι στη Χούντα».

Η παρούσα μελέτη είναι μια λογική «απόληξη» και του πρότερου συγγραφικού-μελετητικού σας έργου για τη νεοελληνική τέχνη; Αναζητήσατε πού πήγε όλο αυτό το ρεύμα σκέψης και αισθητικής στη ζοφερή 7ετία;

Το βιβλίο μου για την έννοια της «γενιάς», το 2019, είχε αμιγώς θεωρητικό χαρακτήρα. Στο τωρινό, για την ΑΣΚΤ, αναφέρομαι ακροθιγώς μόνο στο ζήτημα της πλεοναστικής χρήσης του παραπλανητικού όρου «γενιά του Πολυτεχνείου». Καλό θα ήταν, νομίζω, να μην υιοθετούμε τη συνθηματικού τύπου ορολογία που επικρατεί ευρύτερα στον δημόσιο λόγο.

Έχετε πει ότι η ιστορία της ΑΣΚΤ δεν μπορεί να κατανοηθεί έξω από το πολιτικό πλαίσιο της εποχής. Θεωρείτε ότι σήμερα υπάρχει μια τάση, αν όχι αναθεωρητισμού, αποπολιτικοποίησης της πρόσφατης μάλιστα ιστορικής μνήμης;

Κανενός θεσμού η ιστορία και μάλιστα κρατικού, όπως είναι η ΑΣΚΤ, δεν μπορεί να κατανοηθεί έξω από το πολιτικό πλαίσιο της κάθε εποχής. Είναι πιστεύω αυτονόητο. Περιοριζόμενος στο πεδίο της ιστορίας της τέχνης, η απολιτικοποίηση και η φορμαλιστική ερμηνεία της τέχνης ήταν η κυρίαρχη τάση. Θεωρώ, ωστόσο, πως τις τελευταίες δεκαετίες έχουν εμφανιστεί αξιόλογοι νεότεροι συνάδελφοι που μελετούν τις πολιτικές προϋποθέσεις της καλλιτεχνικής παραγωγής, την ιστορία των θεσμών, την κατασκευή της δημόσιας μνήμης μέσω της τέχνης, τις ιδεολογικές σημασιοδοτήσεις των έργων, των εκθέσεων κ.λπ.

Πόσο προβληματική είναι λοιπόν η εικόνα του δημιουργού που παράγει έργο σε ένα είδος «αποστειρωμένου» πεδίου, ανεξάρτητα από τις κοινωνικές συγκρούσεις γύρω του;

Προσπαθώ να δείξω στο βιβλίο μου ότι ακόμα και η «εικόνα του δημιουργού που παράγει έργο σε ένα είδος “αποστειρωμένου” πεδίου», για να χρησιμοποιήσω την έκφρασή σας, εγγράφεται και αυτή εντός του πεδίου της πολιτικής και είναι παράγωγη των εκάστοτε πολιτικών περιστάσεων και των κυρίαρχων ιδεών μέσα στις οποίες εγκαθιδρύεται. Αυτή η εικόνα, που ήταν η εικόνα της ΑΣΚΤ μέχρι και τα χρόνια της δικτατορίας, ήταν παράγωγο των συνθηκών του Ψυχρού Πολέμου και ήταν κυρίαρχη όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο σύνολο του τότε δυτικού κόσμου. Ωστόσο, στη διάρκεια της δικτατορίας, οι εκθέσεις των Κανιάρη, Δεκουλάκου, Καραβέλα, των Νέων Ελλήνων Ρεαλιστών κ.ά. είχαν ρηγματώσει καίρια αυτόν τον κανόνα.

Το βιβλίο σας μοιάζει να συνομιλεί κριτικά με την άποψη ότι τα χρόνια 1970-1973 υπήρξαν περίοδος πολιτιστικής άνθησης. Μπορεί να μιλήσει κανείς για «άνθηση» χωρίς να βάλει στο κέντρο τη λογοκρισία, την καταστολή και τον φόβο που παρήγε η δικτατορία;

Θέλω να πιστεύω πως συνομιλεί κριτικά, κι ελπίζω ουσιαστικά παραγωγικά, με το σύνολο της βιβλιογραφίας. Θα ήταν μάλλον άχαρο, νομίζω, να επικεντρωθεί η συζήτησή μας στη μελέτη που υπονοείτε και για την οποία άλλωστε γράφω σαφώς τη γνώμη μου στην «Εισαγωγή» του βιβλίου. Για να περιοριστώ μόνο στον χώρο των εικαστικών τεχνών, η μελέτη αυτή είναι ανεπαρκής τόσο σε επίπεδο βιβλιογραφικής έρευνας όσο και στο επίπεδο της εννοιολόγησης της ορολογίας της. Καταγράφει γεγονότα, αλλά αδυνατεί να τα ιστορικοποιήσει.

Και κάτι συναφές: Πιστεύετε ότι υπάρχει ο κίνδυνος η ανάδειξη πολιτιστικών επιτευγμάτων (με υποκειμενικά κριτήρια μάλιστα) να λειτουργήσει, έστω άθελά της, ως εξωραϊσμός του καθεστώτος;

Υπάρχει ο γενικότερος κίνδυνος της υποβάθμισης της ιστορίας σε μία κατά το δοκούν ερμηνευόμενη επιλεκτική γεγονοτολογία. Αλλά αυτή η αναθεωρητική τάση δεν είναι κάτι καινούργιο, ούτε τοπικό φαινόμενο. Θυμίζω πως παλαιότερα, πριν εκδοθούν οι ενδελεχείς μελέτες του Λεωνίδα Καλλιβρετάκη και του Ιερώνυμου Λύκαρη, είχαμε ακόμα και την αμφισβήτηση της ύπαρξης νεκρών κατά την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Ο θεωρητικός σχετικισμός και ο ερμηνευτικός αναθεωρητισμός έχουν όμως και στο πεδίο της Ιστορίας τα όριά τους.

Στο βιβλίο αναδεικνύετε τον καθοριστικό ρόλο των «αφανών» φοιτητών της ΑΣΚΤ στο Πολυτεχνείο. Αυτή είναι και μία πρόταση για μία πρωτογενή ιστορία –αν μπορούμε να το πούμε έτσι– «από τα κάτω»;

Επιτρέψτε μου να διατυπώσω την –θεμιτή ελπίζω– παραίνεση: Οι συνάδελφοι ιστορικοί που μελετούν το φοιτητικό κίνημα να μην το αντιμετωπίζουν εφεξής γενικά, ως μία απρόσωπη μάζα φοιτητών και φοιτητριών, αλλά να εγκύψουν, στο μέτρο του δυνατού, στις υπαρκτές διαφοροποιήσεις αυτού του σώματος ως ιστορικού υποκειμένου, στις εσωτερικές του ταξικές, έμφυλες, μορφωτικές, ιδεολογικές, οργανωσιακές και βεβαίως στις κατά Σχολές κατηγοριοποιήσεις του. Χρειάζονται πιο εστιασμένες μελέτες. Όταν έγγραφα το βιβλίο μου δεν είχα να στηριχτώ σε μία έστω και αδρομερή καταγραφή της ιστορίας και της στελέχωσης των φοιτητικών αντιδικτατορικών οργανώσεων.

Ευγένιος Δ. Ματθαιόπουλος στην «Εφ.Συν.»: «Το φοιτητικό κίνημα στην ΑΣΚΤ δεν ήταν μια απρόσωπη μάζα»
Χειρόγραφες προκηρύξεις από την κατάληψη του Πολυτεχνείου σε επιστολόχαρτα της ΑΣΚΤ

Ο τίτλος του βιβλίου «Κανείς πριν μπει στη μάχη δεν ξέρει ποιος είναι» μοιάζει να μιλά όχι μόνο για μια γενιά αλλά και για μια διαδικασία πολιτικής ενηλικίωσης…

Ο τίτλος είναι στην πραγματικότητα μία φράση-δάνειο από το διήγημα του Μπόρχες «Ο άλλος θάνατος». Η φράση αυτή μου είχε εντυπωθεί όταν την πρωτοδιάβασα, εδώ και αρκετές δεκαετίες, στη μετάφραση του Αλεφ από τον Αχιλλέα Κυριακίδη. Η εμπλοκή των φοιτητών και φοιτητριών στο αντιδικτατορικό κίνημα διαμόρφωσε πράγματι τους νέους καλλιτέχνες ως πολίτες, αλλά οι καλλιτεχνικές τους αναζητήσεις είχαν μείνει έξω από τη σύγκρουσή τους με το καθεστώς.

Υποστηρίζετε ότι η ΑΣΚΤ λειτουργούσε ως μια «ετεροτοπία απόκλισης». Τι ήταν αυτό που έκανε μια σχολή Καλών Τεχνών διαφορετική από τα υπόλοιπα πανεπιστημιακά ιδρύματα της εποχής; Υπάρχουν σήμερα αντίστοιχοι χώροι ελευθερίας;

Τη διαφοροποιούσαν τα πάντα. Από το γεγονός και μόνο ότι οι φοιτητές εισάγονταν με ειδικές εξετάσεις της Σχολής και όχι με πανελλήνιες .Ήταν εισαγωγικές σε έναν κλειστό ιδιόρρυθμο κόσμο. Επίσης, διαφοροποιείτο από το γεγονός ότι οι τέχνες δεν είχαν το επιστημολογικό καθεστώς εγκυρότητας των «επιστημών» που ελέγχονταν από διεθνώς ισχύουσες ορθολογικές θεωρίες και παραδείγματα, τα οποία βασίζονταν σε αντικειμενικά επαληθεύσιμες πειραματικές διαδικασίες κ.λπ. Στο πεδίο της τέχνης, από τις αρχές του 20ού αιώνα, κυριαρχούσαν οι νεωτερικές και εκφρασιοκεντρικές τάσεις που θεμελιώνονταν στον υποκειμενισμό, ενώ από τη δεκαετία του 1960 και μετά στον δυτικό κόσμο διαδίδονταν όλο και περισσότερο οι νεοντανταϊστικές αναζητήσεις, οι επιτελεστικές μορφές καλλιτεχνικής δημιουργίας, τα νέα μέσα κ.λπ.

Δεδομένου ότι οι τάσεις αυτές συνιστούν εδώ και δεκαετίες τον κανόνα στο πεδίο της τέχνης, οι χώροι «ελευθερίας» είναι πλέον καθεστώς, κρατικά θεσμοθετημένοι στις Σχολές Καλών Τεχνών, στα Μουσεία Σύγχρονης Τέχνης κ.α.

Είναι τόσο άπλετη η προσφερόμενη θεσμοθετημένη «ελευθερία» της τέχνης στον δυτικό κόσμο που χωνεύει αυτόχρημα κάθε κριτική φωνή που προσπαθεί να διαφοροποιηθεί. Εμφανίζονται βεβαίως όλο και συχνότερα κάποιες μορφές λογοκρισίας, ενώ Μουσεία και Πανεπιστήμια στοχοποιούνται ως φορείς της woke κουλτούρας. Ας ετοιμαζόμαστε για λιγότερο φιλελεύθερες καταστάσεις.

Τα πεδία της τέχνης και του πολιτισμού είναι πάντα πεδία πολύμορφης ιδεολογικής διαπάλης. Στη μακρά διάρκεια, τίποτε δεν πρέπει να θεωρείται κεκτημένο. Να κάτι που μας «διδάσκει η Ιστορία».

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα του βιβλίου είναι η σύνθετη στάση των καθηγητών απέναντι στη δικτατορία: ούτε ανοιχτή αντίσταση ούτε ταύτιση, και τελικά σιωπηρή ανοχή.

Θα έλεγα πως πρέπει πρώτα να διαβάσουμε τις αποφάσεις του Συλλόγου των καθηγητών της Σχολής των συνεδριάσεων του Φεβρουαρίου και Μαρτίου 1973 που αφορούσαν στις τότε φοιτητικές κινητοποιήσεις στην ΑΣΚΤ, στο ΕΜΠ και στη Νομική. Τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς το ύφος τους οι αποφάσεις εκείνες συνιστούσαν παράδειγμα ελεύθερου ακαδημαϊκού φρονήματος που δεν είχε το πάρισό του σε καμία άλλη Σχολή εκείνης της περιόδου. Δυστυχώς τον Νοέμβριο του ’73 οι ίδιοι καθηγητές δεν στάθηκαν στο ύψος των λόγων τους.

Τη γενικότερη στάση τους κατά την Επταετία, στάση ανοχής και πειθάρχησης στο καθεστώς, πρέπει να την κατανοήσουμε ιστορικά στο ευρύτερο πλαίσιο των αντίστοιχων συμπεριφορών που επέδειξε η συντριπτική πλειονότητα τότε των καθηγητών των ΑΕΙ, των ακαδημαϊκών και όλων των ανώτατων κρατικών λειτουργών. Οι καθηγητές της Σχολής είχαν σιωπήσει ακόμα κι όταν άκουσαν την καταγγελία της δικτατορίας από τη φωνή του Σεφέρη το 1969, παρότι κάποιοι συνδέονταν φιλικά με τον ποιητή. Επιβεβαίωσαν έτσι τον στίχο του: «Ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο».

Από τις δεκάδες μαρτυρίες που συγκεντρώσατε, τι σας εξέπληξε περισσότερο; Υπήρξε κάποιο στοιχείο που ανέτρεψε όσα πιστεύατε πριν ξεκινήσετε την έρευνα;

Με εξέπληξε το γεγονός ότι στη βιβλιογραφία όλοι αγνοούσαν πως την Τετάρτη το απόγευμα, στις 14 Νοεμβρίου 1973, το σύνθημα για την κατάληψη του Πολυτεχνείου το έριξαν μεταξύ άλλων –αν όχι αυτοί πρώτοι– μια μικρή ομάδα 4-5 φοιτητών της ΑΣΚΤ, οργανωμένων στην ΟΜΛΕ, με πρωταγωνιστή τον γλύπτη Τάκη Γιωτάκη.

Ευγένιος Δ. Ματθαιόπουλος στην «Εφ.Συν.»: «Το φοιτητικό κίνημα στην ΑΣΚΤ δεν ήταν μια απρόσωπη μάζα»
Διαδηλωτές μπροστά στην πύλη του Πολυτεχνείου. Στο κέντρο με ανοιχτά τα χέρια ο φοιτητής της ΑΣΚΤ Τάκης Γιωτάκης

Με εξέπληξε το ότι το ίδιο απόγευμα, μόλις αποφασίστηκε εντέλει η κατάληψη σε μια άτυπη συνέλευση που πραγματοποιήθηκε στον στενό αύλειο χώρο, ανάμεσα στην ΑΣΚΤ και την Πρυτανεία του ΕΜΠ, ένας φοιτητής της γλυπτικής, ο Ανδρέας Τσεκούρας (ο μετέπειτα μουσικός), έχοντας την εμπειρία του ραδιοερασιτέχνη αποφάσισε αυθόρμητα με συνεργάτη έναν φοιτητή μηχανολόγο-ηλεκτρολόγο να παραβιάσουν κάποιο εργαστήριο του Πολυτεχνείου για να βρουν τα κατάλληλα υλικά προκειμένου να κατασκευάσουν τον πρώτο μικρής εμβέλειας ραδιοφωνικό σταθμό της Κατάληψης. Την επομένη, την Πέμπτη το πρωί, ο σταθμός αυτός αντικαταστάθηκε από έναν πολύ μεγαλύτερης ισχύος που έφτιαξαν άλλοι ραδιοερασιτέχνες, ενώ την ευθύνη της λειτουργίας του είχε πλέον αναλάβει η Συντονιστική Επιτροπή της Κατάληψης. Ο Τσεκούρας, ωστόσο, ήταν αυτός που πρώτος εκφώνησε το ιστορικό: «Εδώ Πολυτεχνείο – εδώ Πολυτεχνείο», την Τετάρτη το βράδυ, δίνοντας εκείνες τις ώρες το μικρόφωνο σε όποιον από τους παρευρισκόμενους ήταν πρόθυμος να μιλήσει.

Με εξέπληξε επίσης, κάτι που τεκμηριώνεται και από τα πρακτικά της Δίκης του Πολυτεχνείου, αλλά παρέμενε εντελώς παραθεωρημένο, πως ο ίδιος διακινδύνευσε την Παρασκευή το βράδυ να πάει ολομόναχος στο Ρυθμιστικό Γενικό Νοσοκομείο και να διαπραγματευτεί με τον διαβόητο διοικητή του, τον ταγματάρχη Βασίλειο Μπουκλάκο, την αποστολή έξι ασθενοφόρων στο Πολυτεχνείο προκειμένου να μεταφέρουν φάρμακα στο ιατρείο της Κατάληψης και να παραλάβουν τους βαριά τραυματισμένους από τις σφαίρες των ελεύθερων σκοπευτών. Επέστρεψε πράγματι στο Πολυτεχνείο καβάλα στο πρώτο από αυτά, με ένα σεντόνι στα χέρια να ανεμίζει σαν λευκή σημαία. Με εξέπληξε, τέλος, το γεγονός ότι η αριθμητική συμμετοχή των φοιτητών και φοιτητριών της ΑΣΚΤ στην Κατάληψη υπήρξε πολύ μεγαλύτερη αναλογικά από κάθε άλλη Σχολή της Αθήνας. Έξι-επτά δεκάδες καλοτεχνίτες και καλοτεχνίτισσες ήταν εκεί στη Σχολή τους μέχρι την ώρα που το τανκ έριξε την πύλη.

Γράψατε συγκινημένος για τη στιγμή που αντικρίσατε τις φωτογραφίες των φοιτητών στα μαθητολόγια της Σχολής. Πώς διαχειρίζεται ένας ιστορικός τη συναισθηματική εμπλοκή με το αντικείμενό του χωρίς να χάσει την επιστημονική απόσταση;

Είναι αλήθεια πως όταν άνοιξα τα μαθητολόγια εκείνων των χρόνων δεν περίμενα να αντικρίσω όλα αυτά τα νεανικά πρόσωπα να με κοιτούν μέσα από το βάθος του χρόνου. Νομίζω ότι σε ορισμένες περιπτώσεις καλό είναι και ο ιστορικός να αφήνεται να χάσει την «επιστημονική του απόσταση». Δεν είναι εύκολο να ψηλαφείς τις μνήμες των άλλων. Δουλειά του ιστορικού είναι να μπορεί να μεταφέρει και το συναισθηματικό φορτίο των μαρτυριών, αλλά αυτό προϋποθέτει τη δική του συγκίνηση. Κάποια κεφάλαια του βιβλίου είναι ιδιαίτερα φορτισμένα – πολλοί μου γράφουν ότι τα διάβασαν δακρυσμένοι.

Το βιβλίο καταλήγει στη σύγκρουση των φοιτητών με τη Διοίκηση μετά τη Μεταπολίτευση. Γιατί συμβαίνει συχνά οι δυνάμεις που ενώνονται απέναντι σε ένα αυταρχικό καθεστώς να συγκρούονται μόλις έρθει η δημοκρατία; (Μια εκδοχή αυτού τη ζούμε διαρκώς στη Μεταπολίτευση, άλλωστε.)

Η σύγκρουση των φοιτητών και φοιτητριών της ΑΣΚΤ με τους καθηγητές τους, τον Μάιο-Ιούνιο του 1975, ήταν νομίζω αναπόδραστη απόληξη του γεγονότος ότι οι τελευταίοι δεν μπορούσαν να αντιληφθούν πως η Μεταπολίτευση δεν ήταν επιστροφή στο προδικτατορικό καθεστώς του 1966, όπου η αυθεντία τους και το εκπαιδευτικό τους μοντέλο ήταν υπεράνω κάθε κριτικής, αλλά μια εντελώς νέα συνθήκη, τόσο δομικά και πολιτικά όσο και ιδεολογικά. Δεν αντιλαμβάνονταν ότι οι αισθητικές απόψεις τους και η εκπαιδευτική δομή της Σχολής ήταν πλέον αναχρονιστικές, πολύ περισσότερο δεν ήθελαν –αρνούνταν– να κατανοήσουν τις διεθνείς εξελίξεις στο πεδίο της τέχνης. Με την κατάρρευση της χούντας, που λειτουργούσε ως οιονεί κοινός εχθρός, οι εσωτερικές αντιθέσεις στη Σχολή ενεργοποιήθηκαν.

Αν οι φοιτητές της ΑΣΚΤ του 1973 συναντούσαν τους σημερινούς φοιτητές των καλλιτεχνικών σχολών, τι πιστεύετε ότι θα αναγνώριζαν ως κοινό και τι θα τους ξένιζε περισσότερο;

Μισό αιώνα μετά, όχι μόνο η ΑΣΚΤ αλλά ο κόσμος της τέχνης συνολικά έχει αλλάξει.

Δεν γνωρίζω τους σημερινούς φοιτητές, υποθέτω ωστόσο ότι κοινή με τους φοιτητές τού τότε θα πρέπει να έχουν την εσωτερική δημιουργική διάθεση, την ικανότητα να αντιλαμβάνονται και να μορφοποιούν σε εικόνες, κατασκευές, σωματικές δράσεις και κάθε είδους απεικάσματα τα συναισθήματά τους, τα βιώματα και τις ιδέες τους, τον ψυχοδιανοητικό τους κόσμο, αλλά και τις υποσυνείδητες επιθυμίες τους. Κοινή είναι η ζώσα ελπίδα που φέρουν πάντα οι νέοι.

Το βάρος τότε δινόταν στην πειθαρχία της μαθητείας· σήμερα, στην ελευθερία του πειραματισμού. Τότε παιδεύονταν από τη επιβολή του κανόνα· τώρα, από την απορία της απουσίας κάθε κανόνα.

Οι κίνδυνοι της μαθητείας αλλάζουν, ο μαγνητισμός της γνώσης και η έκλαμψη της δημιουργίας όμως, όταν αυτή κατορθωθεί, είναι ένας εσωτερικός μυητικός αναβαθμός που δεν αλλάζει, ούτε ποτέ απαλείφεται.

Τελικά, πού ήταν στραμμένο και πού πήγε εκείνο το βλέμμα των φοιτητών της ΑΣΚΤ εκείνης της περιόδου που σας θύμισε τον πίνακα του Klee, Angelus Novus;

Όπως όλοι οι άγγελοι, έτσι κι αυτός της Ιστορίας αναπετά τα φτερά του κάθε φορά μπροστά στους ζώντες ανθρώπους. Ο άγγελος του Κλέε είναι πλέον μια εικόνα. Όπως κάθε εικόνα διαμεσολαβεί μόνο την ένταση αυτών που την πιστεύουν. Νομίζω πως ο Μπόρχες θα απαντούσε ότι εκείνο το βλέμμα των φοιτητών είναι παντοτινό και ότι διαπερνά σαν αστραπή θάρρους τον χρόνο, ίδιο κάθε φορά όταν αυτοί πρόκειται να μπουν σε μάχη – είναι το βλέμμα της αθωότητας, εκείνων που, όπως συμβαίνει και στη βάπτιση των νηπίων, θα μυηθούν στην αυτογνωσία μέσα από τη διαβατήρια τελετουργία κινδύνου. Το βλέμμα του θάρρους είναι παντοτινό· το δικό μας βλέμμα μόνο γερνά και χάνεται.