Ο πατέρας μου μετέτρεψε τη ζωή της γυναίκας του σε μια έρημο. Αυτή η φράση συμπυκνώνει το δράμα στην καρδιά της Επετείου, τη μετατροπή της οικογενειακής εστίας σε έναν τόπο άγονο. Η επέτειος είναι το δέκατο τρίτο μυθιστόρημα του Αντρέα Μπαγιάνι, ο οποίος έχει επίσης δημοσιεύσει τρία δοκίμια και τρεις ποιητικές συλλογές. Η ενασχόληση του συγγραφέα με τόσο διαφορετικά και απαιτητικά είδη διαποτίζει τη γραφή του, που χαρακτηρίζεται από ακρίβεια, ελλειπτικότητα και μια χαμηλόφωνη ποιητικότητα. Η επέτειος, που απέσπασε το βραβείο Strega, τη μεγαλύτερη λογοτεχνική διάκριση στην Ιταλία, χρησιμοποιεί αυτά τα υφολογικά εργαλεία για να αρθρώσει μέσω της μυθοπλασίας μια ανατομία της παθολογίας της (ιταλικής) οικογένειας.
Στον πυρήνα της οικογένειας που σκιαγραφείται στην Επέτειο βρίσκεται ένας πατέρας-μονάρχης που επιβάλλει διά της βίας την πλήρη απομόνωση της οικογένειάς του από τον κόσμο, ώστε αυτός να μπορεί να ασκεί πάνω στα μέλη της μια εξουσία απόλυτη.
Ωστόσο, αν και η βία του πατέρα καθορίζει τις ζωές της οικογένειάς του, η πρωταγωνίστρια του βιβλίου είναι η μητέρα. Η ιστορία δομείται γύρω από την προσπάθεια του παιδιού της, και αφηγητή του μυθιστορήματος, να αναστρέψει τη διαδικασία της απορρόφησής της από τον πατέρα. Για αυτόν τον σκοπό την αναζητά σε μνήμες δικές του ή ξένες, για να βρει τόπους και χρόνους όπου εκείνη υπάρχει ελεύθερη από την εξουσία του πατέρα.
Σταδιακά, ο αφηγητής κατορθώνει να ανασύρει ψηφίδες ενός ανθρώπου αυτόνομου. Ομως, σε αυτή την ανάκτηση της μητέρας ελλοχεύει η συνειδητοποίηση ότι η πλήρης απόσπασή της από τον σύζυγό της θα παραμένει πάντα αδύνατη και, ακόμα, ότι εκείνη αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της παθολογίας της οικογένειάς του.
Για τη μητέρα, που παρουσιάζεται από το κείμενο ως ένα πρόσωπο που μεταμορφώνεται από τη βία του πατέρα σε μια ζωντανή-νεκρή, το μυθιστόρημα επιφυλάσσει μερικές από τις πιο ποιητικές εικόνες του, είτε στην περιγραφή των σπάνιων στιγμών που εκείνη διεκδικεί τις επιθυμίες της είτε όταν καταδεικνύει την ακραία βία που υφίσταται. Η ποιητικότητα εν γένει διαδραματίζει καίριο ρόλο στην Επέτειο· σε μια αφήγηση όπου κυριαρχεί η αποστασιοποίηση δημιουργεί τις κατάλληλες ρωγμές ώστε να φωτιστούν όλες οι πτυχές μιας δυσλειτουργικής οικογένειας. Η απάθεια και η αποσύνδεση είναι οι κύριοι μηχανισμοί της αφήγησης στο μυθιστόρημα και ο βασικός μηχανισμός επιβίωσης του αφηγητή στην παιδική του ηλικία. Οι ποιητικές εικόνες, αρμονικά ενταγμένες στο λιτό γλωσσικό σύμπαν του βιβλίου, απορρυθμίζουν σκόπιμα όλα τα τεχνάσματα που μεταχειρίζεται ο αφηγητής για να απομακρυνθεί από το οικογενειακό τραύμα που τον στοιχειώνει.
Η ένταση ανάμεσα στη δημιουργία της μέγιστης δυνατής απόστασης από την ανοιχτή πληγή της οικογένειας και σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια κατανόησής της είναι η εσωτερική αιτία του βιβλίου.
Αλλωστε, και ο βαθιά ειρωνικός τίτλος του μυθιστορήματος σε αυτή την ένταση αναφέρεται. Οταν ξεκινά την καταγραφή των τραυμάτων του, ο αφηγητής «γιορτάζει» τη δεκαετή εθελούσια ρήξη με την οικογένειά του. Διαβεβαιώνει τον αναγνώστη ότι αυτά ήταν τα καλύτερα χρόνια της ζωής του. Το μυθιστόρημα, παραδόξως, λειτουργεί ως πειστήριο αυτής της δήλωσης αλλά και ως απόδειξη του ψυχικού κενού που δημιούργησε ο εθελούσιος ξεριζωμός.
Αυτό το υπαρξιακό κενό τεκμηριώνει και μια κοινωνική αποτυχία. Σε μια από τις τελευταίες σκηνές του μυθιστορήματος ο αφηγητής αναφέρει ότι συναντά Ιταλούς σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης που, όπως και εκείνος, υψώνουν ωκεανούς ανάμεσα σε αυτούς και τις οικογένειές τους. Η επέτειος αποτελεί μια απόπειρα προσέγγισης αυτού του φαινομένου.
Ο Μπαγιάνι καταγράφει με κλινική ακρίβεια τη βία ενός άντρα που στιγματίζει οριστικά τα παιδιά του και οδηγεί τη γυναίκα του στα πρόθυρα του ψυχικού αφανισμού. Ωστόσο, το κείμενο μας υπενθυμίζει ότι αυτή η βία είναι, σε μεγάλο βαθμό, απότοκο ενός βαθύτερου κοινωνικού μηχανισμού, ιδιαίτερα οικείου και στον Ελληνα αναγνώστη, που καθορίζει τη διάρθρωση της οικογένειας στους λαούς της Μεσογείου.
