ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σοφία Αυγητίδου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η συζήτηση για την ένταξη των παιδιών προσφύγων στο εκπαιδευτικό μας σύστημα επανέρχεται στο προσκήνιο ενώ εδώ και τρία χρόνια έχουν γίνει μεγάλα βήματα προόδου. Η συζήτηση δεν αφορά περαιτέρω βελτιώσεις αλλά την οπισθοδρόμηση από τα κεκτημένα. Διαπιστώνουμε καθυστέρηση στην έγκαιρη έκδοση απόφασης για την ίδρυση των Δομών Υποστήριξης της Εκπαίδευσης των Προσφύγων (ΔΥΕΠ) τη φετινή σχολική χρονιά, καθυστερήσεις στον διορισμό αναπληρωτών εκπαιδευτικών που θα αναλάβουν την εκπαίδευσή τους, παρατυπίες στην επιλογή των Συντονιστών Εκπαίδευσης Προσφύγων (ΣΕΠ), ολιγωρία σε ορισμένες περιοχές στην εξασφάλιση μετακίνησης των παιδιών προσφύγων στα ελληνικά σχολεία.

Τα σχολεία έχουν όμως ήδη ξεκινήσει. Αποτέλεσμα των παραπάνω ολιγωριών είναι ο υπαρκτός κίνδυνος αποκλεισμού αρκετών παιδιών προσφύγων από την εκπαίδευση. Εχοντας υπογράψει τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, η χώρα μας είναι υποχρεωμένη να διασφαλίσει το δικαίωμα αυτό για όλα τα παιδιά, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, θρησκευτικής πίστης, φύλου και όποιας άλλης διάκρισης.

Η θεσμοθέτηση των ΔΥΕΠ και του ρόλου των ΣΕΠ, η προηγούμενη φοίτηση άνω των 12.000 μαθητών και μαθητριών στα σχολεία με φροντίδα για τη μετακίνησή τους μέσω του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης και η δόκιμη συνεργασία με άλλους διεθνείς οργανισμούς (π.χ. UNICEF) αποτελούν εχέγγυα τόσο για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των παιδιών όσο και για την προώθηση της κοινωνικής συνοχής. Γιατί λοιπόν, ενώ υπάρχουν θεσμοθετημένες διαδικασίες και ρόλοι, προηγούμενες εμπειρίες και πρακτικές δεν αξιοποιούνται;

Η πλαισίωση της απάντησης αυτού του ερωτήματος με βάση την ευρύτερη θεώρηση των προσφύγων από την κυβέρνηση προσφέρει πιθανές εξηγήσεις. Η κατάργηση του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής και η υπαγωγή των αρμοδιοτήτων του στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη (πρώην υπουργείο Δημόσιας Τάξης) τοποθετεί τους αιτούντες άσυλο στη θέση προσώπων που εν δυνάμει απειλούν την εθνική ασφάλεια της χώρας. Το επιχείρημα αυτό διαγράφεται τόσο σε δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών όσο και στον λόγο ορισμένων ΜΜΕ. Το δράμα των αιτούντων άσυλο, τα δυστυχήματα στους καταυλισμούς αλλά και οι μεταξύ τους εντάσεις αντιμετωπίζονται και προβάλλονται ως ζητήματα αταξίας και ανομίας. Η πρόσφατη και ολοένα και συχνότερη επιλογή μετάβασης στην ορολογία από τη λέξη πρόσφυγας στη λέξη μετανάστης ή ακόμα χειρότερα «λαθρομετανάστης» και άλλα διοικητικά μέτρα αμφισβητούν κατ’ ουσίαν τις υποχρεώσεις μας που προκύπτουν από διεθνείς συμβάσεις, από το Σύνταγμα, αλλά κυρίως από τις ανθρωπιστικές μας αξίες. Μια τέτοια θεώρηση προκαλεί διχασμό στην κοινωνία, φόβο για την ετερότητα, υποδαυλίζει εθνικιστικές και ρατσιστικές πρακτικές.

Σε αυτή τη συνθήκη η ευθύνη να διασφαλίσουμε μια ανθρώπινη, κοινωνικά δίκαιη και δημοκρατική κοινωνία είναι μεγάλη για όλους μας. Ιδιαίτερα επιτακτική είναι η ανάγκη να διεκδικήσουμε πρώτα εμείς, ως μέλη της ακαδημαϊκής και εκπαιδευτικής κοινότητας και ως πολίτες, τα προφανή για την εκπαίδευση όλων των παιδιών που ζουν στη χώρα μας. Γιατί για εμάς όλα τα παιδιά είναι παιδιά και με αυτή τους την ιδιότητα και μόνο έχουν θέση στο εκπαιδευτικό σύστημα. Δεν χρειάζονται άλλες πρόσθετες προϋποθέσεις που συχνά αντίκεινται όχι μόνο στο νομικό-δικαιωματικό πλαίσιο αλλά και στις προηγούμενες εκπαιδευτικές πρακτικές της χώρας μας.

Το πεδίο της εκπαίδευσης αποτελεί άλλωστε παραδοσιακά προνομιακό χώρο για την ένταξη όλων των παιδιών και έμμεσα και των οικογενειών τους με όρους ισονομίας και παράλληλα μια διαδικασία ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής που απαιτεί τις άμεσες ενέργειες της πολιτείας και τη στήριξη από όλα τα μέλη της ακαδημαϊκής και εκπαιδευτικής κοινότητας. Δεν αρκεί να παραμένουμε στη θεωρία της διδασκαλίας εντός των πανεπιστημιακών αμφιθεάτρων, οφείλουμε να τη μετουσιώσουμε σε πράξη ακολουθώντας το παράδειγμα ήδη υλοποιημένων παιδαγωγικών παρεμβάσεων από πολλούς εκπαιδευτικούς με τη στήριξη και των Παιδαγωγικών Τμημάτων της χώρας. Τα πολλά θετικά παραδείγματα παρεμβάσεων αλληλεγγύης από συλλόγους και ομάδες εκπαιδευτικών και γονέων συνιστούν πρωτοβουλίες που οφείλουμε να στηρίξουμε.

*καθηγήτρια Παιδαγωγικής – Εκπαίδευσης Εκπαιδευτικών, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας