Λέγαμε στο προηγούμενο ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο στην επανεκκίνηση του ΣΥΡΙΖΑ, στην απαραίτητη «απόδραση στο μέλλον», είναι το business as usual (https://www.efsyn.gr/themata/politika-kai-filosofika-epikaira/398536_apodrasi-sto-mellon-1). Η τελευταία εβδομάδα έδειξε ότι ο κίνδυνος είναι υπαρκτός. Οι διαδικασίες για την αξιολόγηση των αιτίων της ήττας καθυστερούν, αλλά τα λάθη επαναλαμβάνονται. Τα μέλη και οι φίλοι, που έδωσαν αβοήθητοι την εκλογική μάχη, αγωνιούν για το μέλλον, αλλά δεν έχουν τη δυνατότητα να ανταλλάξουν κριτικές ή προτάσεις για την πολιτική και ιδεολογική ταυτότητα, την εκλογική στρατηγική, τις δυσλειτουργίες της ηγετικής ομάδας και της γραφειοκρατίας. Η ηγεσία της συντριβής συνεδριάζει, οι «τάσεις» αποφασίζουν και πιέζουν, τα μέλη πληροφορούνται τα τεκταινόμενα από τις διαρροές.
Οι αριστεροί έχουν επιδείξει επανειλημμένα στο παρελθόν το «κουράγιο της απελπισίας», όπως το ονόμασε ο Benjamin και ο Zizek. Η απόδραση πρέπει να ξεκινήσει με το θάρρος της σκέψης που διδάσκει την πράξη. Η Αριστερά πρέπει να ξανασκεφτεί το όραμά και την ταυτότητά της, το πρόγραμμα και τη στρατηγική, τον ρόλο του κόμματος κινητοποιώντας τις αξίες και τους θεσμούς της, τη βέλτιστη επιστημονική τεκμηρίωση και τη «συλλογική ευφυΐα» που δικτυώνεται στα μέλη και στους φίλους της. Πρέπει να οικοδομήσουμε τη Νέα Αριστερά χρησιμοποιώντας τόσο τους καλύτερους θεωρητικούς πόρους και την πολιτική φαντασία μας όσο και την εμπειρία κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Θα είναι μια «Νέα» Αριστερά, διότι βρισκόμαστε σε ένα νέο γεωπολιτικό, κοινωνικο-οικονομικό και πολιτικό τοπίο.
Ο νεοφιλελευθερισμός και ο νεοσυντηρητισμός έχουν προσαρμόσει τα κλασικά καπιταλιστικά εργαλεία στο νέο περιβάλλον. Οφείλουμε να κάνουμε το ίδιο. Αυτό σημαίνει να ξεκινήσουμε με μια ανάλυση του κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε, του στρατηγικού μας στόχου και των βημάτων που μας πηγαίνουν από εδώ που είμαστε στον προορισμό μας. Το πρόβλημά μας δεν είναι ότι η Αριστερά έχει πολλή θεωρία και λίγη πρακτική, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Πολλές αποτυχίες του ΣΥΡΙΖΑ ήταν αποτέλεσμα περιορισμένης θεωρητικής ανάλυσης σε συνδυασμό με την έλλειψη σχεδιασμού και προετοιμασίας και περιορισμένη κατανόηση του συνδυασμού δύναμης. Πρέπει να εγκαταλείψουμε τους παλιούς δογματισμούς, που πια δεν ανταποκρίνονται στον κόσμο που ζούμε. Πρέπει να φτιάξουμε μια καινούργια πολιτική σκέψη, να δώσουμε νέο νόημα στον σοσιαλισμό που θα μας προσφέρει ένα νέο όραμα για το μέλλον.
Η Νέα Αριστερά χρειάζεται αλλαγή παραδείγματος. Ξεκινάει με μια ανάλυση της κοινωνικής πραγματικότητας του παγκοσμιοποιημένου, μεταφορντιστικού καπιταλισμού και συνυπολογίζει τις καταστροφικές συνέπειες των διαδοχικών κρίσεων και της παγκόσμιας κατάστασης εξαίρεσης που ακολούθησε. Το νέο παράδειγμα πρέπει να χρησιμοποιήσει υπάρχοντα και νέα θεωρητικά εργαλεία, την Ιστορία και την εμπειρία μας, συναρμολογώντας τα σε ένα συνεκτικό σύνολο. Η νέα θεωρητική σύλληψη κατανοεί την εμπειρία της μετα-βιομηχανικής κοινωνίας και ταυτόχρονα τη μετακινεί προς την κατεύθυνση της ριζοσπαστικής δημοκρατίας.
Η αριστερή θεωρία αντιμετωπίζει τα προβλήματα του παρόντος από τη σκοπιά ενός μέλλοντος που δεν υπάρχει ακόμη. Η χρονική λειτουργία της είναι ο συντελεσμένος μέλλοντας: αυτό που θα επιτελέσει ο μελλοντικός δημοκρατικός σοσιαλισμός γίνεται ενεργό συστατικό στοιχείο των πολιτικών του παρόντος. Η αριστερή θεωρία πρέπει να είναι αρκετά συγκεκριμένη ώστε να προσαρμόζεται στις συνθήκες της χώρας και της εποχής που επιδιώκει να μετασχηματίσει. Πρέπει όμως να αναφέρεται επίσης στις οικουμενικές αξίες και προσδοκίες του κοινωνικού μετασχηματισμού. Γιατί η Αριστερά λειτουργεί στον χώρο μεταξύ μερικού και οικουμενικού, τοπικού και παγκόσμιου, του ατόμου με ιδιωτικά συμφέροντα και εκείνου που υπηρετεί έναν σκοπό μεγαλύτερο από κάθε ιδιώτη. Για να ανανεώσουμε την Αριστερά στη θεωρία και στο πεδίο πρέπει επομένως να συνδυάσουμε οικουμενικές διεργασίες σκέψης με τοπικές και συγκεκριμένες πολιτικές εμπειρίες.
Πώς γίνεται αυτό; Ξεκινάμε και από τα πάνω και από τα κάτω. Συγκεκριμενοποιούμε και εξατομικεύουμε θεωρητικές θέσεις -ισότητα, δημοκρατία, κοινωνική δικαιοσύνη-, αλλά ταυτόχρονα γενικεύουμε τις εμπειρίες μας – π.χ. την έλλειψη αναπτυξιακού προγραμματισμού, την καταστροφή των κοινών, την υπονόμευση και των συλλογικών διαδικασιών. Ετσι φτάνουμε σε ένα ενδιάμεσο σημείο σύγκλισης και αμοιβαίας διόρθωσης θεωρίας και πρακτικής. Ξεκινάμε από τις εμπειρίες της αριστερής κυβέρνησης, της αντιπολίτευσης, των ηττών του 2019 και 2023 και τις συνδέουμε με τις διαθέσιμες θεωρητικές θέσεις σχεδιάζοντας ευέλικτους κανόνες και στρατηγικές για μελλοντική χρήση.
Οι κοινωνικές επιστήμες προϋποθέτουν την αντιστοίχιση πραγματικότητας και θεωρίας. Η κοινωνική συνείδηση και η πολιτική πρακτική αναδύονται και εξαρτώνται από την κοινωνική ύπαρξη. Οταν αλλάζει η πραγματικότητα, αλλάζει και η σκέψη που την αντανακλά. Το βασικό μάθημα του μαρξισμού είναι ότι είναι δυνατό να υπερβούμε τις αντιφάσεις μέσα από τη δράση και την άρνηση του υπάρχοντος. Ωστόσο η σύγχρονη ριζοσπαστική φιλοσοφία έχει εγκαταλείψει εν μέρει την πεποίθηση ότι ο κόσμος κινείται σε δρόμους παράλληλους και εξαρτώμενους με τη γνώση και κατανόησή του. Οι στέρεες θεωρητικές βάσεις -οικονομικός επικαθορισμός, τάξεις, ρόλος του κόμματος, ιστορική κίνηση προς τα μπρος- αντικαταστάθηκαν από πληθυντικές λογικές, ενδεχομενικά συμβάντα, ασχεδίαστες και απρόθετες συνέπειες, την κεντρική σημασία του σώματος και των συναισθημάτων. Η ριζοσπαστική φιλοσοφία δέχεται, ανοιχτά ή υπόρρητα, ότι η αλήθεια δεν αποτελεί αντανάκλαση της πραγματικότητας αλλά προσπάθεια και στράτευση στη ριζοσπαστική ανασυγκρότησή της.
Η Νέα Αριστερά πετυχαίνει επομένως όταν μπορεί να αλλάξει τους ίδιους τους όρους μέσα στους οποίους αναδύθηκε. Η θεωρία και το αριστερό κόμμα δεν αντανακλούν μόνο, αλλά επηρεάζουν το κοινωνικό γίγνεσθαι. Η πολιτική πρακτική διδάσκεται από τη θεωρία και επεμβαίνει στην πραγματικότητα για να κατασκευάσει την «αλήθεια» της ριζοσπαστικής αλλαγής. Η αριστερή σκέψη αποτελεί συνδυασμό της εμπειρικής ύπαρξης και αυτού που δεν υπάρχει ακόμη, της πραγματικότητας και της ουτοπίας. Αποκαλύπτει τι έχει, τι λείπει από την πραγματικότητα, ώστε να φανταστεί ένα μέλλον που παρότι δεν υπάρχει μπορεί να έρθει. Μια ηγεμονική πολιτική δημιουργεί το πεδίο παρέμβασής της, το κοινωνικό και πολιτικό της υποκείμενο, τη στρατηγική της αλλαγής που ενώνουν το παρόν με το συντελεσμένο μέλλον.
Πρόκειται λοιπόν για μια ρεαλιστική ουτοπία, μια κοινωνική πραγματικότητα που παρότι δεν υπάρχει ακόμη οι προϊδεασμοί και τα σημάδια βρίσκονται παντού στην καθημερινή μας ζωή: στην αλληλεγγύη στους πρόσφυγες και τους κατατρεγμένους, στην ποίηση, στο τραγούδι και στην τέχνη της ανάγκης και της ήττας, στα όνειρα των παιδιών και στη φαντασία των μεγάλων, ακόμη κι αν αυτά «περιορίζονται» σε μικρή βελτίωση της ζωής, σε λίγες μέρες διακοπές, σε περισσότερο σεβασμό από τις εξουσίες. Οπου σιγοφέγγει το όραμα ενός καλυτέρου μέλλοντος, εκεί βρίσκονται οι δυνάμεις που θα το προσπαθήσουν: οι αδύναμοι οικονομικά και οι νέοι που δεν ψήφισαν Αριστερά, όσοι δεν ξέρουν τι είναι Αριστερά αλλά ξέρουν ότι ζουν σε άδικο τόπο. Δεν έχουν ιδεολογικό πρόσημο ή ταυτότητα, δεν είναι κομματικά ενταγμένοι ή οπαδοί. Η ποίηση και η σπίθα που τους κινητοποιεί είναι το «κουράγιο της απελπισίας». Γιατί ενώ δεν ξέρουμε πού βρίσκεται η δικαιοσύνη, όλοι καταλαβαίνουμε τι είναι αδικία. Αντί λοιπόν για «δικαιοσύνη παντού», «λιγότερη αδικία».
Η περίφημη ενδέκατη θέση του Μαρξ έλεγε ότι οι φιλόσοφοι ερμηνεύουν τον κόσμο, δουλειά μας είναι να τον αλλάξουμε. Τα πρόσφατα γεγονότα έδειξαν ότι η σημερινή εκδοχή της είναι: «Για να αλλάξουμε τον κόσμο, πρέπει να τον ερμηνεύσουμε εκ νέου».
*Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, πρόεδρος του Ινστιτούτου «Νίκος Πουλαντζάς»
