Ο χρόνος παίζει περίεργα παιχνίδια. Οταν τα Χριστούγεννα του 1989 το έκτακτο στρατοδικείο του «Μετώπου Εθνικής Σωτηρίας» καταδίκασε με συνοπτικές διαδικασίες σε θάνατο και τουφέκισε τον ηγέτη της Ρουμανίας Νικολάε Τσαουσέσκου και τη σύζυγό του Ελενα με την κατηγορία της «γενοκτονίας» του λαού τους, η καταδίκη εκείνη δεν αφορούσε μόνο την αιματηρή απόπειρα καταστολής της λαϊκής εξέγερσης που τελικά ανέτρεψε το ιδιόρρυθμο (και άκρως προσωπολατρικό) καθεστώς του εγχώριου «εθνοκομμουνισμού».
«Πόσο δρόμο έχει διανύσει η Ρουμανία τα 4 τελευταία χρόνια! Καταφέρατε να διαχειριστείτε ακόμη κι αυτό το πελώριο ανάκτορο· έργο ενός μεγαλομανούς, βέβαια, αλλά ταυτόχρονα ένα αριστούργημα του ρουμανικού λαού» | Κατρίν Λαλιμιέρ, γ.γ. του Συμβουλίου της Ευρώπης (1994)
Ακόμη περισσότερο βάραινε στην πλάστιγγα η δρακόντεια λιτότητα που αυτό το καθεστώς είχε επιβάλει στους Ρουμάνους για μιαν ολόκληρη δεκαετία, προκειμένου να υλοποιηθούν δυο μείζονες εθνικοί στόχοι: η αποπληρωμή των δανείων της χώρας προς το εξωτερικό, βάσει «μνημονίων» με το ΔΝΤ, και η ταυτόχρονη δραστική ανοικοδόμηση ενός τμήματος του ιστορικού κέντρου του Βουκουρεστίου, ώστε η ρουμανική πρωτεύουσα να αποκτήσει ένα κυβερνητικό ανάκτορο ισάξιο της εμβέλειας των ηγητόρων της. Τριάντα τρία ακριβώς χρόνια μετά, το μεν ΔΝΤ εξακολουθεί να υπαγορεύει την οικονομική πολιτική της χώρας, το δε «ανάκτορο» (palatul) του Τσαουσέσκου έχει αναγορευθεί σε τουριστικό σήμα κατατεθέν της πόλης, προκαλώντας μάλιστα νέες εμπνεύσεις σε ακόμη παραδοσιακότερους μιμητές.
Με το πρώτο σκέλος αυτής της εξίσωσης έχουμε ασχοληθεί αναλυτικά σε παλιότερο δημοσίευμά μας («Ο πιο καλός πελάτης του ΔΝΤ», «Εφ.Συν» 19.12.2015). Θα περιοριστούμε λοιπόν σήμερα στο δεύτερο: την τύχη του «τερατουργήματος» που προβλήθηκε κάποτε σαν το κατεξοχήν σύμβολο της μεγαλομανιακής παράνοιας του «Δούναβη της σκέψης» (κατά τους κόλακές του) ή σύγχρονου «Δράκουλα» (για τους υπόλοιπους) που κυβέρνησε τη Ρουμανία μεταξύ 1965 και 1989. Επισκόπηση που αποδεικνύει, αν μη τι άλλο, πόσο οι κοινωνίες μας έχουν οπισθοδρομήσει τελικά από τις απελευθερωτικές ιδέες εκείνων των χρόνων.
Από το «τέρας» στο «αριστούργημα»
Η αρχική ιδέα για την κατασκευή του «ανακτόρου», που θα στέγαζε όλους τους φορείς της τότε κρατικής εξουσίας (Κ.Ε. του Κ.Κ. Ρουμανίας, υπουργικό συμβούλιο, Συμβούλιο Επικρατείας, Κοινοβούλιο) και τη ριζική πολεοδομική αναμόρφωση της γύρω περιοχής ξεκίνησε μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1977 (1.400 νεκροί).
Η σχετική έμπνευση προήλθε από τον συγκερασμό δύο προτύπων: των αντίστοιχων μεσοπολεμικών σχεδίων του βασιλιά Καρόλου του Β’, που έμειναν στο συρτάρι, και της βορειοκορεατικής Πιονγιάνγκ του Κιμ Ιλ Σουνγκ, που είχε ισοπεδωθεί πλήρως από τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς το 1950-1953 και ξαναχτίστηκε από την αρχή. Επικεφαλής του έργου τέθηκε η 28χρονη αρχιτέκτονας Ανκα Πετρέσκου (1949-2013), με βοηθούς περίπου 700 συναδέλφους της· το εργοτάξιο δούλεψε σε 24ωρη βάση, απασχολώντας 20.000 εργάτες και 12.000 φαντάρους σε τρεις διαδοχικές βάρδιες.
Η δημιουργία του «Πολιτικού Κέντρου» (Centru Civic), με επίκεντρο τον «Οίκο της Δημοκρατίας» (Casa Republici), όπως αποκαλούνταν επίσημα το ανάκτορο, ξεκίνησε το 1980 με την ισοπέδωση μιας ολόκληρης παραδοσιακής συνοικίας (Uranus), που οι σεισμολόγοι έκριναν ως την ασφαλέστερη· οι 57.000 οικογένειες των κατοίκων της εκτοπίστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες στα απρόσωπα περίχωρα της πρωτεύουσας. Πολύ περισσότερο από το δράμα των ξεριζωμένων, τον άκρως θρησκευόμενο πληθυσμό σόκαρε ωστόσο το γκρέμισμα 20 εκκλησιών (και η «μετακόμιση» άλλων οκτώ, που κρίθηκαν πιο αξιόλογες, στη διπλανή συνοικία) με την άδεια και δημόσια στήριξη του τοπικού Πατριαρχείου.
Ακολούθησε τον Ιούνιο του 1984 η θεμελίωση του ανακτόρου από το ζεύγος Τσαουσέσκου, που δεν πρόλαβε όμως τελικά να χαρεί το δημιούργημά του. Οταν τον Δεκέμβριο του 1989 το «εθνοκομμουνιστικό» καθεστώς ανατράπηκε από έναν συνδυασμό λαϊκής εξέγερσης και ενδοκαθεστωτικού μεταπολιτευτικού πραξικοπήματος, έξι μήνες μετά την ολοσχερή αποπληρωμή του εξωτερικού χρέους της χώρας στο ΔΝΤ, το Palatul είχε οικοδομηθεί κατά 60% μονάχα, με το εσωτερικό του να παραμένει ακόμη γιαπί. Οι φορτισμένες πρώιμες μετεπαναστατικές εισηγήσεις του 1990 για ανατίναξή του έμειναν φυσικά στα χαρτιά, ολοκληρώθηκε δε όπως-όπως μεταξύ 1992-1996, για να εκπληρώσει τελικά τον ίδιο σκοπό για τον οποίο χτίστηκε: το 1993 εγκαταστάθηκε εκεί η Βουλή, μετά την παραχώρηση του κτιρίου της στο ρουμανικό Πατριαρχείο, κι ακολούθησαν το Κέντρο Διεθνών Διασκέψεων (1994), το Νομοθετικό Συμβούλιο, το Συνταγματικό Δικαστήριο, η Γερουσία και το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (2004). Το όλο συγκρότημα θεωρείται πλέον βασικό τουριστικό αξιοθέατο ή ακόμη και σύμβολο του Βουκουρεστίου, όπως πιστοποιεί η μαζική απεικόνισή του σε καρτ-ποστάλ αλλά και σε κάθε διεθνή κινηματογραφική παραγωγή που αναφέρεται στην πόλη.
Την πρακτική αξιοποίηση συνόδευσε η ένταξη του έργου στο εθνικό αφήγημα, με κάποιες μικροαλλαγές στην επίσημη ονοματοθεσία. Η λεωφόρος «Νίκης του Σοσιαλισμού», που οδηγεί στο ανάκτορο, μετονομάστηκε βέβαια σε «Λεωφόρο Ενότητας», όπως και ο ίδιος ο «Οίκος της Δημοκρατίας» σε «Οίκο του Λαού» (Casa Poporului) κι εν συνεχεία σε «Ανάκτορο Κοινοβουλίου» (Palatul Parlamentului), η ανάδειξή του σε σύμβολο εθνικής περηφάνιας ελάχιστα απέχει ωστόσο από τη «Χρυσή Εποχή» των Τσαουσέσκου. Μολονότι παραδέχεται πως το ανάκτορο «είναι ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα κτίρια στη Ρουμανία», η επίσημη ιστοσελίδα του δεν παραλείπει λ.χ. να θυμίσει με τον δέοντα ενθουσιασμό την κατάρριψη των σχετικών ρεκόρ, σύμφωνα με το Βιβλίο Γκίνες: πρόκειται για το μεγαλύτερο διοικητικό κτίσμα στον κόσμο (μετά το αμερικανικό Πεντάγωνο), το τρίτο σε όγκο και το πρώτο σε βάρος παγκοσμίως, αν εξαιρέσουμε την πυραμίδα της Γκίζας. Αντί για υλοποίηση της φαντασίωσης ενός στυγερού δικτάτορα, διαφημίζεται πλέον σαν απόδειξη των δημιουργικών δυνατοτήτων του ρουμανικού έθνους· όπως τόνιζε και ο ίδιος ο Τσαουσέσκου, για την οικοδόμησή του χρησιμοποιήθηκαν άλλωστε «μόνο Ρουμάνοι» καλλιτέχνες κι εργάτες και «μονάχα ρουμανικά» υλικά.
Αν τη δεκαετία του 1990 κυριαρχούσαν οι συγκρίσεις με τη μουσολινική ανάπλαση του ιστορικού κέντρου της Ρώμης ή τα ανεκπλήρωτα σχέδια του Φον Σπέερ για το χιτλερικό Βερολίνο του μέλλοντος, σήμερα τονίζεται περισσότερο η ιστορική συνέχεια με τα –εξίσου ανεκπλήρωτα– βασιλικά σχέδια του 1935, ως έκφραση μιας αδιάλειπτης ιστορικής συνέχειας. Ηδη από το 1994, η γενική γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης Κατρίν Λαλιμιέρ είχε σπεύσει να συγχαρεί δημόσια τους Ρουμάνους γι’ «αυτό το πελώριο ανάκτορο, κατασκευή ενός μεγαλομανούς αλλά, ταυτόχρονα, ένα αριστούργημα του ρουμανικού λαού».
Ας μη βιαστούμε να λοιδορήσουμε. Σε τελική ανάλυση, ποιος θυμάται σήμερα τι κόστισε στους τότε Γάλλους η ανέγερση του ανακτόρου των Βερσαλλιών; Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη πως η Ρουμανία επιδεικνύει σήμερα στους τουρίστες κυρίως τα παλάτια και τους πύργους που έχτισαν ή ανακαίνισαν οι βασιλιάδες της μεταξύ 1878 και 1944, η έμμεση αυτή ανομολόγητη ένταξη του ζεύγους Τσαουσέσκου στο σχετικό εθνικό πάνθεο φαντάζει απόλυτα δικαιολογημένη. Ο,τι σόκαρε τον καιρό της ανέγερσης του Palatul, η κραυγαλέα δηλαδή αντίφαση ανάμεσα στον «κομμουνιστικό» (θεωρητικά) χαρακτήρα του καθεστώτος και τη φαραωνική πραγματική φύση και στοχοθεσία του, δεν έχει πια κανένα νόημα σ’ έναν κόσμο όπου η ανισότητα των ανθρώπων εκλαμβάνεται ως η μόνη φυσική τάξη πραγμάτων. Βαθιά στο χώμα, ο «Δούναβης της σκέψης» δικαιούται πλέον να νιώθει ιστορικά δικαιωμένος που αντικατέστησε έγκαιρα τις σοσιαλιστικές επαγγελίες για κοινωνική ισότητα και συλλογική ευημερία με την έμπρακτη –έστω και οδυνηρή– εξύμνηση του δισχιλιετούς εθνικού μεγαλείου…
Πίσω έχει η Εκκλησία την ουρά
Η επιτυχία του εγχειρήματος υπήρξε άλλωστε τέτοια, ώστε βρήκε μιμητές και σε παραδοσιακότερους θεσμούς, με ακόμη μεγαλύτερες ρίζες (και απήχηση) στην τοπική κοινωνία. Το 2006 το Κοινοβούλιο παραχώρησε στην Εκκλησία μια έκταση 110 στρεμμάτων πίσω ακριβώς από το ανάκτορο, για την ανέγερση του νέου μητροπολιτικού «Ναού της Σωτηρίας του Ρουμανικού Λαού», χωρητικότητας 10.000 ατόμων· αρχικό σχέδιο –κι εδώ– του Μεσοπολέμου, που αναστήθηκε το 1999 από τον πατριάρχη Θεόκτιστο.
Η ανέγερση του ναού ξεκίνησε το 2010 και, μολονότι δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, τα θυρανοίξιά του έγιναν στις 25.11.2018 με συμμετοχή του οικουμενικού πατριάρχη Βαρθολομαίου και του δικού μας μητροπολίτη Πατρών Χρυσόστομου. Πρόκειται για ακόμη ένα φαραωνικό έργο, που «διαλέγεται» με το ανάκτορο του Τσαουσέσκου δίχως να κρύβει την πρόθεσή του να το επισκιάσει: διαφημιζόμενη ως η ψηλότερη και μεγαλύτερη σε όγκο ορθόδοξη εκκλησία παγκοσμίως, προοριζόταν αρχικά να το ξεπεράσει σε ύψος κατά 50 μέτρα, επιβεβαιώνοντας συμβολικά την ανωτερότητα της θρησκείας απέναντι στην ανταγωνιστική, κοσμική νοερή κοινότητα του έθνους.
Σε αντίθεση δε με τη διακηρυγμένη εντοπιότητα του Palatul, που υπαγορεύτηκε από τις εθνοκομμουνιστικές φαντασιώσεις της δεκαετίας του 1980, οι πρώτες ύλες για τα 18 στρέμματα ψηφιδωτών του Ναού της Σωτηρίας εισάγονται κυρίως από τη Βενετία, τη Φλωρεντία και την Καράρα. Η «οικουμενικότητα» της Ορθόδοξης χριστιανοσύνης αποδεικνύεται έτσι, για μιαν ακόμη φορά, απόλυτα συμβατή με την οικονομική κινητικότητα των παγκοσμιοποιημένων καιρών μας.
