Ξημερώματα της Τρίτης 17 Ιουνίου 1958. Βρισκόμαστε στην 23η μέρα του Γ΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που ξεκίνησε με επίθεση των στρατευμάτων του Συμφώνου της Βαρσοβίας κατά του ΝΑΤΟ και της Γιουγκοσλαβίας στην Κεντρική Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Ο ελληνικός στρατός έχει ευθύς εξαρχής αναδιπλωθεί κατά μήκος του ποταμού Στρυμόνα, εγκαταλείποντας σύμφωνα με τα προβλεπόμενα σχέδια -ως μη υπερασπίσιμες- την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη. Σε μια δεύτερη φάση υποχωρεί συντεταγμένα στη γραμμή Βίτσι-Καϊμακτσαλάν-Πάικο-Πιέρια-Ολυμπος, αφήνοντας τη Θεσσαλονίκη και τα εδάφη μεταξύ Στρυμόνα και Αξιού στα χέρια των βουλγαρικών και σοβιετικών στρατευμάτων, προτού αντεπιτεθεί με σκοπό την επανασύνδεσή του με τις συμμαχικές γιουγκοσλαβικές δυνάμεις και την «απελευθέρωση» της (σημερινής) Βόρειας Μακεδονίας από τους Σοβιετικούς εισβολείς.
Οι μάχες είναι σκληρές, διεξάγονται δε όχι μόνο με συμβατικά αλλά και με πυρηνικά όπλα: τα μετόπισθεν του εχθρού έχουν ήδη βομβαρδιστεί από αεροσκάφη και πυραύλους του αμερικανικού 6ου στόλου, συχνή είναι όμως και η ρίψη ατομικών βομβών στο πεδίο της μάχης – μέσα από το οποίο προβλέπεται να διαβούν τις επόμενες μέρες, κατά την αντεπίθεσή τους, οι «ημέτεροι» φαντάροι.
Τα παραπάνω μπορεί ν’ ακούγονται σαν σενάριο (όχι και τόσο) επιστημονικής φαντασίας, αποτελούσαν ωστόσο επίσημο σχέδιο του ελληνικού στρατού στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου και του εθνάρχη Καραμανλή, αποτυπώνοντας τον στρατηγικό προορισμό και τα επιχειρησιακά καθήκοντα των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου. Για την ακρίβεια, είναι το σενάριο της επιτελικής άσκησης («ασκήσεως σκελετού») της 1ης Στρατιάς, του βασικού δηλαδή όγκου του τότε ελληνικού στρατού, που διεξήχθη μεταξύ 17-21 Ιουνίου 1958 με την κωδική ονομασία «Δόξα Τρία», υπό την ηγεσία του αρχηγού της (και κατοπινού αρχηγού ΓΕΣ), αντιστράτηγου Δημητρίου Σειραδάκη.
Λεπτομέρειες γι’ αυτή την άσκηση πληροφορούμαστε από δυο ντοκουμέντα, τις «Γενικές Οδηγίες Ασκήσεως» (17 σελ.) και την «Τελικήν έκθεσιν διοικητού» (35 σελ.) που τυπώθηκαν σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, ένα ζευγάρι από τα οποία διατέθηκε προ καιρού σε δημοπρασία γνωστού οίκου της Θεσσαλονίκης.
Το αμερικανικό υπόδειγμα
Η γενική ιδέα του παραπάνω σεναρίου αναπαρήγαγε απλά τα ψυχροπολεμικά στερεότυπα της εποχής περί εγγενούς επιθετικότητας του σοβιετικού μπλοκ, στερεότυπα που διαψεύσθηκαν τελικά παταγωδώς από τις εξελίξεις των επόμενων δεκαετιών. Αυτό που έχει όμως ενδιαφέρον στη συγκεκριμένη άσκηση, αν λάβουμε υπόψη όσα συμβαίνουν σήμερα στην ευρύτερη περιοχή μας αλλά και σε παγκόσμια κλίμακα, είναι κυρίως οι προβλέψεις της για μαζική χρήση πυρηνικών όπλων, με διαδικασίες και ευκολία λήψης των σχετικών αποφάσεων που δεν απείχαν και πολύ από τις αντίστοιχες ενός «κανονικού», συμβατικού πολέμου.
Μέσα από την ψυχρή στρατιωτική ορολογία των ντοκουμέντων της άσκησης αναδύεται έτσι η εφιαλτική εικόνα ενός γενικευμένου Αρμαγεδδώνα, με τις στρατιωτικές ηγεσίες να διεξάγουν έναν παρανοϊκό κυριολεκτικά αγώνα επικράτησης σε εδάφη που κατά πάσα πιθανότητα δεν θα ήταν πλέον κατοικήσιμα.
«Αυτοί που βρίσκονται ψηλά λένε: Να ο δρόμος για τη δόξα. Αυτοί που είναι χαμηλά λένε: Να ο δρόμος για το μνήμα» | Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Γερμανικό εγχειρίδιο πολέμου» (1936)
Μολονότι αυτό δεν αναφέρεται πουθενά στα δυο ντοκουμέντα, είναι προφανές ότι το σενάριο της «Δόξα Τρία» συνιστούσε, στις βασικές τουλάχιστον γραμμές του, απλή μεταγραφή στα ελληνικά κάποιου αγγλόγλωσσου σχεδίου του ΝΑΤΟ. Την προέλευση αυτή προδίδουν κατ’ αρχάς μια σειρά αδόκιμες μεταφράσεις: η στιγμή της έναρξης του (υποθετικού) πολέμου μνημονεύεται λ.χ. σταθερά ως «D-ημέρα» (D-Day) και όχι «ημέρα D», όπως είθισται στα ελληνικά· σύμφωνα πάλι με τις «Γενικές Οδηγίες» (σ.5), κατά τη διάρκεια της άσκησης οι εμπλεκόμενοι αξιωματικοί έπρεπε να «φέρουν στολήν υπηρεσίας (Μπατλ-Ντρες)».
Ακόμη σοβαρότερες αποδείξεις προκύπτουν από τη σύγκριση του σεναρίου της «Δόξα Τρία» μ’ εκείνα αντίστοιχων ασκήσεων του αμερικανικού στρατού τα αμέσως προηγούμενα χρόνια. Αναφερόμαστε ιδίως στην «Επιχείρηση Φασκομηλιά» (Operation Sage Brush), την πολυάνθρωπη άσκηση 140.000 ανδρών του στρατού και της αεροπορίας των ΗΠΑ το τελευταίο δίμηνο του 1955 στη Λουιζιάνα, κατά την οποία δοκιμάστηκαν «οι ανάγκες του πυρηνικού [atomic] πεδίου μάχης» και η απόδοση στρατευμάτων «σχεδιασμένων ν’ ανταποκρίνονται στις ανάγκες του πυρηνικού πεδίου μάχης αλλά να είναι επίσης ικανά να πολεμήσουν σε συμβατικό πεδίο μάχης» («Staff Memorandum. Appendices to Sagebrush Maneuver Tests: Applied and Theoretical», Human Resources Research Center / The George Washington University, Μάιος 1956, Παράρτημα Β). Μελετώντας τις δυο πηγές, δεν δυσκολεύεται κανείς να διαπιστώσει ότι το σενάριο της αμερικανικής άσκησης, για επιβράδυνση της προέλασης μη κατονομαζόμενων «Επιτιθέμενων» και αντεπίθεση στη συνέχεια, επαναλαμβάνεται πιστά στην αντίστοιχη ελληνική, με κάποια προσαρμογή φυσικά στις τοπικές γεωγραφικές συνθήκες.


Το σενάριο της «Φασκομηλιάς» πρόβλεπε «χρήση πυρηνικών όπλων και από τις δυο πλευρές», με «χρησιμοποίηση όλων των διαθέσιμων μέσων» και «τις δυνάμεις των ΗΠΑ να έχουν μικρή υπεροχή στην πυρηνική ικανότητα». Επιπλέον, «χημικός, βιολογικός, ραδιολογικός, ψυχολογικός και ηλεκτρονικός πόλεμος χρησιμοποιείται κατά το δυνατό και από τις δυο πλευρές, στην έκταση που απαιτείται για δοκιμή και εκπαίδευση» (όπ.παρ.). Σύμφωνα με μια διαφορετική πηγή, στην άσκηση εκείνη «ρίχτηκαν υποθετικά 70 μικρές ατομικές βόμβες σε στρατιωτικούς στόχους» και, «όταν η ραδιενεργός σκόνη κατακάθισε, οι ελεγκτές διακήρυξαν ότι κάθε ζωή στην πολιτεία είχε “πάψει να υφίσταται”» (Michio Kaku & Daniel Axelrod, «To Win a Nuclear War. The Pentagon’s Secret War Plans», Λονδίνο 1987, εκδ. Zed Press, σ.125).
Παρά το «αμυντικό» σενάριό της, η «Φασκομηλιά» αφορούσε στην πραγματικότητα αρκετά μακρινά πεδία μάχης. Η ίδια ακριβώς περιοχή της Λιουιζιάνας είχε άλλωστε χρησιμοποιηθεί και το 1941 ως θέατρο ασκήσεων 470.000 στρατιωτών, οι οποίες λειτούργησαν ως βασική προπαρασκευή του αμερικανικού στρατού για τις υπερπόντιες εκστρατείες του στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Παραπλανητική ήταν επίσης η υπόθεση εργασίας, πως η έναρξη του Γ΄ Παγκοσμίου πολέμου θα ξεκινούσε με πρωτοβουλία των Σοβιετικών. Κατά τη δεκαετία του 1950, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντουάιτ Αϊζενχάουερ βρισκόταν απεναντίας κάθε τρεις και λίγο αντιμέτωπος με επίσημα αιτήματα της αμερικανικής στρατιωτικής ηγεσίας για εξαπόλυση προληπτικού πυρηνικού πολέμου κατά της ΕΣΣΔ και των συμμάχων της, προτού η Μόσχα αποκτήσει την ικανότητα να πλήξει με πυρηνικά όπλα το δυτικό ημισφαίριο. Μέσα στο 1954 τέτοια αιτήματα υποβλήθηκαν λ.χ. έξι φορές, ως απάντηση στις σοβιετικές πυρηνικές δοκιμές ή σε διάφορες κρίσεις της Απω Ανατολής.
Το 1955, πάλι, μελέτη του Πενταγώνου υποστήριξε πως οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να κερδίσουν με ασφάλεια έναν πόλεμο εξαπολύοντας προληπτική επίθεση, η οποία θα εξόντωνε μέσα σε λίγες ώρες 60 εκατομμύρια κατοίκους του σοβιετικού μπλοκ, θα αχρήστευε άλλα 17 εκατομμύρια και θα εξαφάνιζε από προσώπου γης 118 από τις 134 σοβιετικές πόλεις. Πάλαι ποτέ αρχιστράτηγος των αμερικανικών στρατευμάτων στην Ευρώπη κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, και συνεπώς γνώστης από πρώτο χέρι της εγγενούς παράνοιας παρόμοιων σχεδιασμών, ο Αϊζενχάουερ απέρριψε αυτές τις προτροπές, υπέγραψε μάλιστα μιαν άκρως απόρρητη Οδηγία (NSC 5440/1) που απαγόρευε την εξαπόλυση ενός τέτοιου «προληπτικού» πολέμου. Ταυτόχρονα, ωστόσο, διακήρυξε δημόσια (16/3/1955) πως «δεν βρίσκει τον λόγο» για τον οποίο ατομικές βόμβες «δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν σε αυστηρά στρατιωτικούς στόχους και για αυστηρά στρατιωτικούς σκοπούς, όπως ακριβώς θα χρησιμοποιούσε κανείς μια σφαίρα ή οτιδήποτε άλλο» (Kaku & Axelrod, όπ.π., σ.95-112).
Από τεχνική άποψη, η «Φασκομηλιά» ανταποκρινόταν έτσι στο νέο στρατηγικό σχέδιο της Ουάσινγκτον για δυνητική «κλιμάκωση» των πολεμικών μέσων της, με αποσύνδεση της ενδεχόμενης χρήσης «τακτικών» πυρηνικών όπλων στο πεδίο της μάχης (και, κατά κανόνα, σε ξένες χώρες) από την επιλογή μιας ολομέτωπης πυρηνικής σύρραξης που θα έπληττε άμεσα τις ίδιες τις ΗΠΑ. Ενας πυρηνικός πόλεμος περιορισμένος σε ευρωπαϊκά πολεμικά θέατρα αποτελούσε το έκτο από τα εννέα σκαλιά αυτής της κλίμακας, με πρώτο τις συνήθεις «συγκαλυμμένες επιχειρήσεις» της CIA για την ανατροπή ανεπιθύμητων καθεστώτων. Προτελευταίο στάδιο θεωρούνταν η εξολόθρευση της ηγεσίας του αντιπάλου μ’ ένα «χειρουργικό πλήγμα», ενώ τελευταίο μια «προληπτική» επίθεση με σκοπό τον ολοσχερή «αφοπλισμό» του (στο ίδιο, σ.113-119).
«Εμφασις» στα πυρηνικά
Ας επανέλθουμε, ωστόσο, στα δικά μας και τη «Δόξα Τρία» του 1958. Σκοπός της άσκησης, πληροφορούμαστε από την έκθεση Σειραδάκη, ήταν «η εξάσκησις των Διοικήσεων των Σ.Σ. – ΑΣΔΑΝ – ΣΚΕ και Μεραρχιών εις τη λήψιν αποφάσεων και η εκ μέρους των Επιτελείων υλοποίησίς των, εις τας εξεταζομένας φάσεις του αγώνος» (σ.2). Η πρώτη φάση αφορούσε τον «επιβραδυντικόν αγώνα», την υποχώρηση δηλαδή του ελληνικού στρατού «από Βάβουνας προς Κιρλί Δερβέν, από Μιλέτκοβο-Ούμας, Φούρκας και τοποθεσίας Στρυμόνος προς Εδεσσαν και Χάδοβαν»· η δεύτερη φάση τον «αμυντικόν αγώνα επί τοποθεσίας Βέρνον–Βόρρας-Βέρμιον-(Πιέρια)-Ολυμπος» και η τρίτη την «αντεπίθεσιν του Εφεδρικού Σώματος Στρατού της Στρατιάς κατά τον άξονα Κοζάνη-Περλεπές-Ιστίπ» και «λήψιν επαφής μετά της τοποθεσίας Οσόγκοβσκα-Πλασκοβίτσα-Ογκράσδεν» όπου μάχονταν, προφανώς, οι σύμμαχοι Γιουγκοσλάβοι (σ.2-3).
Η Μπάμπουνα, το Μιλέτκοβο, η (Χ)ούμα και η Φούρκα είναι τοπωνύμια της τότε γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας, η δε μνεία τους αφήνει να διαφανεί ότι τα σχέδια του ΝΑΤΟ περιλάμβαναν την προάσπιση αυτής της τελευταίας (και) από ελληνικά στρατεύματα απέναντι στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας· στην ίδια χώρα ανήκουν επίσης ο Περλεπές (Πρίλεπ), το Ιστίπ (Στιπ) και οι υπόλοιποι στόχοι της σχεδιαζόμενης προέλασης. Χάντοβα (τελικό σημείο -μαζί με την Εδεσσα- της προβλεπόμενης υποχώρησης) είναι πάλι το παλιό όνομα του χωριού Πολύμυλος της Κοζάνης, που προφανώς εξακολουθούσε να μνημονεύεται μ’ αυτό στους ελληνικούς στρατιωτικούς χάρτες της εποχής.
«Κατά τη διεξαγωγήν εδόθη ιδιαιτέρα έμφασις εις τη χρήσιν Α-όπλων» (δηλαδή πυρηνικών), ξεκαθαρίζει στη συνέχεια η ίδια έκθεση (σ.12), για να καταλήξει στη διαπίστωση ότι, «καίτοι η άσκησις δεν ήτο καθαρώς ατομική, εν τούτοις έδωσε την ευκαιρίαν εις τα στελέχη να σχηματίσουν μια ιδέαν της ταχύτητος μεθ’ ής θα εξελίσσωνται αι καταστάσεις και της ανάγκης συγχρονισμού των ιδεών και μέσων προς ταχείαν αντίδρασιν» (σ.34).
Σύμφωνα με τις «Γενικές Οδηγίες» της άσκησης, πρώτος έκανε φυσικά χρήση πυρηνικών ο εχθρός, για ν’ ακολουθήσει απάντηση των συμμάχων στο ίδιο επίπεδο: «Τας επιχειρήσεις του ταύτας ο εχθρός υποστηρίζει δι’ ισχυρών αεροπορικών Δυνάμεων, αίτινες εξετέλεσαν επανειλημμένας προσβολάς δι’ ατομικών και συνήθων όπλων, εναντίον ιδία στόχων ιδιαιτέρας σημασίας επί του εδάφους των αντιπάλων δυνάμεων. Εκ των αεροπορικών τούτων προσβολών Συμμαχικά Τακτικά Αεροδρόμια, Λιμένες, Σιδηροδρομικοί και οδικοί κόμβοι, Σιδηροδρομικαί και Οδικαί γέφυραι, εγκαταστάσεις πετρελαιοειδών, διϋλιστήρια και αποθήκαι εν γένει υπέστησαν σημαντικάς ζημίας. Αι Δυνάμεις των Κρατών του ΝΑΤΟ και της Γιουγκοσλαυΐας ημύνθησαν σθεναρώς, πλην μειονεκτούσαι εις δυνάμεις και μέσα κατά το αρχικόν στάδιον της επιθέσεως, απώλεσαν σημαντικόν τμήμα εδάφους. Αι Μονάδες του 6ου Αμερ. Στόλου εξαπέλυσαν ταχέως τας προγραμματισμένας διά θερμοπυρηνικών όπλων επιθέσεις, ενώ αι αεροπορικαί δυνάμεις των Κρατών του ΝΑΤΟ, μετά τα πρώτα δυσμενή δι’ αυτάς αποτελέσματα, καταβάλλουν ιδιαιτέρας προσπαθείας διά την απόκτησιν τοπικής υπεροχής» (σ.9). Τα (συμμαχικά) τουρκικά στρατεύματα έχουν υπερφαλαγγιστεί στο μέτωπο της Ανατολικής Θράκης και «προτίθενται να δώσουν την τελικήν των αμυντικήν μάχην» στα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης (σ.10). Ανατολική Μακεδονία και Θράκη έχουν χαθεί όπως είδαμε από τις πρώτες μέρες του πολέμου, οι δε Γιουγκοσλάβοι αμύνονται πια κατά μήκος του Αξιού. «Ο εχθρός κατά τας επιχειρήσεις του ταύτας κατά Ν. Γιουγκοσλαυΐας και Ελλάδος υπέστη σημαντικάς απωλείας. Παρά ταύτα διατηρεί την επιθετικήν του ορμήν». Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει πάντως και με τους δικούς μας: «Αι Ελληνικαί Δυνάμεις κατά τας επιχειρήσεις μέχρι D+20 υπέστησαν σημαντικάς απωλείας, διατήρησαν όμως την συνοχήν των και αμύνονται μετά πείσματος» (σ.10-11).

Τη συνέχεια του σεναρίου μάς αποκαλύπτει η τελική έκθεση Σειραδάκη: ο ελληνικός στρατός πλαγιοκόπησε τους εισβολείς εξορμώντας με θωρακισμένα από το Πάικο (σ.14-15), για να τους αναχαιτίσει κατόπιν με χρήση πυρηνικών στη στενωπό του Κιρλί Δερβέν, λίγο πιο πάνω από το Αμύνταιο (σ.14). Ακολούθησε αντεπίθεση των εφεδρειών της στρατιάς, «κατόπιν εγκρίσεως υπό του Συμμαχικού Στρατηγείου των Σχεδίων της», με σκοπό την «εκδίωξιν του εχθρού μακράν των συνόρων» και τη νικηφόρα προέλασή της στο έδαφος της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας (σ.15-16).
Μανιτάρια στο Κιρλί Δερβέν
Μια και το ενδιαφέρον μας εστιάζεται στην προσχεδιασμένη χρήση πυρηνικών όπλων, αξίζει να σταθούμε λίγο στη μάχη του Κιρλί Δερβέν, που σύμφωνα με την έκθεση Σειραδάκη έκρινε τον εικονικό αυτό πόλεμο. Τόσο η προέλαση των στρατευμάτων του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην περιοχή, μετά τη διάρρηξη του γιουγκοσλαβικού μετώπου και την κάθοδό τους από τα υψίπεδα της Πελαγονίας, όσο και η ανάσχεσή της φέρονται να βασίστηκαν σ’ αυτόν ακριβώς τον παράγοντα.
Στην πρώτη περίπτωση, «ο εχθρός επέτυχεν αυθημερόν διά της χρησιμοποιήσεως Α-όπλων και ισχυρών επιθετικών Συγκροτημάτων ενιχυμένων δι’ Αρμάτων βαθείαν διείσδυσιν εις την αμυντικήν τοποθεσίαν Κιρλί Δερβέν» (σ.12). Στη δεύτερη, «η ενέργεια [του ελληνικού στρατού] εις τοποθεσίαν Κιρλί Δερβέν θα εξεδηλούτο κυρίως με δυνάμεις πεζικού κατά του πλευρού του εχθρού, ενώ από του Π.Φ. [=πρωινού φωτός] της επομένης μία ολοκληρωμένη αντεπίθεσις με άπαντα τα διατιθέμενα Τεθ/να και λοιπά μέσα και με χρήσιν Α-όπλων είχε μεγάλας πιθανότητας επιτυχίας» (σ.14).

Από ελληνικής πλευράς, ατομικά βλήματα εκτόξευε το πυροβολικό και οι αμερικανικοί πύραυλοι εδάφους-εδάφους «Τίμιος Τζον» (Honest John). Για το πρώτο, επισημάνθηκε πάντως ότι έπρεπε ν’ αποκτήσει κανόνια «μακρού βεληνεκούς», καθώς το διαθέσιμο οπλοστάσιό του «δεν είναι ικανόν να ανταποκριθή εις τας ανάγκας του συγχρόνου Πολέμου» (σ.24). Οι δεύτεροι δεν είχαν ακόμη χορηγηθεί στην πραγματικότητα από τις ΗΠΑ στην Ελλάδα (θα έρθουν τον Νοέμβριο του 1959), είχαν δε τη δυνατότητα να φέρουν τόσο συμβατικές όσο και πυρηνικές κεφαλές.
Κατά τη διάρκεια της άσκησης διαπιστώθηκε πως «η χρήσις Α-όπλων εκτοξευομένων υπό της Μοίρας Honest John απαιτεί χρόνον κυμαινόμενον από 5 ωρών μέχρι 15 λεπτών» (σ.25), καυτηριάζονται δε κάποια λάθη στην εγκατάστασή τους επί του πεδίου της μάχης: «Εις δύο περιπτώσεις η Μοίρα Honest John ανεπτύχθη Β.Δ. της λίμνης Βεγγορίτιδος [sic] (εις Αγ. Παντελεήμονα). Κρίνεται ως λίαν προωθημένη θέσις, ήτις δέον να αποφεύγηται δοθέντος ότι 2-3 χιλιόμετρα προς τα οπίσω υπήρχον θέσεις αναπτύξεώς της πλέον κατάλληλοι» (σ.20).
Μια ιδέα για τη διαδικασία προσφυγής σ’ αυτό το (όχι και τόσο ύστατο) είδος πολεμοφοδίων παίρνουμε πάλι από την περιγραφή ενός δευτερεύοντος επεισοδίου: «Εν Σ[ώμα] Στρατού ενεργεί κατά την διάρκειαν της νυκτός D+26/D+27 προς ανακατάληψιν Κούμνατας και Καρά Ντουρού. Διά την προσπάθειαν ταύτην αιτείται δύο Α-όπλα εν επί Κούμνατας και εν επί Καρά Ντουρού» (σ.21-22). Σε ποιους ακριβώς υποβαλλόταν η αίτηση δεν διευκρινίζεται, είναι όμως μάλλον ευνόητο· όταν οι (πραγματικοί) πύραυλοι δωρηθούν τελικά στην Ελλάδα, ο υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ θα ξεκαθαρίσει άλλωστε δημόσια ότι, «συμφώνως προς την υπογραφείσαν συμφωνίαν, αι γομώσεις των πυρηνικών όπλων θα παραμείνουν εις χείρας των Αμερικανών» (Τα Νέα, 12/6/1959).






Σε άλλο σημείο της έκθεσης διαβάζουμε πάλι πως «εις τας αιτήσεις Α-όπλων δέον να λαμβάνεται πάντοτε υπ’ όψιν ο απαιτούμενος χρόνος εκτοξεύσεως τούτων υπό των διατιθεμένων μέσων εκτοξεύσεως αντιστοίχως και της σχετικής θέσεως αυτών, τόσον διά την Μοίραν Honest John όσον και διά τα από αέρος εκτοξευόμενα όπλα», του Εκτου προφανώς στόλου (σ.30).
Υστερα από τέτοιο αμφίπλευρο βομβαρδισμό, αυτονόητο έπρεπε λογικά να θεωρηθεί πως η ραδιενέργεια θα είχε καταστήσει την επίμαχη στενωπό απλησίαστη για κάθε ζωντανό πλάσμα. Αμ δε! Στα μυαλά της ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας μας, τα πυρηνικά όπλα δεν ήταν παρά μια αποτελεσματικότερη εκδοχή του συμβατικού οπλοστασίου: οι οδηγίες της τελικής έκθεσης για «επιθετική επιστροφή» των φαντάρων μας στα χαμένα εδάφη αποφαίνονται, έτσι, πως «η επίθεσις του Σ[ώματος] Στρατού έδει να οργανωθή επί περιωρισμένου μετώπου, όσον ακριβώς εχρειάζετο διά την διάνοιξιν των αμαξιτών Κιρλί Δερβέν και Αγρας [sic]» (σ.23). Με άλλα λόγια, τα φαντάρια μας θα στέλνονταν να διασχίσουν τα ίδια μέρη που τις αμέσως προηγούμενες μέρες και ώρες είχαν δεχτεί καταιγισμό πυρηνικών βλημάτων!
Το πιο γρήγορο πιστόλι
Αυτά όσον αφορά την εξέλιξη της άσκησης. Η τελική έκθεση του διοικητή της στρατιάς δεν περιοριζόταν όμως σε απλές περιγραφές. Οπως ήταν φυσικό, προχωρούσε επίσης σε συμπεράσματα και υποδείξεις – με τα φρέσκα θανατηφόρα μπιχλιμπίδια να έχουν κι εδώ την τιμητική τους.
Το πρώτο συμπέρασμα αφορούσε την επικινδυνότητα του νέου όπλου στα χέρια του εχθρού: «Πρέπει να γίνη παραδεκτόν ότι σύγχρονος Στρατός, διαθέτων Α-όπλα, σχετικήν υπεροχήν εις την Αεροπορίαν και ισχυρά Τεθωρακισμένα μέσα θα επιδιώξη ως φυσικόν ευθύς εξ αρχής αποφασιστικά αποτελέσματα διασπών την τοποθεσίαν και διεισδύων βαθέως, πολύ δε περισσότερον όταν η τοποθεσία αύτη είναι αρματική και μικρού βάθους ως η του Κιρλί Δερβέν. Η ισχύς των Α-Οπλων και η προκαλουμένη σύγχυσις εις τον αμυνόμενον θα είναι τοιαύτη, ώστε εφ’ όσον ο επιτιθέμενος έχει την ικανότητα της ταχείας εκμεταλλεύσεως της επιθέσεως να δυνηθή οπωσδήποτε να διασπάση μίαν τοποθεσίαν» (σ.12). Ιδιαίτερα δύσκολη, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, προβλεπόταν ιδίως η απαγκίστρωση από το μέτωπο του Στρυμόνα στη δεύτερη γραμμή άμυνας της Δυτικής Μακεδονίας (σ.29).
Το νόμισμα είχε φυσικά και άλλη όψη, με τα πυρηνικά ως δίκοπο μαχαίρι που μπορούσε όχι μόνο να διευκολύνει αλλά και ν’ ανακόψει την ανεπιθύμητη προέλαση:
«Το πρόβλημα συνεπώς εις παρομοίαν περίπτωσιν διά μεν τον επιθέμενον είναι η ικανότης εκμεταλλεύσεως της επιτυχίας του, ήτις προήλθεν εκ της τρομεράς ισχύος των όπλων, εις δε τον αμυνόμενον η ικανότης αμέσου αντιδράσεως και η καταστροφή του εισδύσαντος εχθρού δι’ ισχυρών πυρών (Α-Οπλων εάν διατίθενται) αφ’ ενός και δι’ ισχυρών ταχυκινήτων εφεδρειών αφ’ ετέρου.
Πρωταρχικήν συνεπώς σημασίαν διά τον αμυνόμενον έχει η ορθή εκτίμησις των δυνατοτήτων του εχθρού και η πρόβλεψις και συνεπώς έγκαιρος προσανατολισμός των Εφεδρειών του, επί της επαπειλουμένης κατευθύνσεως. Η πρόβλεψις αύτη δέον να εξικνείται μέχρι της υποβολής προειδοποιητικών αιτήσεων διά χρήσιν Α-Οπλων επί σημείων ζωτικής σημασίας, άτινα προβλέπεται ότι θα δύναται ο εχθρός να καταλάβη» (σ.12-13).
Σε τελική ανάλυση, τα πάντα ήταν ζήτημα ταχύτητας. Οπως και στα καουμπόικα, κερδίζει όποιος προλάβει να τραβήξει πρώτος πιστόλι: «Ως εγένετο αντιληπτόν κατά την διεξαγωγήν, εν σημείον το οποίον χρήζει ιδιαιτέρας σημασίας είναι το ζήτημα του χρόνου. Αι ραγδαίαι εξελίξεις τας οποίας επαρουσίασεν ο τελευταίος πόλεμος, προβλέπεται ότι θα καταστούν έτι πλέον ραγδαίαι με την εμφάνισιν του Α-Οπλου επί του τακτικού πεδίου» (σ.13).
Ελληνικές αστοχίες
Οπως όμως διαπιστώνει ο στρατηγός Σειραδάκης στο κεφάλαιο «παρατηρήσεις και κριτική», οι υφιστάμενοί του αποδείχθηκαν τελικά σαφώς κατώτεροι των (πυρηνικών) περιστάσεων. Οχι μόνο πρόσφεραν στόχους στον εχθρό, αλλά και επέλεγαν με τη σειρά τους λάθος στόχους για τις συμμαχικές ατομικές βόμβες:
● «Επί της αρχικής διατάξεως των Σ.Σ. καταφαίνεται ότι δεν ελήφθη σοβαρώς υπ’ όψιν η εμφάνισις επί του τακτικού πεδίου Α-Οπλων, καίτοι διεφαίνετο σαφώς η χρησιμοποίησίς των υπό του εχθρού και ημετέρων. Ούτω παρουσιάσθησαν και πάλιν πολλαί περιπτώσεις πυκνότητος διατάξεως και συνεπώς δημιουργίας Α-στόχων» (σ.19-20).
● «Παρετηρήθη ότι οι χειριζόμενοι τα Α-όπλα Επιτελείς δεν έχουν φθάσει εισέτι εις ικανοποιητικόν επίπεδον αποδόσεως, ίσως λόγω μη επαρκούς εξασκήσεως εις τον ειδικόν τούτον τομέα. Ομοίως παρετηρήθη ότι η εκτίμησις διά προσβολήν με Α-όπλα γίνεται μάλλον μηχανικώς, δηλαδή αναζητείται ως επί το πλείστον [ο] στόχος εκείνος ο οποίος όταν προσβληθή θα επιφέρη απωλείας εις τον εχθρόν και ουχί στόχος η προσβολή του οποίου θα επιφέρη αποφασιστικόν τακτικόν αποτέλεσμα» (σ.22).


Πρόβλημα εντοπίστηκε και στην πληθώρα των σημάτων με χαρακτηρισμό «κατεπείγον», αποτέλεσμα της οποίας ήταν «να παρουσιάζεται απαράδεκτος καθυστέρησις των σημάτων αιτήσεων Α-όπλων» (σ.26).
Το διά ταύτα μπορούσε να θεωρηθεί μάλλον αυτονόητο:
«Η εκπαίδευσις των Στελεχών [στην αξιοποίηση των πυρηνικών] δέον να προωθηθή με ταχύτερον ρυθμόν, να επιζητήται δε η όσον το δυνατόν εκπαίδευσις μεγαλυτέρου αριθμού τούτων και ουχί η συνεχής τελειοποίησις των ελαχίστων. Απαντες οι Επιτελείς Αξ/κοί δέον όπως καταστώσιν ικανοί να δύνανται να χειρίζωνται με ευχέρειαν τα ατομικά όπλα.
Η επιζήτησις αποφασιστικού αποτελέσματος διά της χρησιμοποιήσεως Α-όπλου επιβάλλει την πρόβλεψιν της Διοικήσεως διά τη χρησιμοποίησίν του, την έγκαιρον υποβολήν αιτήσεων και την εκμετάλλευσιν των αποτελεσμάτων του. Η διάθεσις Α-όπλου κατά εχθρικών συγκεντρώσεων μόνον προς επίτευξιν απωλειών εις τον εχθρόν, δέον να αποφεύγεται και να γίνεται μόνον όταν διατίθενται αφθόνως τοιαύτα. Εις την περίπτωσιν διαθέσεως περιωρισμένου αριθμού, δέον να διατίθενται προς επίτευξιν αποφασιστικού τακτικού αποτελέσματος, διά του οποίου άλλωστε θα επέλθη και η επιζητουμένη φθορά του εχθρού (σύλληψις αιχμαλώτων κ.λπ.)» (σ.29-30).
Οι αδυναμίες αυτές δεν εμπόδισαν πάντως τον στρατηγό Σειραδάκη να διεκδικήσει, ως ένστολος με φιλοδοξίες, αποφασιστικό λόγο για τη χρήση του περιζήτητου εργαλείου: «Θεωρείται απαραίτητον όπως ο έλεγχος των Α-όπλων κατέλθη εις το επίπεδον Στρατιάς – Α.Τ.Α.» (σ.30). Και, φυσικά, «δέον να μελετηθή εκ νέου η διαβίβασις των αιτήσεων Α-προσβολών, ίνα επιτευχθούν ταχύτεροι χρόνοι διεκπεραιώσεώς των», ακόμη και η «ανάγκη αποκτήσεως ειδικών επικοινωνιών διά τον χειρισμόν των Α-όπλων» (σ.33).
Παράπλευρες απώλειες
Μέχρι εδώ, η άσκηση θυμίζει περισσότερο παιχνίδι με στρατιωτάκια παρά πραγματική σύρραξη. Για όσα όμως θεωρείται δεδομένο ότι συμβαίνουν στο πεδίο αυτής της νοερής μάχης, διαφωτιστικά αποδεικνύονται κάποια μισόλογα στο κεφάλαιο «έτερα ζητήματα θιγέντα κατά την άσκησιν».
«Από απόψεως Δ.Μ. [διοικητικής μερίμνης]», διαβάζουμε εκεί, «διεπιστώθη ότι αι απώλειαι εις προσωπικόν και υλικόν εξ Α-Προσβολών θα είναι τοιαύται, ώστε απαιτείται η μελέτη αυξήσεως των Μονάδων Αναπληρώσεων και των προβλεπομένων αποθεμάτων, ιδιαιτέρως εις κρίσιμα και ζωτικά είδη». Επιπλέον, «αι Υγειονομικαί Μονάδες δεν είναι επαρκείς διά την κάλυψιν των ηυξημένων αναγκών συγχρόνου πολέμου», αλλά και «δεν υφίσταται Σχέδιον ούτε μελέτη διά παροχήν βοηθείας εις άμαχον πληθυσμόν εφ’ όσον βληθή κατωκημένος τόπος δι’ Α-όπλου» (σ.25).
Εκτός από τους κατοίκους κάθε εγχώριας Χιροσίμα, ως πρόβλημα από τη στρατηγική ηγεσία εκλαμβάνονταν ωστόσο και όσοι θα επιχειρούσαν να εγκαταλείψουν έγκαιρα το πεδίο του επερχόμενου ολέθρου. Ο διοικητής της στρατιάς επισημαίνει έτσι την «ανάγκη καταρτισμού σχεδίου αντιμετωπίσεως ρεύματος προσφύγων και διά περιοχάς δι’ άς δεν προβλέπει το Σχέδιον “Τρίτων” και ο καθορισμός από τούδε υπό του ΓΕΣ του είδους της παρασχεθησομένης στοιχειώδους περιθάλψεως της αναφερομένης εις το Σχέδιον “Τρίτων”» (σ.25).
Το «Σχέδιο Τρίτων», όπως και το δίδυμό του «Σχέδιο Ακρίτας», αφορούσαν τη διατεταγμένη εκκένωση συγκεκριμένων ομάδων πληθυσμού από τις περιοχές που θα εγκατέλειπε ο ελληνικός στρατός κατά την προσχεδιασμένη αναδίπλωσή του στον Στρυμόνα. Το δεύτερο περιλάμβανε την επιλογή, καταγραφή, συγκέντρωση, μετακίνηση κι επιτήρηση «ειδικών κατηγοριών προσωπικού» που δεν έπρεπε σε καμιά περίπτωση να πέσουν στα χέρια του αντιπάλου: δημόσιοι υπάλληλοι με τις οικογένειές τους, ειδικευμένοι εργάτες, (άρρενες) νέοι από 15 ετών και πάνω, «εθνικώς δρώντες» ιδιώτες, πολιτικοί φυγάδες του σοβιετικού μπλοκ και, φυσικά, υπήκοοι άλλων χωρών του ΝΑΤΟ. Λιγότερο προφανή είναι τα πράγματα με τον «Τρίτωνα», για τον οποίο προς το παρόν γνωρίζουμε μονάχα πως ήταν «σχέδιον ελέγχου προσφύγων εις το εσωτερικόν της χώρας», οι ρυθμίσεις του οποίου χαρακτηρίζονταν «ΕΤΝΑ» (άκρως απόρρητες επιπέδου ΝΑΤΟ).
Εχοντας εντοπίσει το πρόβλημα, η τελική έκθεση του «Δόξα Τρία» περιορίζεται έτσι στην εκτίμηση ότι «κρίνεται σκόπιμον όπως αρχίσουν από τούδε μελέται μετά των Πολιτικών Αρχών διά την κίνησιν των προσφύγων και διά τον καταρτισμόν εφαρμοσίμων Σχεδίων διά την αντιμετώπισιν των προβλημάτων εκ των Α-προσβολών κατά των μεγάλων κατωκημένων τόπων» (σ.32).
Η δημόσια εικόνα
Τι έμαθε απ’ όλα αυτά ο κυρίαρχος λαός της εποχής; Για την ίδια την άσκηση απολύτως τίποτα, καθώς είχε χαρακτηριστεί «άκρως απόρρητη». Ολοι όσοι, «αξιωματικοί και οπλίται», ήταν εξουσιοδοτημένοι να κινηθούν στους χώρους πραγματοποίησής της, έφεραν καρφιτσωμένη στο πέτο τους «ειδικήν πινακίδα», με διαφορετικό χρώμα για κάθε ιδιότητα: λευκό «διά τους ασκουμένους», ροζ «διά το Διευθύνον Στρατηγείον και τους Ελεγκτάς», γαλάζιο «διά τους Παρατηρητάς» (Ελληνες και ξένους). «Απαντα τα έγγραφα της ασκήσεως» προβλεπόταν να καταστραφούν μετά την ολοκλήρωσή της, «πλην μιας σειράς ήτις θα τηρηθή εις το αρχείον» των επιτελικών γραφείων της στρατιάς και των εμπλεκόμενων στρατηγείων («Γενικαί οδηγίαι», σ.5). Σύμφωνα με το ίδιο ντοκουμέντο, «δικαίωμα παροχής πληροφοριών εις τον τύπον» διατηρούσε «μόνον η Στρατιά διά του Γραφείου Δημ. Σχέσεων»· όσο κι αν ψάξαμε στις εφημερίδες των ημερών, δεν βρήκαμε πάντως το παραμικρό -έστω και παραπλανητικό- δημοσίευμα.
Η σιωπή αυτή δεν σημαίνει όμως καθόλου πως ο ελληνικός λαός δεν πληροφορήθηκε το παραμικρό για την παρουσία των επίμαχων όπλων στην Ελλάδα. Πολύ απλά, η ενημέρωσή του πέρασε, ως συνήθως, από τα συνήθη κόσκινα της επίσημης παραπληροφόρησης. Η εξαγγελία της επικείμενης δωρεάς των «Honest John» από τις ΗΠΑ (31/10/1958), η εκπαίδευση του προσωπικού τους εκεί, η άφιξή τους (8/11/1959) και η πρώτη πραγματική δοκιμή τους (17/2/1960) διαφημίστηκαν με ιαχές για την αναβάθμιση της στρατιωτικής μας ισχύος, που ήταν πλέον «εις θέσιν να αποκρούση οιανδήποτε επίθεσιν οποθενδήποτε προερχομένην» («Απογευματινή», 1/11/1958). Οι ενοχλητικές λεπτομέρειες γύρω από την ακριβή αποστολή τους αποσιωπήθηκαν όμως πλήρως. Δεν ήταν άλλωστε ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά.
