ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκος Ποταμιάνος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εχει γίνει πια φανερό ότι η ιστορική περίοδος στην οποία βρισκόμαστε θα σημαδευτεί από έναν δεύτερο γύρο πάλης ενάντια στον φασισμό. Οχι με τη μορφή που γνωρίζουμε ότι αυτός είχε στον Μεσοπόλεμο: η Χρυσή Αυγή, για παράδειγμα, μια οργάνωση με υπέρ το δέον αναφορές στον κλασικό ναζισμό, μοιάζει να έχει βγει από τη μέση, οριστικά καταδικασμένη για την εγκληματική δράση της – αν και αναρωτιέται κανείς πόσο εύκολα θα ξεκινούσε σήμερα η δίωξή της.

Ο φασισμός, ωστόσο, ξανάρχεται. Ως ένα καθεστώς εκτάκτου ανάγκης με (κάποια) λαϊκή απήχηση, που γεννιέται ως αντίδραση σε προοδευτικά κινήματα ή/και πάνω στην ήττα τους, χωρίς να δεσμεύεται από την υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη δημοκρατικούς κανόνες, διεθνές δίκαιο και ηθική. Ως ένας καπιταλισμός απελευθερωμένος από περιορισμούς που του έθεταν αντιλήψεις για τη δικαιοσύνη και την ισότητα και οι σχετικές κατακτήσεις δεκαετιών, καθώς και απαλλαγμένος από τη δέσμευση να αποσοβήσει την οικολογική καταστροφή· διατεθειμένος, όμως, να κάνει παραχωρήσεις προς όσους απαιτούν από τα δεξιά την παροχή κοινωνικής «προστασίας» σε εθνική βάση. Ο φασισμός ξανάρχεται ως η φιλοδοξία εγκαθίδρυσης μιας νέας κοινωνικής, πολιτικής και διεθνούς τάξης πραγμάτων, βασισμένης στη γυμνή ισχύ και στη λατρεία της δύναμης, που θα αποτρέψει ό,τι γίνεται αντιληπτό ως «εκφυλισμός του έθνους», θα αντιστρέψει την παρακμή της Δύσης, θα αποκρούσει τις απειλές για την πατριαρχία, θα απομακρύνει τα εμπόδια στην κερδοφορία των επιχειρήσεων.

Οι συγκρίσεις με τον Μεσοπόλεμο δεν δείχνουν παντού ομοιότητες, ούτε και θα έπρεπε: οι διαφορές είναι πολλές, από τον ρόλο των ΜΜΕ και τις απειλές (ή μη) για την εξουσία της άρχουσας τάξης μέχρι την κλιματική αλλαγή και την υποχώρηση της δυτικής κυριαρχίας στον πλανήτη. Παρ’ όλ’ αυτά ορισμένες αναλογίες βγάζουν μάτι. Ο εθνικισμός ως βάση νομιμοποίησης, μαζικής απεύθυνσης αλλά και κινητήριας δύναμης πολιτικών επιλογών∙ ο «σοσιαλισμός των ηλιθίων», ο οποίος σήμερα στην Ευρώπη στρέφεται ενάντια όχι στους Εβραίους αλλά στους μετανάστες, ιδίως τους μουσουλμάνους, και μια άσφαιρη ρητορεία ενάντια στις πολιτικές ελίτ∙ το ιδεώδες του ισχυρού ηγέτη· ο κυνισμός και η όλο και μεγαλύτερη αδιαφορία να τηρούνται τα προσχήματα όσον αφορά το κράτος δικαίου, τον ανθρωπισμό ή τον βαθμό στον οποίο η πολιτική εξουσία λαμβάνει υπόψη της τη λαϊκή θέληση∙ η γενοκτονία και τα εγκλήματα πολέμου, που αυτή τη φορά προηγούνται του παγκόσμιου πολέμου· η επιτάχυνση που προκαλούν η οικονομική κρίση και η επιτυχία του φασισμού σε μια ισχυρή χώρα∙ ο ιμπεριαλισμός και ο διακρατικός ανταγωνισμός, με ένα αντίπαλο κρατικό δέος που επιλέγει να μην εμπλακεί μέχρι η απειλή να γίνει θανάσιμη γι’ αυτό· η συμμαχία συντηρητικών και φασιστών: εκκρεμεί σήμερα ο συμβιβασμός των φιλελεύθερων με την αναγκαιότητα της αυταρχικής εκτροπής και τη βαρβαρότητα.

Είναι ένας συμβιβασμός που προετοιμάζεται εδώ και χρόνια με την ανάδυση του «ακραίου κέντρου», δηλαδή ενός πόλου φιλελεύθερων εκσυγχρονιστών με σημαία τους όχι τη μετριοπάθεια αλλά την απομάκρυνση κάθε εμποδίου προς τις αντιμεταρρυθμίσεις που επιδιώκουν. Στην πάλη απέναντι στην Αριστερά και ό,τι αποκαλούν «λαϊκισμό» (δηλαδή εν πολλοίς την πολιτική ισχύ των λαϊκών τάξεων στο πλαίσιο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας που καθιστά αναγκαίες ορισμένες παραχωρήσεις σ’ αυτές) οι ακροκεντρώοι φαίνονται διατεθειμένοι να αποδεχτούν έναν περιορισμό των δικαιωμάτων και σίγουρα είναι θετικοί απέναντι στην ενίσχυση της («τεχνοκρατικής») εκτελεστικής εξουσίας.

Η αυταρχική αυτή τάση δεν αφορά μόνο διανοούμενους. Είναι χαρακτηριστικά τα ευρήματα ερευνών σε διάφορες χώρες που είχε αναλύσει παλιότερα ο David Adler (New York Times, 23 Μαΐου 2018). Οσοι τοποθετούσαν τον εαυτό τους στο Κέντρο εκτιμούσαν ότι «η δημοκρατία είναι ένα πολύ καλό πολιτικό σύστημα», σε ποσοστό μόλις 42% στην Ευρώπη (έναντι περίπου 50% όσων αυτοτοποθετούνταν στην Ακρα Αριστερά και στην Ακρα Δεξιά) και 33% στις ΗΠΑ (έναντι 55% όσων αυτοτοποθετούνταν στην Ακρα Αριστερά και 40% της Ακρας Δεξιάς). Την άποψη ότι τα πολιτικά δικαιώματα που προστατεύουν από την κρατική καταπίεση είναι ένα ουσιώδες χαρακτηριστικό της δημοκρατίας υποστήριξε μόλις το ένα τέταρτο των κεντρώων στις ΗΠΑ και το 40% σε Γερμανία και Ισπανία, επίσης σε μικρότερο βαθμό από την «Ακρα Αριστερά» και την «Ακρα Δεξιά».

Εχουν προηγηθεί, λοιπόν, βήματα ιδεολογικής και πολιτικής προετοιμασίας που καθιστούν δυνατή την αλλαγή κεντρικών πολιτικών επιλογών των φιλελεύθερων. Παρόμοια αναγκαία βήματα είχαν προετοιμάσει την άνοδο και του ιστορικού φασισμού στον Μεσοπόλεμο: αυτός, άλλωστε, δεν προήλθε από παρθενογένεση αλλά από υπαρκτές προγενέστερες τάσεις της αστικής κοινωνίας.

Στο κείμενο αυτό θα δώσω ένα δυστυχώς επίκαιρο παράδειγμα από την ελληνική Ιστορία για τη διαδρομή ενός φιλελεύθερου εκσυγχρονιστή προς τις προδρομικές μορφές φασισμού που εμφανίστηκαν πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρόκειται για τον Νεοκλή Καζάζη, έναν συντηρητικό φιλελεύθερο, στέλεχος του τρικουπικού κόμματος, που εξελίχθηκε στις αρχές του εικοστού αιώνα σε ηγέτη μιας εθνικιστικής οργάνωσης της ριζοσπαστικής Δεξιάς. Στην περίπτωσή του, καθώς ήταν πολυγραφότατος, μπορούμε να δούμε με αρκετή λεπτομέρεια τα διαδοχικά βήματα που έγιναν.

Ο Νεοκλής Καζάζης και η εταιρεία «Ελληνισμός»

Ο Νεοκλής Καζάζης (1849-1936) γεννήθηκε στη Λέσβο, σπούδασε στη Νομική και σταδιοδρόμησε, μετά από σπουδές και στη Γαλλία και τη Γερμανία, ως καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου στην ίδια σχολή. Τη δεκαετία του 1880, όντας στέλεχος του τρικουπικού κόμματος και συντάκτης του δημοσιογραφικού του όργανου «Ωρα», εργάστηκε ως υψηλόβαθμος δημόσιος υπάλληλος: τμηματάρχης του υπουργείου Εσωτερικών πρώτα και διευθυντής της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας το 1887-1890.

Το 1894 έγινε πρόεδρος της εταιρείας «Ελληνισμός», η οποία στο επίκεντρο της δράσης της είχε τα λεγόμενα «εθνικά θέματα», και παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι τον θάνατό του. Το 1910 παραιτήθηκε από το πανεπιστήμιο για να εκτεθεί ως υποψήφιος βουλευτής Αττικής και Βοιωτίας: κατάφερε να εκλεγεί στις πρώτες εκλογές για την Αναθεωρητική Συνέλευση, απέτυχε όμως στις δεύτερες στις οποίες συμμετείχε ως αντίπαλος του νέου κόμματος του Βενιζέλου.

Κατά τη διάρκεια του Διχασμού σταθεροποίησε την αντιβενιζελική του τοποθέτηση, ενώ τη δεκαετία του 1920 πρωτοστάτησε στην οργάνωση δύο «εθνικών συνεδρίων», με τη συμμετοχή διάφορων συντηρητικών σωματείων και της Εκκλησίας, ενάντια στους εχθρούς της θρησκείας, της γλώσσας, της οικογένειας, της πατρίδας και της ιδιοκτησίας. Συγχρόνως άσκησε μια αντι-ολοκληρωτική κριτική στον ιταλικό φασισμό: τον Μεσοπόλεμο διατήρησε ένα έντονα συντηρητικό ιδεολογικό προφίλ, δεν συνέχισε όμως τα βήματα που είχε κάνει προς τον φασισμό νωρίτερα, την πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα, στα συμφραζόμενα της δράσης του στον «Ελληνισμό».

Ο «Ελληνισμός» ήταν μια οργάνωση με κύρος, αρκετή απήχηση και σχετική μαζικότητα. Οργάνωνε ομιλίες εθνικού φρονηματισμού ή ενημέρωσης για θέματα που αφορούσαν τον εκτός συνόρων Ελληνισμό και εξέδιδε ένα «σοβαρό» περιοδικό με αναλύσεις για ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής. Ενώ στον πόλεμο του 1897 ο «Ελληνισμός» προσπάθησε να παίξει έναν ρόλο εξισορροπητικό της φιλοπόλεμης κινητοποίησης της Εθνικής Εταιρείας, στη συνέχεια ανέπτυξε έναν επιθετικό εθνικισμό που στρεφόταν κυρίως ενάντια στους Βούλγαρους και υποστήριζε την (ακόμα πιο σφιχτή) πρόσδεση στο άρμα της Αγγλίας.

Μετά το 1903 άρχισε να αναπτύσσει μια σφοδρή κριτική του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Το 1904 ο «Ελληνισμός» κήρυξε την «πατρίδα εν κινδύνω», και στις εκλογές του 1905 αντιπαρέθεσε τον «εθνικό αγώνα» στον «βόρβορο των κομματικών και εκλογικών οργίων». Τα επόμενα χρόνια στην ομώνυμη εβδομαδιαία εφημερίδα ο Καζάζης έγραψε σε συνέχειες τη «Χρεοκοπία του κοινοβουλευτισμού εν Ελλάδι» (εκδόθηκε σε βιβλίο χωρίς το «χρεοκοπία» στον τίτλο)· μετά το κίνημα στο Γουδί, ο «Ελληνισμός» έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στη συγκρότηση της «Ενωσης Ελληνικών Σωματείων» που φιλοδόξησε να αποτελέσει πολιτικό στήριγμα του Στρατιωτικού Συνδέσμου, ενώ ο Καζάζης σύντομα άρχισε να καλεί τον βασιλιά να κηρύξει δικτατορία. Το 1910 αποτέλεσε ηγετική μορφή στην (όχι ομοιογενή) ομάδα όσων ζητούσαν να μετατραπεί η Εθνοσυνέλευση σε Συντακτική, με αρμοδιότητες για ριζικές αλλαγές στο πολίτευμα· ηττήθηκαν, καθώς ο Βενιζέλος πρόσφερε μια λύση στην πολιτική κρίση που ήταν αποδεκτή τόσο από τον λαϊκό παράγοντα όσο και από το άρχον συγκρότημα εξουσίας.

Η μετατόπιση του Καζάζη από τον φιλελευθερισμό του Τρικούπη (πάνω, η κηδεία του στην Αθήνα το 1896) στις διακηρύξεις περί «χρεωκοπίας» της κοινο­βουλευτικής δημοκρατίας (1905-1910) δεν ήταν και τόσο αντιφατική, όσο συνήθως νομίζουμε
Η μετατόπιση του Καζάζη από τον φιλελευθερισμό του Τρικούπη (πάνω, η κηδεία του στην Αθήνα το 1896) στις διακηρύξεις περί «χρεωκοπίας» της κοινο­βουλευτικής δημοκρατίας (1905-1910) δεν ήταν και τόσο αντιφατική, όσο συνήθως νομίζουμε

Η πρόταση του «Ελληνισμού» και του Καζάζη συνίστατο, βασικά, στην αντικατάσταση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας από ένα ισχυρό αυταρχικό κράτος. Ο μεν αυταρχισμός είναι διάχυτος στα άρθρα των εντύπων της εταιρείας: «Η νόσος [του κοινοβουλευτισμού] είναι ανίατος. Απαιτείται δραστικόν φάρμακον. […] Απαιτείται ιατρός τολμηρός, μη διστάζων να προβή εις την θεραπείαν, παρά πάσας του νοσούντος τας διαμαρτυρίας» (Καζάζης, «Ο κοινοβουλευτισμός εν Ελλάδι», Αθήνα 1910, σ. 39). «Οπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος. Της ράβδου, και μόνον της ράβδου, ποιησάτω χρήσιν ο ελληνικός λαός» («Ελληνισμός», 15/5/1909). Η δύναμη, δε, ήταν κεντρική ως έννοια στην κοσμοεικόνα που διαμορφώνεται μέσα από τις στήλες των εντύπων της εταιρείας. Διακηρύσσεται ότι «η ισχύς είναι η διευθύνουσα δύναμις τα του κόσμου τούτου πράγματα» (Καζάζης, «Ο κοινοβουλευτισμός», σ. 190).

Είναι διαφωτιστική η σύγκριση με παλιότερα γραπτά του Καζάζη από τη φιλελεύθερη περίοδό του. Το 1879, στο βιβλίο του «Δημοτική παίδευσις και καθολική ψηφοφορία», έγραφε ότι «πάσα σώφρων κυβέρνησις» βασίζει «το κοινωνικόν αυτής κύρος ουχί επί της ισχύος ή της βίας, αλλ’ επί της συγκαταθέσεως των πολιτών», και ταύτιζε τη «διαλεκτική της ισχύος» με το άλογο πλήθος. Το 1905, αντίθετα, διακηρύσσεται ότι «η πολιτική διοίκησις δεν λειτουργεί πάντοτε διά των υποχωρήσεων, διά της συναλλαγής. Παρίσταται πολλάκις ανάγκη δυνάμεως ισχυράς, της πυγμής» (εφ. «Ελληνισμός», 16/12/1905).

Το φιλελεύθερο ιδεώδες της ισορροπίας των εξουσιών και οι σχετικές λεπτομερείς επεξεργασίες που εξέθετε στα συγγράμματά του αντικαθίστανται, λοιπόν, από την επίκληση της ανάγκης μιας ισχυρής εκτελεστικής εξουσίας. Ο σχετικός λόγος διαπλέκεται με τον εθνικισμό και τον μιλιταρισμό και η αναγκαιότητα της ισχύος θεμελιώνεται με την επίκληση του Μακιαβέλι αλλά και του διαλόγου Αθηναίων-Μηλίων στον Θουκυδίδη. Θυμίζουμε ότι τον διάλογο αυτόν επικαλέστηκε πρόσφατα ο Αδωνις Γεωργιάδης για να επικροτήσει την αμερικανική επίθεση στη Βενεζουέλα. Σε αντίθεση με τον Αδωνι, βέβαια, ο Καζάζης γνώριζε αρκετά καλά τον Θουκυδίδη για να μη θεωρήσει ότι υιοθετεί το «φυσικό» δίκαιο του ισχυρού που επικαλούνταν οι Αθηναίοι. Σε κάθε περίπτωση, η ανάγκη για ισχύ κατοχυρωνόταν για τον ύστερο Καζάζη ιδιαίτερα στο διεθνές πεδίο, όπου «αι κατακτητικαί ορμαί» και ο «ιμπεριαλισμός» παρουσιάζονταν ως το πνεύμα της εποχής στο οποίο η Ελλάδα έπρεπε να προσαρμοστεί για να επιβιώσει – παρότι τα μικρά μεγέθη της Ελλάδας αναπόφευκτα οδηγούσαν σε μια αμφίθυμη στάση απέναντι στην εκτροπή από την «ηθική» και τον «πολιτισμό» (π.χ. εφ. «Ελληνισμός», 23/6 και 7/7/1907).

Βασική μονάδα για την οποία διεκδικείται η ισχύς είναι το έθνος-κράτος: αυτό πρέπει να είναι ισχυρό τόσο στο εξωτερικό, για να φέρει επιτυχώς εις πέρας το «εθνικόν πρόγραμμα» της Μεγάλης Ιδέας, όσο και στο εσωτερικό, για να εμπεδώσει την τάξη που κλονίζεται και τη δημόσια ασφάλεια. Ενα τέτοιο κράτος θα υπόκειται λιγότερο ή καθόλου στην επιρροή (μέσω του κοινοβουλευτισμού) των κατώτερων τάξεων, θα στέκεται ωστόσο «πατρικό» απέναντί τους και θα τις προστατεύει. Η ενίσχυσή του συμπεριλαμβάνει και την παρέμβαση του κράτους στην οικονομία, με στόχο την «ενίσχυσιν των παραγωγικών δυνάμεων» αλλά και την εξομάλυνση των κοινωνικών συγκρούσεων (περιοδικό «Ελληνισμός», Ιούνιος 1905, σ. 476-478).

Στο πρόγραμμα του «Ελληνισμού» ενσωματώθηκε και το αναδυόμενο τότε αίτημα για εργατική νομοθεσία, σε μια προσπάθεια να προσεταιριστεί τις κατώτερες τάξεις, υιοθετώντας κάποτε μια αντιπλουτοκρατική ρητορεία και αποδεχόμενος την κινητοποίηση των μαζών εφόσον μ’ αυτήν προωθούνταν οι στόχοι του. Ο εθνικισμός συνδέεται με αυτές τις προτάσεις, παρέχει τη νομιμοποιητική τους βάση και είναι κυρίως αυτός που δίνει τη δυνατότητα μαζικής απεύθυνσής τους. Αλλωστε ο «Ελληνισμός» δεν έγινε ποτέ μια ανοιχτά πολιτική οργάνωση: παρέμεινε, πρώτα και κύρια, μια οργάνωση με βασικό πεδίο παρέμβασης τα λεγόμενα «εθνικά θέματα».

Θα εξετάσουμε τρία κομ­βικά σημεία για τον πολιτικό λόγο του «Ελληνισμού» και το πώς εξελίχθηκαν προς αυτά οι απόψεις του Καζάζη ως προέδρου του: την κριτική στον κοινοβουλευτισμό, τη στάση απέναντι στις κατώτερες τάξεις, και τον εθνικισμό και τον τρόπο με τον οποίο αυτός συνδέεται με το σύνολο της πολιτικής πρότασής του.

Ενάντια στον κοινοβουλευτισμό

Ο Καζάζης του 19ου αιώνα ήταν φιλελεύθερος αλλά όχι δημοκρατικός: βρισκόταν μεταξύ αυτών που ήταν αντίθετοι στην «απόλυτον κυριαρχίαν του λαού» στο πολιτικό σύστημα, επιστρατεύοντας σε επιστημονικά και πολιτικά κείμενά του («Δημοτική παίδευσις», ό.π.· εφημερίδα «Νέα Ελλάς», 2/2/1880· «Εκ Ρώμης», Αθήνα, 1886· «Φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας», τ. Α΄, Αθήνα, 1891) ορισμένα κλασικά επιχειρήματα της εποχής – μιας εποχής που η Ελλάδα βρισκόταν στην πρωτοπορία της Ευρώπης όσον αφορά την καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας των αντρών και τον περιορισμό των εξουσιών του βασιλιά.

«Η νόσος [του κοινο­βουλευτισμού] είναι ανίατος. Απαιτείται δραστικόν φάρμακον» | Νεοκλής Καζάζης, «Ο κοινο­βουλευτισμός εν Ελλάδι», Αθήνα 1910, σ. 39

Με την καθολική ψηφοφορία θριαμβεύει η ποσότητα επί της ποιότητας και οι «κάτω επί των άνω», και δεν θα έπρεπε να έχει κανείς λόγο για τα κοινά αν δεν είναι μορφωμένος ή αν δεν έχει περιουσία· η βασιλεία οφείλει να είναι «ζώσα» (αντίθετα με το συνταγματικό δόγμα «ο βασιλεύς βασιλεύει αλλά δεν κυβερνά»)· οι τρεις εξουσίες συγχέονταν μεταξύ τους καθώς η νομοθετική (δηλαδή οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι του λαού) προσπαθούσε να ελέγξει την εκτελεστική και τη δικαστική· το δημοκρατικό Σύνταγμα του 1864 δεν ανταποκρινόταν στον εθνικό χαρακτήρα και στην πολιτική ανάπτυξη του ελληνικού λαού αλλά αποτελούσε θεσμό επείσακτο και μεταφυτευμένο από την Ευρώπη. Το αποτέλεσμα ήταν ότι λόγω της «αποστροφής του πλήθους προς πάντα νεωτερισμόν» και της λατρείας του για το πατροπαράδοτο παρεμποδίζονταν η πρόοδος και ο αστικός εκσυγχρονισμός της χώρας. Συγχρόνως, εκφραζόταν ο φόβος για «τα αναρχικά ένστικτα του όχλου» και μια πιθανή παρεκτροπή του.

Το κοινωνικό τοπίο που καθόρισε τη στροφή ενός συντηρητικού φιλελεύθερου στον πρωτοφασισμό περιείχε αλλεπάλληλες κοινωνικές εκρήξεις, από τα «Ευαγγελικά» του 1901
Το κοινωνικό τοπίο που καθόρισε τη στροφή ενός συντηρητικού φιλελεύθερου στον πρωτοφασισμό περιείχε αλλεπάλληλες κοινωνικές εκρήξεις, από τα «Ευαγγελικά» του 1901…
Πολιορκία της Βουλής τον Φλεβάρη του 1909
… μέχρι την πολιορκία της Βουλής τον Φλεβάρη του 1909. | «Η ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ» 3/1909
 Το μνημόσυνο του άρτι εκλιπόντος Παύλου Μελά (1904)
Ο εθνικισμός λειτούργησε έτσι ως η συγκολλητική ουσία που επανέφερε -οικειοθελώς- στην τάξη τους αγανα­κτισμένους νοικοκυραίους. Το μνημόσυνο του άρτι εκλιπόντος Παύλου Μελά (1904) | «Η ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ» 3/1909
Και το μνημόσυνο του… Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (1908)
Και το μνημόσυνο του… Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (1908) | «Η ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ» 3/1909

Η εξέλιξη του Καζάζη ως ηγέτη του «Ελληνισμού» θα είναι προς την απομάκρυνσή του από τον φιλελευθερισμό και μια πιο ριζική κριτική του κοινοβουλευτισμού. Κεντρική εδώ είναι η αλλαγή των αντιλήψεών του για το κράτος: εκεί που έκανε λόγο για «το παμφάγον τέρας της πολιτείας» που απειλούσε την ελευθερία του ατόμου, περνάει στο αίτημα για ένα ισχυρό κράτος, φορέα της εθνικής ψυχής και «κεντρικήν του λαού δύναμιν» (περ. «Ελληνισμός», Ιανουάριος 1898, σ. 6 και Μάρτιος 1906, σ. 162). Στον λόγο του «Ελληνισμού» ο κοινοβουλευτισμός κατηγορείται κυρίως ότι δεν μπορεί να εξασφαλίσει ένα ισχυρό στο εσωτερικό και στο εξωτερικό κράτος, αντίθετα το εξασθενίζει: ότι παράγει αταξία και απειθαρχία, «κατήργησεν το κράτος», ευθύνεται για τη στρατιωτική αδυναμία και τις αποτυχίες στην εξωτερική πολιτική. Ο Καζάζης στο «Ο κοινοβουλευτισμός εν Ελλάδι» (δημοσιεύεται από το 1905 ώς το 1910) διατυπώνει τη θεωρία ότι στην Ελλάδα την εξουσία έχει μια ολιγαρχία βουλευτών που επικυρώνει την κυριαρχία της στις εκλογές με αντάλλαγμα μικροεξυπηρετήσεις και ρουσφέτια, χωρίς να μεριμνά για τα γενικά συμφέροντα του έθνους αλλά μόνο για τα εγωιστικά της συμφέροντα. Το συμπέρασμα είναι ότι «εν τη ήττη του κοινοβουλευτισμού κείται η εθνική σωτηρία»: «Κοινοβουλευτισμός, ούτος ο εχθρός».

Παρ’ όλ’ αυτά, δεν φτάνει να ζητήσει την πλήρη κατάργηση της Βουλής: «η αντιπροσωπευτική πολιτεία, επί του παρόντος τουλάχιστον, είναι αναγκαίος θεσμός». Προτείνει λύσεις όπως η ενίσχυση των εξουσιών του βασιλιά ή η δημιουργία Γερουσίας ως αντίβαρου προς την εκλεγμένη με καθολική ψηφοφορία Βουλή, συγχρόνως όμως προβάλλεται, μάλλον θολά, η ιδέα ενός ισχυρού κράτους, διοικούμενου από έναν χαρισματικό ηγέτη που θα μεριμνά για τις κατώτερες τάξεις και θα απελευθερώσει τους αλύτρωτους· ως πρότυπο αναφέρονται η Γερμανία του Βίσμαρκ, αλλά και ο Καποδίστριας, «το πολιτικό δόγμα του Κυβερνήτου: λαϊκή πολιτεία υπό ισχυράν, πεφωτισμένην και αμερόληπτον ηγεσίαν ενός ανδρός» («Ελληνισμός», Φεβρουάριος 1901, σ. 67 και Μάρτιος 1905, σ. 174). Το ηγετικό ιδεώδες υπήρχε και σε παλιότερα κείμενα του Καζάζη, είχε όμως διαφορετικά χαρακτηριστικά: επρόκειτο για την υψηλή προσωπικότητα που όμως η δημαγωγία και ο όχλος παρεμπόδιζαν το έργο της. Στα 1900 «ζητείται ο δικτάτωρ εκείνος της εθνικής ιδέας», «η στιβαρά χειρ» (π.χ. Καζάζης, «Δέκα Λόγοι προς την Ελληνική Νεότητα», Αθήνα, 1900· «Ελληνισμός», Δεκέμβριος 1905), ο οποίος θα εγγυάται τόσο τον εθνικό όσο και τον λαϊκό προσανατολισμό του κράτους. Πριν από τις εκλογές του 1910 η εφημερίδα της οργάνωσης έθετε το βασικό δίλημμα: «Λαϊκή πολιτεία αντί της ολιγαρχικής. Λαός ή ολιγαρχία. Τούτο είναι το ζήτημα».

Ο λαός

Φτάνουμε, λοιπόν, στο δεύτερο σημείο που θέλουμε να θίξουμε. Η στάση του Καζάζη απέναντι στις κατώτερες τάξεις έχει περάσει από την επιφυλακτικότητα και τον φόβο των μαζών προς μια ρητορική που τις συμπεριλαμβάνει και μια προσπάθεια προσεταιρισμού τους, παρότι στοιχεία της παλιότερης αντιπαλότητας επιβιώνουν, για παράδειγμα στις σπάνιες φορές που υπονοείται ότι θα έπρεπε να καταργηθεί η καθολική ψηφοφορία (των αντρών). Είναι χαρακτηριστική η αλλαγή στην έννοια της «βουλευτικής ολιγαρχίας». Την έννοια τη χρησιμοποιούσαν από παλιότερα φιλελεύθεροι αντίπαλοι της καθολικής ψηφοφορίας όπως ο Ν. Ι. Σαρίπολος, ο Ιωάννης Σπηλιωτάκης ή ο Αλέξανδρος Βυζάντιος: τη συσχέτιζαν όμως με τον δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτικού συστήματος και με τον βαρύνοντα ρόλο του λαϊκού παράγοντα σ’ αυτό.

Ολοκλήρωση μιας διαδρομής: το 1928, ο «Ελληνισμός» του Καζάζη δημοσιεύει ανώνυμα σε συνέχειες την έκθεση «Ο κομμουνισμός εν Ελλάδι» που είχε συντάξει η Υπηρεσία Γενικής Ασφαλείας του Κράτους
Ολοκλήρωση μιας διαδρομής: το 1928, ο «Ελληνισμός» του Καζάζη δημοσιεύει ανώνυμα σε συνέχειες την έκθεση «Ο κομμουνισμός εν Ελλάδι» που είχε συντάξει η Υπηρεσία Γενικής Ασφαλείας του Κράτους

Η καινοτομία του Καζάζη και του «Ελληνισμού» ήταν ότι έδωσε έμφαση στον αντιλαϊκό χαρακτήρα της, προσδιορίζοντάς την όχι ως κοινωνική ομάδα προερχόμενη από τον λαό και συνδεδεμένη μ’ αυτόν, αλλά ως ξένη και εχθρική σ’ αυτόν, και συσχετίζοντάς την με την καταπίεση και την απομύζηση του λαού σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Συγχρόνως εξαπολύονται επιθέσεις ενάντια στην «αφορολόγητη πλουτοκρατία» και διατυπώνονται υπαινιγμοί ότι «τα εκατομμύρια των κεφαλαιούχων πολλάκις δεν συνηθροίσθησαν δι’ εντίμων τρόπων» (εφ. «Ελληνισμός», 10/6/1906)· η προτεραιότητα όμως δίνεται πάντα στην πολιτική φύση της αντίπαλης προς τον λαό «τάξης» και στην κυριαρχία της μέσα από τα κόμματα.

Συγχρόνως ο σοσιαλισμός παύει να προβάλλεται ως απειλή, γράφουν ευνοϊκά για τον Μαρίνο Αντύπα μετά τον θάνατό του, γίνεται νεφελωδώς λόγος για «ριζική» οικονομική μεταρρύθμιση που θα αποσκοπούσε στον «περιορισμό του υπερμέτρου πλούτου» (Καζάζης, «Ο κοινοβουλευτισμός»), αναπτύσσονται κάποιοι δεσμοί με σωματεία των λαϊκών τάξεων όπως ο Σύνδεσμος Εμποροϋπαλλήλων. Και η προηγούμενη απαξίωση του βάρβαρου όχλου και του πεζοδρομίου δίνει τη θέση της σε εκκλήσεις στον λαό να κινητοποιηθεί και στην οργάνωση διαδηλώσεων – έστω κι αν επιθυμούν οι τελευταίες να αποβάλουν τα στοιχεία αταξίας, αναξιοπρέπειας και οχλαγωγίας που τις χαρακτηρίζουν. Οι σχέσεις του «Ελληνισμού» με τις λαϊκές τάξεις, βεβαίως, δεν ξεπέρασαν ποτέ κάποια όρια, η υιοθέτηση της σκοπιάς τους παρέμεινε ατελής από μια οργάνωση που κατά βάση ήταν αστική, ενώ όταν, μετά το κίνημα στο Γουδί η ταξική πάλη στα χωριά της Θεσσαλίας και στις μεγάλες πόλεις εντάθηκε, η επιφυλακτικότητα αυξήθηκε και επανεμφανίστηκε η πολεμική ενάντια στον σοσιαλισμό και τις απεργίες: από την ελληνική ριζοσπαστική Δεξιά της εποχής απουσίαζε σαφώς η πληβειακή διάσταση του φασισμού.

Ο εθνικισμός

Τέλος, το βασικό όχημα για την απεύθυνση του «Ελληνισμού» στις λαϊκές τάξεις και γενικότερα για την πολιτική του παρέμβαση ήταν ο εθνικισμός. Το βασικό επιχείρημα που επαναλαμβάνεται συνεχώς είναι ότι το κοινοβουλευτικό κράτος αποδείχτηκε ανίκανο να πραγματοποιήσει τους εθνικούς πόθους. «Θέλομεν στρατόν και συγχρόνως κράτος ικανόν προς οργάνωσιν και συντήρησιν αυτού». Αλλωστε «η πατρίς ημών κινδυνεύει από τινος χρόνου να εξαφανισθή», και η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης προφανώς επέβαλλε την εκτροπή από την πολιτική νομιμότητα («Ελληνισμός», Ιανουάριος 1904, σ. 15-32). Γενικότερα, το κάλεσμα για ολοκληρωτική στράτευση στην ιδέα του έθνους εμπεριείχε μια διάσταση πολεμική απέναντι στο πολιτικό σύστημα: οι «πολιτικές φλυαρίες» και ο «βόρβορος των κομματικών και των εκλογικών οργίων» αντιδιαστέλλονταν από την εθνική δράση, και ο Καζάζης έθετε το δίλημμα: «Τι θέλετε κύριοι; Εθνος ή κόμμα; Στράτευμα ή ρουσφέτι;» («Ελληνισμός», Ιανουάριος 1905, σ. 55 και Δεκέμβριος 1905, σ. 893-905).

Επιπλέον, ο εθνικισμός παρουσιαζόταν συχνά ως δύναμη συνοχής του κοινωνικού ιστού. Αυτό γινόταν μέσα από την αιτιολόγηση της προστασίας των κατώτερων τάξεων χάριν της εθνικής ενότητας, αλλά και μέσα από την αντιδιαστολή του έθνους ως ηθικής κοινότητας αλληλεγγύης και πηγής ευγενών ιδανικών προς το σύγχρονο ατομικιστικό πνεύμα του υλισμού και τον «εγωισμό μέχρις εγκλήματος». Μέσα από τον εθνικισμό, τέλος, και έναν λόγο ενάντια στον «ξένο» (δηλαδή τον ευρωπαϊκό) «ψευδοπολιτισμό» που απειλούσε με εκφυλισμό το έθνος και ιδίως τις ανώτερες τάξεις του (διαβάζουμε π.χ. στον «Ελληνισμό» [Ιούλιος 1909, σ. 407] για την «άνανδρον λιποταξίαν εκ των τάξεων του έθνους της ελληνικής αριστοκρατίας του πλούτου»), επιχειρούνταν να ενσωματωθεί συμβολικά η ταξική αντιπαλότητα των λαϊκών τάξεων προς τους μεγαλοαστούς χωρίς να αμφισβητούνται ο καπιταλισμός και η κρατούσα οργάνωση της κοινωνίας.

Ο εθνικισμός, λοιπόν, εμφανίζεται καθοριστικός στην περίπτωση του Καζάζη για την εξέλιξή του προς τον πρωτοφασισμό, μέσα από την εμπλοκή του στην εταιρεία «Ελληνισμός». Δεν ήταν αναγκαίο να γίνει μέσα από αυτόν τον δρόμο, και υπήρξαν άλλοι την ίδια εποχή που υιοθέτησαν ιδέες και μοτίβα της ριζοσπαστικής Δεξιάς για τους οποίους ο εθνικισμός έπαιζε σαφώς μικρότερο ρόλο. Ηταν, ωστόσο, και παραμένει το κατεξοχήν ιδεολογικό στοιχείο που μπορεί να νομιμοποιήσει ένα αντιδημοκρατικό πρόγραμμα και να επιτρέψει την απεύθυνσή του σε ευρύτερα στρώματα. Σήμερα βλέπουμε τον εθνικισμό να παίζει αυτόν τον ρόλο εμπλουτισμένος με ρατσισμό, ισλαμοφοβία, πιο σπάνια με αντισημιτισμό, άλλοτε καμαρώνοντας για την ισχυρή Ελλάδα και άλλοτε καλλιεργώντας την παράνοια της απειλής και της περικύκλωσης, με κατεξοχήν εχθρούς τους Τούρκους και τους μετανάστες, αλλά πάντα με μια αυξημένη εγρήγορση απέναντι στον «εσωτερικό εχθρό».

Περισσότερα για τον Νεοκλή Καζάζη και τον «Ελληνισμό», ο αναγνώστης μπορεί να βρει στα παρακάτω έργα:

● Νίκος Ποταμιάνος, «“Κοινοβουλευτισμός, ούτος ο εχθρός”. Μια οργάνωση της ριζοσπαστικής δεξιάς: η εταιρεία “Ελληνισμός” 1898-1910», Ουτοπία 56 (2003), σ. 77-95 http://pandemos.panteion.gr/index.php?op=record&lang=el&pid=iid:3555

● Γιώργος Κόκκινος, Ο πολιτικός ανορθολογισμός στην Ελλάδα. Το έργο και η σκέψη του Νεοκλή Καζάζη 1849-1936, Αθήνα 1996, εκδ. Τροχαλία.

● Αθανάσιος Μποχώτης, Η ριζοσπαστική δεξιά. Αντικοινοβουλευτισμός, συντηρητισμός και ανολοκλήρωτος φασισμός στην Ελλάδα 1864-1911, Αθήνα 2003, εκδ. Βιβλιόραμα.

* ιστορικός, ερευνητής στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών (ΙΜΣ-ΙΤΕ)