Το σπουδαιότερο προφανώς διδακτικό ανάγνωσμα που γράφτηκε ποτέ στη δημοτική, πιθανόν ένα από τα σπουδαιότερα που γράφτηκαν ποτέ στη νεοελληνική γλώσσα εν γένει, τα «Ψηλά Βουνά» του (λησμονημένου σήμερα) Ζαχαρία Παπαντωνίου, μεταποιήθηκε σε θεατρικό έργο, έγινε θέαμα, μουσική, αίσθηση και νοσταλγία (όχι γι΄ αυτό που χάσαμε, αλλά γι΄ αυτό που αδυνατούμε πια να κατανοήσουμε), και ανέβηκε με σύγχρονα σκηνικά μέσα στο «Ακροπόλ».
Η παράσταση είναι ωραία, λειτουργικότατη, και –πιστεύω- ακόμα αρκετά «διδακτική», κυρίως για τα παιδιά των τάξεων του Δημοτικού. Στο τέλος της είδα μόνο ευχάριστα πρόσωπα και προσωπάκια, γονείς και παιδιά που έφευγαν με την όψη της πληρότητας και ίσως κάποιας βαθύτερης περίσκεψης.
Ωστόσο είναι πολύ ενδιαφέρον ότι το όμορφο πόνημα του Παπαντωνίου εξακολουθεί ακόμα και σήμερα, 100 χρόνια μετά τη συγγραφή του, να προκαλεί αν όχι σωστή τρικυμία, τουλάχιστον τρικύμισμα στις συζητήσεις μας, και μάλιστα -ως συνήθως- όχι γι΄ αυτό που είναι, αλλά γι΄ αυτό που «υπονοεί».
Η παρέα των νέων παιδιών της υπόθεσης –της Γ΄ Δημοτικού– που με απρόσμενο τρόπο επιλέγουν (και τους επιτρέπεται…) να ζήσουν για δύο μήνες ελεύθερα στα βουνά της Ευρυτανίας, περνώντας από μια διαδικασία ασκητικής ζωής, ισότιμης συνδιαλλαγής με τη φύση, αλλά και πρώιμης ενηλικίωσης, κατηγορήθηκε ισότιμα τόσο για κομμουνιστικές όσο και για φασιστικές αποχρώσεις.
Δημιούργημα προοδευτικού αστού
Τα παιδιά του Παπαντωνίου, είναι αλήθεια, ακολουθούν ένα πρόγραμμα ανάδυσης του «νέου εαυτού», λειτουργώντας κάποτε «κολεκτιβιστικά», κάποτε «νεολαιίστικα», κάποτε «αταξικά», κάποτε «μαζικά»…
Για πρώτη φορά φανερώνονται με μια ωριμότητα που προκύπτει θα έλεγε κανείς από φυσική ροπή και η οποία σμιλεύεται και εξελίσσεται σε επαφή με το άγνωστο, το ρομαντικό, την αλληλεγγύη και την ίδια τη δυσκολία της επιβίωσης…
Και σε όλο αυτό, ας μη συμπληρώσουμε ότι ομιλούν μια γλώσσα «φυσική» και «πηγαία», και ταυτόχρονα –αυτό νομίζω κόστισε στο βιβλίο το μεγαλύτερο μένος– άξια στο να περιγράφει, να ελίσσεται, να διδάσκει και να μεταφέρει τη γύρω ομορφιά σε λόγια και εικόνες…
Μα ο καθένας ας διαβάζει το βιβλίο του Παπαντωνίου μελετώντας την αθώα υγρασία του με τη δική του ιδεολογική ξηρότητα. Τα «Ψηλά Βουνά» είναι δημιούργημα ενός αστού, φέρουν τη νοοτροπία του προοδευτικού αστισμού, έχουν καθαρά παιδαγωγικό χαρακτήρα και από πολλές απόψεις μοιάζουν απίθανα ως όχημα προπαγάνδας.
Αν τηρούν το επιχείρημα της ολοκλήρωσης μέσα από τη συλλογικότητα, την ομάδα, τη φυσιολατρία, τον σεβασμό, την πράξη και τον αγώνα ακόμη, είναι γιατί μέχρι εκείνη την εποχή, από τον 19ο αιώνα κιόλας, οι διανοούμενοι φλέρταραν από όλες τις πλευρές με τη δημιουργία ενός νέου ανθρώπου, που μεγαλώνει, διαπλάθεται και ωριμάζει με οδηγό όχι την ατομικότητά του αλλά την ομάδα και τη διδαχή της φύσης.
Αυτά ήταν οράματα τότε και το να τα κρίνουμε με γνώμονα κατοπινές πολιτικές και ιδεολογικές εκδοχές τους είναι εκτός από άδικο και κουτό.
Ο Βασίλης Μαυρογεωργίου θέλησε να μεταφέρει εκτός από την ίδια την υπόθεση του βιβλίου, την αίσθηση που αυτό αποπνέει στον σημερινό αναγνώστη. Γι’ αυτόν τα «Ψηλά Βουνά» μεταδίδουν μια αίσθηση ελευθερίας και διαφυγής, την ιδέα μιας παρέας που ξεκινάει την περιπέτεια της σαν παιχνίδι, αλλά την συνεχίζει στο σχήμα της ενήλικης ζωής.
Η διασκευή του διαθέτει Αφηγητή –προφανώς είναι ο ίδιος ο συγγραφέας- ο οποίος προσωποποιεί την περιπέτεια και την μετατρέπει σε πλάγια συνομιλία με την παιδική μνήμη και με τον παλιό χαμένο εαυτό του. Πρόκειται για γνωστό τρικ μεταφοράς ενός αφηγήματος στο θέατρο- εντούτοις εδώ λειτουργεί γενικότερα, χαρίζοντας στο σύνολο ευαισθησία και τη θερμοκρασία της ενδοσκόπησης.
Για εμάς τους γονείς είναι αλήθεια πως τα «Ψηλά Βουνά» στο Ακροπόλ είχαν και περιπέτεια και ταξίδι. Για τα παιδιά όμως, για τα οποία γίνεται τέλος πάντων η παράσταση, αυτή η περιπέτεια γίνεται όχι μόνο μέσα από τα γράμματα αλλά και τις εικόνες.
Ετσι, η παράσταση δεν αμελεί να συνδέσει το τότε με το τώρα, την παλιά λογοτεχνία με τα σύγχρονα μέσα. Και είναι αλήθεια ότι αυτό που νομίζω θα μείνει περισσότερο στο μυαλό των θεατών είναι η πρωτότυπη εικαστική, ψηφιακή σκηνογραφία (συνεργάζονται σε αυτήν ο σκηνογράφος Κωνσταντίνος Ζαμάνης, τα ψηφιακά video του Νίκου Τσιµούρη, τα κινούµενα σχέδια του Βαγγέλη Σιγάλα και οι διαδραστικές προβολές της Visual Cortex).
Πώς γίνεται αυτό; Στο φόντο προβάλλονται όμορφα τοπία, –στο ύφος των πρωτότυπων εκείνων που συνόδευαν κάποτε τις εκδόσεις του βιβλίου–, τα οποία χρησιμοποιούνται από τους ηθοποιούς σαν αληθινά σκηνικά. Αυτό το εύρημα, όπως και το εύρημα της διάδρασης, που «μυρίζει» Laterna Magica, δημιουργεί έκπληξη και καλή διάθεση: είναι εξίσου αναγκαία για κάθε σωστό θεατρικό και διδακτικό περιβάλλον.
Τα tablets εν δράσει
Η παρέα λοιπόν ανακαλύπτει τον εαυτό της στο αυτό το μεικτό μέρος των βουνών της Ευρυτανίας και των απεικονίσεων τους σε tablet. Κάποια σημεία παραμένουν βέβαια μακρινά: Ο βλάχικος γάμος ή το τσελιγκόπουλο που ζητά να μάθει τα γράμματα βρίσκονται αρκετά πέρα από την Ιπποκράτους.
Ισως έτσι να συνέβαινε πάντοτε: εντούτοις τώρα τα πάντα πια μοιάζουν με εξωτικό όνειρο. Κι ακόμα υπάρχει κάτι στο ήθος των παιδιών, ο ενθουσιασμός, οι φράσεις, η τόση αθωότητά τους που αρνείται να απαγκιστρωθεί από το άρωμα μιας ξεχασμένης εποχής.
Σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί και ένα άλλο ζήτημα… για τα σημερινά παιδιά η παρέα του Παπαντωνίου έχει το πρόβλημα ότι δεν περιλαμβάνει κανένα κορίτσι… Και όπως και να το κάνουμε, η παρουσία των κοριτσιών είναι γενικά έντονη στο κοινό του «Ακροπόλ». Για τα άλλα σχόλια που ακούστηκαν, πως η παράσταση αδυνατεί τάχα να δώσει την αίσθηση ελευθερίας που υπάρχει στο βιβλίο, τα βρίσκω υπερβολικά.
Η τάση για ελευθερία ασφαλώς και δεν υπάρχει στην παράσταση, όπως δεν υπήρχε και στο βιβλίο: βρίσκεται μέσα στο παιδί και μέσω αυτών ενεργοποιείται.
Η σκηνοθεσία του Βασίλη Μαυρογεωργίου έχει ευαισθησία και –όπως συνήθως– θαυμάσια μουσική επιμέλεια. Η πρωτότυπη μουσική του Θωμά Καραχάλιου δένει ωραία με την παράσταση, και τα παραδοσιακά τραγούδια της ερμηνεύονται αληθινά υπέροχα από την Κλεοπάτρα Μάρκου. Τα παιδιά –που είναι παιδιά λόγω σύμβασης– δίνονται με ενθουσιασμό από τους Δημήτρη Κουρούµπαλη, Αρη Τρουπάκη, Θανάση Δόβρη, Γρηγόρη Ποιµενίδη, Σωτήρη Μεντζέλο, Γιώργο Σύρµα, Παντελή Φλατσούση και Γιώργο Φλωράτο.
Πολύ σωστή η χορογραφική μελέτη του Δημήτρη Μαργαρίτη.
