ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν ξέρω πόσοι διαπίστωσαν πως αυτό που έκανε η Στέγη με τον «Οιδίποδα» του Ρόμπερτ Αϊκ είναι κάτι πολύ διαφορετικό από ό,τι έχουμε συνηθίσει στο ελληνικό θέατρο (ειδικά από τους θεσμικούς παίκτες), όσο και σχετικά πρωτότυπο σε διεθνές επίπεδο. Αντί λοιπόν να «προσκαλέσει» τη νέα επιτυχία του Μπρόντγουεϊ και του Γουέστ Εντ στη σκηνή της, να την αγοράσει δηλαδή και να την παρουσιάσει ως έχει, επέλεξε να τη μεταφέρει στο θέατρό της αφού πρώτα την αναπαρήγαγε («remounting») με Ελληνα μεταφραστή, τον Νίκο Χατζόπουλο, Ελληνα εκτελεστή-σκηνοθέτη, τον Πρόδρομο Τσινικόρη (κοντά στην επιμελήτρια σκηνοθεσίας Λίζι Μανγουάριν) και Ελληνες ηθοποιούς. Η διαφορά είναι μεγάλη κι εδώ που τα λέμε διδακτική για όλους. Αυτή η οικειοποίηση της ξένης παραγωγής, που λειτουργεί και σαν αντιδάνειο εφόσον δεχτούμε ότι ένα μεγάλο μέρος της αναβίωσης του «Οιδίποδα» οφείλεται και στο ελληνικό θέατρο, μπορεί να κοστίζει σε χρόνο, χρήμα και διαθέσιμους πόρους, μα στοχεύει να δείξει κάτι σπουδαίο, πριν από τα σημαντικά «τι είναι ο Οιδίποδας;» ή «πώς ο Οιδίποδας μπορεί να γίνει επίκαιρος;». Το σημαντικό που πρέπει να μεταλάβουμε από τη μετάγγιση βρίσκεται στην ανάγκη να ανοίξουμε το θεατρικό βλέμμα μας σε κάτι συναρπαστικό, θεαματικό και μεγάλο, σε μια κλίμακα που ξεπερνά τη δική μας -μάλλον μίζερη- περιχαράκωση και φτάνει μέχρι τη σκηνή του Μπρόντγουεϊ, του Γουέστ Εντ και από εκεί του κόσμου όλου.

Ναι, αυτό είναι το πρώτο και αληθινό δίδαγμα από την παράσταση της Στέγης. Οταν ο Αϊκ επιχείρησε να μεταγράψει και να ανεβάσει τον «Οιδίποδα», διέγνωσε σε αυτόν μια ιστορία ικανή να ταρακουνήσει τους θεατές της για πάνω από 2.500 χρόνια. Και πάνω σε αυτήν φιλοδόξησε να πει τη δική του ιστορία, στοχεύοντας όχι σε κάποια σκηνή εκατό θέσεων για τα Δευτερότριτα ενός Νοεμβρίου, αλλά σε ένα θέατρο ικανό να παιχτεί και να προκαλέσει μέθεξη στους θεατές απανταχού, στα μεγαλύτερα θέατρα. Αυτό το γινάτι της παγκοσμιότητας και ενός θεάτρου ανοιχτού και μεγάλου οφείλουμε να θυμηθούμε και, γιατί όχι, να ζηλέψουμε πριν από όλα στο θέατρο της Στέγης.

Επειτα έρχεται ο ίδιος ο «Οιδίποδας». Αρνούμαι προσωπικά να συμμετάσχω στη συζήτηση -αν και το πρόγραμμα σπεύδει να αναφέρει πως πρόκειται για «πολύ ελεύθερη» (σικ) διασκευή, μήπως και ανακρούσει έτσι την αναμενόμενη γκρίνια- για το εάν ο συγγραφέας έχει σεβαστεί κατά τη μεταγραφή του το πνεύμα, το γράμμα ή το είδος του πρωτότυπου, αν έχει (που δεν έχει) Χορό, αν έχει (που δεν έχει) Ισμήνη, γιατί φουσκώνει τον ρόλο της Ιοκάστης (ενώ στο πρωτότυπο εμφανίζεται σε καίριες αλλά λιγοστές σκηνές), γιατί παραλλάσσει την υπόθεση ή πώς και παραλείπει στοιχεία του αρχικού μύθου. Μου φαίνονται όλα αυτά άκαιρα και κάπως μικρά.

Επιτυχία

Για εμένα το νέο έργο του συγγραφέα και σκηνοθέτη (που παρεμπιπτόντως έχει ασχοληθεί και στο παρελθόν με μεγάλη επιτυχία με ανεβάσματα και μεταγραφές αρχαίων έργων) δεν είναι η μεταφορά του παλιού στο νέο, αλλά κάτι νέο που στήνεται στο παλιό, όπως κάποτε οι άνθρωποι στήνανε τους νέους ναούς στα ερείπια και με τα κτερίσματα των αρχαίων. Είναι η ιστορία ενός νέου χαρισματικού -κι όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις αλαζόνα- πολιτικού, του Οιδίποδα, την οποία θα ζήσουμε το βράδυ πριν από τις εκλογές που, καθώς φαίνεται, θα του χαρίσουν την εξουσία.

Αυτός ο «Οιδίποδας» (ο σπουδαιότερος ρόλος του Νίκου Κουρή;) περιμένοντας τα αποτελέσματα, θα διαβεί τον δρόμο από το οικογενειακό τραπέζι, στο οποίο θα καθίσει με τη γυναίκα του (η πάντα συναρπαστική Καρυοφυλλιά Καραμπέτη), τα τρία παιδιά του (Γιώργος Ζιάκας, Γιάννης Τσουμαράκης, Δανάη-Αρσενία Φιλίδου) και τη μητέρα του (Ράνια Οικονομίδου), παρουσία του πάντα φροντιστικού τους υπασπιστή Μέντορα (Τάκης Σακελλαρίου), στην αποκάλυψη, την ατομική και δημόσια, για το ποιος αληθινά «είναι». Τα πάντα ξεκινούν από κάποιον σαλό, έναν περίεργο μύστη μιας σέκτας (Κώστας Νικούλι), που θα παρεισφρήσει στο εκλογικό κέντρο για να προφητέψει το… παρελθόν του πολιτικού άνδρα. Τι περίεργο είναι πάλι αυτό; Μήπως κάποιο χτύπημα κάτω από τη ζώνη από τον λογογράφο και κουνιάδο του Κρέοντα (Λάζαρο Γεωργακόπουλο); Ή μια αμυχή στην κατά τα άλλα ατσαλάκωτη, ανεπιτήδευτη τελειότητα του υποψηφίου;

Τίποτα εδώ άλλωστε δεν έμοιαζε καταρχάς ασφαλές. Μια γιαγιά που ζητάει επίμονα ακρόαση από τον γιο της. Μια οικογένεια που φιλοξενεί τη διχόνοια και την έριδα. Η Αντιγόνη κάπου εκεί υποψιάζει για τη συνέχεια της ιστορίας. Και ένας πιστός μπάτλερ στο βάθος γνωρίζει μυστικά που καλό είναι να μην αποκαλυφθούν ποτέ. Ακόμη και ένας σοφέρ (Σωκράτης Πατσίκας) μπορεί να παίξει ρόλο στην πορεία προς την αποκάλυψη, καθώς μια ευγενική γραμματέας (Χαρά Γιώτα) πηγαινοέρχεται φέρνοντας ειδήσεις από τον «έξω κόσμο», όταν ο «μέσα» καταλύεται.

Η αλήθεια

Στην πορεία προς το σκοτεινό φως της αλήθειας ο Οιδίποδας θα έχει δύο πλοηγούς. Ο ένας είναι ασφαλώς ο χαρακτήρας του: επίμονος, μανιακός με την αλήθεια, άκαμπτα ηθικός. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αυτός θα μπορούσε να είναι ο ιδανικός ηγέτης μιας πατρίδας που βρίσκεται στο σκοτάδι της αμφιβολίας, της υποκρισίας και της εκμετάλλευσης. Υπάρχει στον λόγο του ένα πάθος που πηγάζει από τη βαθιά πεποίθηση όχι για τις ίδιες τις ικανότητές του, μα για το όραμά του. Θέλει να χτίσει μια πολιτεία βασισμένη στον σεβασμό, την αποδοχή και την αλήθεια. Ενας ηγέτης που θα φαντασιωνόταν και ο πιο φανατικός από τους Διαφωτιστές των παλαιών ημερών.

Μα ο δεύτερος πλοηγός του Οιδίποδα δεν είναι παρά το πεπρωμένο του. Αντιβαίνοντας σε κάθε τι που ο ίδιος πιστεύει, στον λόγο και στην ηθική, υπάρχει στο σύμπαν μια δύναμη που δεν κινεί μόνο τα πράγματα αλλά τα καθορίζει. Ιδού λοιπόν αυτός που θέλησε να πει μόνο την αλήθεια και φτάνει να ζει στο ψέμα… Ιδού εκείνος που θέλησε να σώσει τους άλλους, σαν «παιδιά του», και δεν μπορεί τώρα να σώσει τον εαυτό του… Ηθελε να δείξει στους άλλους τον δρόμο κι ήταν ο ίδιος τυφλός. Ηθελε να κυβερνήσει και έμεινε ο ίδιος ακυβέρνητος…

Ασίγαστο φως

Το έργο του Αϊκ βλέπεται σαν κάτι συναρπαστικό, τρομακτικό, ανησυχητικό για τις βεβαιότητές μας. Ενας κόσμος που στήθηκε από την αρχή στο πολιτικό γραφείο ενός νέου ανθρώπου και γέμισε με σχέδια, όνειρα, έπιπλα και φωνές, αδειάζει τώρα σιγά σιγά καθώς περιμένουμε κάτι «μεγάλο» (σκηνικά Χίλντεργκαρντ Μπέχτλερ / Μικαέλα Λιακάτα, κοστούμια Βότσιεχ Ντζιέντικ / Μαρία Καραπούλιου). Ενας μετεωρισμός και η αδιόρατη απειλή του κενού αυξάνουν από τη μέτρηση του αντίστροφου χρόνου σε ένα ψηφιακό ρολόι (τυπικό εύρημα του Αϊκ, που το έχει εφαρμόσει σε πολλές παραγωγές του), μέσα σε ένα ασίγαστο φως (φωτισμοί της Νατάσα Σίβερς). Ολα είναι υπό αίρεση και υπό αναίρεση (σημαντικός ο επικρεμάμενος ήχος του Τομ Γκίμπονς, αλλά και το βίντεο της αρχής από τον Ταλ Γιάρντεν).

Η ίδια η Ιοκάστη, ας σημειωθεί, είναι σχεδόν παρούσα σε όλη τη διάρκεια του έργου. Αυτό το σκοτάδι είναι λοιπόν και δικό της. Είναι η γυναίκα που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά σαν τραύμα, η οποία όμως έχει αποσιωπηθεί, αν και ο δικός της ρόλος υπήρξε ίσως ο πιο βουβά τραγικός ρόλος του αρχαίου δράματος.

Αν υπάρχει διαφορά, είναι πως αυτή στο τέλος θα θέσει τέρμα στη ζωή της, ενώ ο Οιδίποδας θα επιλέξει να ζει ανάπηρος και παρίας. Γιατί; Ισως γιατί αυτός ακόμα και έτσι θα επιλέξει να γίνει παράδειγμα για τους άλλους. Να περιπλανηθεί σαν ένα ακυρωμένο δημόσιο σώμα, σαν ένα βαθιά πολιτικό δίδαγμα βίου και θεάτρου.

Κι όλα αυτά καθώς μιλάμε για πραγματικό «Μπρόντγουεϊ». Ας κρατήσουμε τουλάχιστον αυτό από τον «Οιδίποδα» της Στέγης. Δυόμισι ώρες παράσταση – κι όμως τέτοια η δυναμική, το σφρίγος και η λάμψη εδώ, τέτοιες οι ερμηνείες και ο ρυθμός της, που ζητάς να μην τελειώσει.