ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πόσοι έχουν τολμήσει να παρουσιάσουν ένα έργο με ηθοποιούς που μόλις αποφοίτησαν; Οχι με έναν και δύο, αλλά με είκοσι! Πόσοι σκηνοθέτες έχουν τολμήσει να τους εμπιστευτούν σε επαγγελματική παράσταση; Και μάλιστα σε κλασικό έργο; Και έχουν επιτρέψει να συμβάλουν και στο κείμενο; Και όχι σε κάποιο μικρό θέατρο, αλλά στο ίδιο που ανεβαίνουν συνήθως οι δικές τους παραστάσεις με ηθοποιούς χρόνια επαγγελματίες (και πάντα με τεράστια επιτυχία); Προσωπικά, δεν έχω ξανατύχει σε παρόμοιο περιστατικό: Ο Γιώργος Κουτλής σκηνοθετεί την «Αντιγόνη» του Ζαν Ανούιγ, στο θέατρο Κιβωτός, με είκοσι ηθοποιούς που αποφοίτησαν μόλις πέρσι από το Ωδείο Αθηνών και ήταν όλα τα χρόνια μαθητές του. Ως κίνηση δεν είναι μόνο τολμηρή, είναι και πανέμορφη. Γιατί δίνεται άμεσα σε αυτά τα παιδιά η δυνατότητα να υπάρξουν εξίσου, άμεσα και ισότιμα στη σκηνή όπως συνάδελφοί τους χρόνων, αλλά και στο κοινό να δει σε μια παράσταση αξιώσεων τι νέο συστήνεται.

Στο έργο υπάρχουν 8 Αντιγόνες, 3 Κρέοντες (σ.σ. είδαμε πρόβα με δύο από αυτούς), 2 Αίμονες, 2 Ισμήνες, μία παιδαγωγός, 3 φύλακες κι ακόμα ένας ρόλος ως κάτι μεταξύ αφηγητή/Τειρεσία. Ξεχωρίσαμε πέντε από τους δεκαεννέα ηθοποιούς που είδαμε, το οποίο εκπροσωπεί κάτι περισσότερο από το 25%, γεγονός εξαιρετικά ελπιδοφόρο. Αλλά και η παράσταση αυτή καθαυτή, πέρα από τις ερμηνείες, είναι απολύτως άρτια και πολύ ενδιαφέρουσα. Το δε κείμενο είναι εξαιρετικό.

Οσο για τον ίδιο τον σκηνοθέτη, μας εξηγεί ο ίδιος και το πώς σκέφτηκε πάνω στο έργο και τον λόγο για τον οποίο προχώρησε σε μια τέτοια απόφαση.

Σκηνή από την παράσταση | @Χρήστος Συμεωνίδης
Σκηνή από την παράσταση | @Χρήστος Συμεωνίδης

Παραστάσεις

«Στη Ρωσία, όπου σπούδασα, το να ανεβαίνουν παρόμοιες παραστάσεις, με ηθοποιούς που μόλις τελείωσαν τις σπουδές τους δηλαδή, ήταν πολύ σύνηθες: πολύ συχνά καλές παραστάσεις στο πλαίσιο της σχολής έβγαιναν και στο ελεύθερο θέατρο. Στην Ελλάδα η αλήθεια είναι πως δεν θυμάμαι να έχει γίνει κάτι τέτοιο, ωστόσο για μένα ήταν κάτι το υπέροχο, καταρχάς γιατί ακολουθήθηκε μια τελείως διαφορετική διαδικασία απ’ ό,τι κάνω συνήθως. Συνήθως σε μια παράσταση, κάνω μια εξάμηνη προετοιμασία, έχω σε μεγάλο βαθμό μια καθαρή εικόνα τού τι θέλω και μπαίνω σε πρόβα 2,5 μηνών. Εδώ έκανα κάτι άλλο: για πολύ μεγάλο διάστημα κάναμε ομαδική έρευνα, με τα παιδιά να φέρνουν ιδέες και αυτοσχεδιασμούς. Εφεραν ποιήματα, μπήκαν κομμάτια κι από τον Σοφοκλή, έπεσαν ιδέες. Δοκίμασα άλλους σκηνοθετικούς τρόπους, τους οποίους θα χρησιμοποιήσω και στο μέλλον. Προσωπικά βγήκα πολύ κερδισμένος από αυτή τη διαδικασία. Κερδισμένος και χαρούμενος. Επίσης δεν θα την ανεβάζαμε αν δεν πίστευα πως αξίζει να τη δουν όσο περισσότεροι θεατές γίνεται» μας εξηγεί ο Γιώργος Κουτλής. Τώρα πώς σε μια εποχή που η ατομική επιβίωση (κυριολεκτικά και μεταφορικά) έχει αναχθεί σε αυτοσκοπό ο ίδιος επιλέγει να δουλέψει με όρους έντονης συλλογικότητας είναι ένα θέμα σχεδόν πολιτικό, αν όχι απόλυτα πολιτικό: «Σίγουρα πρόκειται για κάτι συλλογικό και αγνό. Καταλαβαίνω πως πράγματι είναι μια επιλογή διόλου τυχαία το να αποφασίσει κάποιος να ανεβάσει 20 ηθοποιούς επί σκηνής, όπου, δίχως να υπάρχουν πρωταγωνιστές, ο ένας να δίνει τη σκυτάλη στον άλλο, ο ένας να μπαίνει στον ρόλο του άλλου και όλοι μαζί ν’ αφηγούνται μια ιστορία ως σύνολο. Είναι μια διαφορετική λειτουργία απ’ ό,τι συνηθίζεται στο θέατρο. Δεν ξέρω αν είναι πολιτικό, που μάλλον είναι, αλλά σίγουρα είναι συγκινητικό και τρυφερό».

Εκτεταμένη σύρραξη

Ο Ανούιγ έγραψε το έργο μέσα στη γερμανική κατοχή, οπότε κατευθείαν μετέτρεψε τον αρχαίο μύθο σε πολιτική αλληγορία. Σήμερα ζούμε μια εκτεταμένη πολεμική σύρραξη: «Σίγουρα πρόκειται για ένα αντιπολεμικό έργο. Αλλά και ο σεβασμός στη μνήμη του νεκρού αντιστοιχεί στα δικά μας Τέμπη και όχι μόνο.

Ο κλονισμός του Κρέοντα απέναντι σε μια πίστη και ταυτόχρονα στα ιδανικά της Αντιγόνης, όλα αυτά είναι πράγματα τα οποία είναι διαχρονικά μεν, αλλά κάθε φορά γίνονται όλο και πιο επίκαιρα» μας λέει ο Γ. Κουτλής. «Οπότε, αν θεωρήσουμε ότι συζητάμε συνεχώς ή ακούμε περί υπευθυνότητας, περί τάξης, περί κανονικότητας, περί ασφάλειας, τελικά η ανυπακοή την οποία συμβολίζει η Αντιγόνη πότε γίνεται ηθική υποχρέωση και πότε αναγκαία πολιτική πράξη, από τη μεριά του πολίτη πλέον;» τον ρωτάμε. «Ο καθένας μας είναι ανυπάκουος εκεί που νιώθει ότι πρέπει να είναι ανυπάκουος. Από εκεί και πέρα θα κριθεί από την Ιστορία, από την κοινωνία και τελικά θα φανεί αν αυτή η ανυπακοή ήταν μια επαναστατική ή μια ωφελιμιστική ή φασιστική πράξη. Θεωρώ πως όλοι μας έχουμε στο DNA μας έναν κώδικα σύνδεσης με το τι σημαίνει ηθικό και σωστό και πάνω σε αυτό ζούμε τις ζωές μας προσπαθώντας να μείνουμε πιστοί στον εαυτό μας και στο πώς νιώθουμε.

Τώρα για το πώς αυτή η πίστη σε αυτό που είσαι μπορεί να μεταφερθεί στο θέατρο, θα μιλήσω πάλι προσωπικά: Αν με καίει ένα θέμα και γουστάρω την παράσταση, τότε νιώθω ότι όλα θα πάνε καλά. Ετσι έμαθα και έτσι προσπαθώ να συνεχίσω. Δεν προσπαθώ να αλλάξω κάτι. Προφανώς η εμπορική επιτυχία είναι ευπρόσδεκτη, αλλά εγώ τουλάχιστον από την πρώτη μου δουλειά, που πρέπει να την είδαν 350 άτομα συνολικά (σ.σ. ήταν το “Παίζοντας το θύμα” και ανέβηκε για 13 παραστάσεις στην τότε Πειραματική του Εθνικού, που μόλις είχε καταργηθεί από τον Λιγνάδη και γίνει “Ερευνητική”) έως την επόμενη που ήταν οι “Παίκτες” και όλες τις άλλες τα τελευταία έξι χρόνια, δεν έχω αλλάξει μέσα μου. Σκηνοθετικά προσεγγίζω πολύ διαφορετικά το κάθε θέμα, αλλά πρέπει να μ’ ενδιαφέρει πραγματικά. Αυτό δεν αλλάζει. Κάτι όμως έχει αλλάξει τελικά: στην αρχή υπήρχε περισσότερη… τσογλανιά να το πω έτσι. Υπήρχε αυτή η ανάγκη και είναι και κάτι που λέω και στους μαθητές μου να κάνουν: άμα βγαίνεις στην αγορά εργασίας και δεν θες να πιάσεις το τραπέζι της και να το γυρίσεις ανάποδα και να τα γκρεμίσεις όλα, κάτι δεν πάει καλά.

Πλέον ωστόσο μεγαλώνοντας κάπως και μετά και το παιδί αυτή η ανάγκη, που σου δίνει πολύ καύσιμο στην αρχή, μετουσιώνεται στην αναζήτηση πραγμάτων με πιο βαθιές ρίζες» μας λέει.

Με χιούμορ

Τελειώνοντας ξαναγυρίζουμε στο τώρα και στην ακρότητα των καταστάσεων που ζούμε: «Κοίτα: Ως μαθητής ήμουν στα 15μελή, μετά στο Πανεπιστήμιο στις συνελεύσεις και κάπως απογοητεύτηκα από τον δημόσιο πολιτικό λόγο και τη δράση. Οπότε στράφηκα προς την τέχνη, προσπαθώντας μέσω αυτής να επικοινωνήσω τους προβληματισμούς μου. Πίκρα – αυτή είναι μάλλον η κατάλληλη λέξη γι’ αυτό που νιώθω σήμερα. Και στρέφομαι στο πικρό χιούμορ για να την εξωραΐσω. Τη “μεταφράζω” σε παραστάσεις. Η “Κουζίνα” φέρει στοιχεία του εργασιακού χάους που ζούμε για παράδειγμα. Ναι, είμαστε σε μια μόνιμη τρομοκρατία, από πόλεμο και απαγορεύσεις μέχρι φασίζουσες συμπεριφορές. Προφανώς ως μέρος του κοινωνικού συνόλου πιέζομαι, αλλά προσπαθώ αυτή την πίεση να τη μεταβολίζω σε καλλιτεχνική πράξη, γιατί μόνο έτσι καθαρίζω. Η τέχνη είναι η δική μας απάντηση… Οπως τώρα με την Αντιγόνη: Θα ήθελα ο θεατής να πάρει κουράγιο από εκείνη, από την πίστη της και τη δύναμή της ν’ αντισταθεί με κάθε κόστος για τα ιδανικά της. Να πάρει δύναμη ο θεατής απ’ όλη την ομάδα αυτών των νέων παιδιών, ώστε να μπορέσει να σταθεί απέναντι στους δικούς του Κρέοντες. Αλλά και να τσακωθεί μετά την παράσταση θα μου άρεσε για το αν έχει δίκιο ο Κρέων ή η Αντιγόνη και ν’ ανοίξει ένας διάλογος. Ο διάλογος, ακόμα και ο έντονος, είναι μια πολύ καλή αρχή για την όποια αλλαγή, δεν νομίζεις;» καταλήγει.

ℹ️ Η «Αντιγόνη» παίζεται κάθε Παρ., Σάββ. 21.00, Κυρ. 20.00 στο θέατρο Κιβωτός (Πειραιώς 115) έως 31/5. Διάρκεια: 90′. Προπώληση: more.com. Παίζουν οι: Ιωσήφ Αλί, Νίκος Αποστολόπουλος, Αθηνά Βαρνάβα, Νίκος Βλασάκης, Μαρίτα Γαγάνη, Αιμιλία Γιαννούκαρη, Βασίλης Δημητριάδης, Γιώργος Εξακοΐδης, Δανάη Καλούτσα, Ιλιάνα Καραπασιά, Αγνή Καρβουντζή, Ντέμη Κλεφτάκη, Ευαγγελία Κυργιώτη, Κωνσταντίνα Οικονόμου, Νεφέλη Παντερμαλή, Παναγιώτης Παυλίδης, Σοφιανός Πεσιρίδης, Μαργαρίτα Στραβουδάκη, Εύα Τζανακάκη, Γιάννης Χριστοφορίδης.