ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η νέα παραγωγή του Αρη Μπινιάρη πάνω στο δυστοπικό έργο του Κάφκα –σε δική του διασκευή, σκηνοθεσία και σκηνική σύνθεση, με τη δραματουργία της Σοφίας Ευτυχιάδου και τη μετάφραση του Γιάννη Βαλούρδου–, προοιωνίζεται ήδη μια ακόμη μεγάλη επιτυχία για τον δημιουργό και το θέατρό του στην Κυψέλη. Από την έναρξη σχεδόν των παραστάσεων, οι θεατές σπεύδουν να παρακολουθήσουν μαζικά το ιδιόρρυθμο, μουσικότροπο και χοροτροπικό θέατρο του σκηνοθέτη, εφαρμοσμένο αυτή τη φορά σε ένα από τα πλέον εμβληματικά, αν όχι καταλυτικά, έργα του νεότερου και νεωτερικού κόσμου.

Εμοιαζε σχεδόν αναπόφευκτη η συνάντηση, αν εξετάσουμε τη μέχρι τώρα πορεία του σκηνοθέτη. Από έργο σε έργο εξετάζει τις όψεις της βίας, αόρατης ή ανεπαίσθητης, εκλογικευμένης ή κανονικοποιημένης, εντός των δομών ενός συστήματος εξουσίας που υποτίθεται πως προστατεύει τον χώρο της ελεύθερης σκέψης. Εχω γράψει και παλαιότερα πως το θέατρό του μπορεί να ιδωθεί ως μια αλυσίδα που συνεχώς επεκτείνεται, με κάθε κρίκο της να αποτελεί μια επίσκεψη στον κανόνα του δυτικού (ή και του ελληνικού) κόσμου. Αυτή ακριβώς η διαρκής συνομιλία με τα θεμέλια της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας είναι που καθιστά το θέατρό του «πολιτικό»: μετατρέπει τα κείμενα σε σκηνικές παραβολές που αφορούν όχι μόνο την έκπτωση της δημόσιας σφαίρας αλλά και την εμπλοκή του ατόμου μέσα σε μια παράλογη, εχθρική και ολοένα πιο απρόσωπη αρχή.

Ενοχοποίηση

Η «Δίκη» του Κάφκα βρίσκεται ακριβώς εδώ: χωρίς κάποιον εμφανή –ή και χωρίς κανέναν– λόγο, ο «Γιόζεφ Κ.» (ο «Καθένας») παγιδεύεται σε έναν μηχανισμό ετεροενοχοποίησης και αυτοενοχοποίησης. Στην αρχή αυτό μοιάζει παράλογο για τον Γιόζεφ που μόλις έχει ξυπνήσει· όσο όμως το έργο προχωρά, η παράλογη αυτή διαδικασία αποκτά τη δική της εσωτερική «λογική», ενταγμένη σε ένα σύστημα που παραμένει απροσπέλαστο. Ο εφιάλτης αυτός εγκλωβίζει το άτομο σε έναν μηχανισμό του οποίου διακρίνουμε μονάχα τα επιμέρους «γρανάζια», ποτέ το σύνολο. Είναι ο νόμος στην πιο αφηρημένη, υπερβατική και ψυχαναγκαστική του μορφή· ένας κόσμος κοντά στα οράματα του Πιρανέζι, χτισμένος από κλίμακες που δεν οδηγούν πουθενά, κρεμασμένες στον αέρα με αόρατες κλωστές.

Είναι αυτή η πραγματικότητα ενός εφιάλτη ή ο εφιάλτης μιας πραγματικότητας; Σαν να υπονοείται ότι ο Γιόζεφ Κ. δεν βυθίζεται τώρα στον εφιάλτη, αλλά μόλις τώρα ξυπνά από την ψευδαίσθηση ότι ζούσε σε έναν κόσμο λογικής, ελευθερίας και νοήματος. Αυτό το σύστημα φαίνεται να λειτουργεί, ακόμη κι αν κανείς δεν γνωρίζει, ούτε και ενδιαφέρεται να μάθει, ποιο είναι το κέντρο του, η μορφή του ή το νόημά του. Κι ωστόσο κάνει τη δουλειά του με εκπληκτική αποτελεσματικότητα! Ο απρόσωπος μηχανισμός καταπίεσης αποδεικνύεται ιδιαιτέρως ικανός στο να παράγει ενοχές, να συγκροτεί κατηγορίες, να δικάζει και, τελικά, να εκτελεί.

Τελετουργία

Κάπου εδώ αναδύεται το ερώτημα που διατρέχει όλη τη «Δίκη»: Το ερώτημα περί «καθαρότητας». Ο Γιόζεφ πιστεύει πως είναι «καθαρός», άσπιλος, απείραχτος από κάθε βρόμικη πράξη ή σκέψη. Κι όμως, δυο υπάλληλοι –εκτελεστές του νόμου– τον σηκώνουν άρον άρον από το κρεβάτι για να τον παραδώσουν σε άλλους υπαλλήλους – φύλακες, και εκείνοι σε άλλους, και ο κύκλος συνεχίζεται, ώσπου να φτάσουμε στον υπάλληλο – δικηγόρο, στον υπάλληλο – καλλιτέχνη, στον υπάλληλο – ιερέα: στο ίδιο πρόσωπο του φύλακα, κρυμμένο κάθε φορά πίσω από άλλο όνομα ή ρόλο. Ολοι μαζί σχηματίζουν έναν κοινό χορό, μια τελετουργία μυστικής ενσωμάτωσης στην αγέλη του νόμου και ταυτόχρονης αποξένωσης του προσώπου· όλοι μαζί οι φύλακες της ενοχής, της «βρομιάς», που εντοπίζουν όχι μόνο έξω από τον «Καθένα», αλλά και μέσα του. Δεν χρειάζεται να τη γνωρίζουμε εμείς· αρκεί που τη γνωρίζει ο νόμος.

Το σκηνικό του Μπινιάρη παραπέμπει σε μια αποστειρωμένη αρχιτεκτονική αιθουσών αναμονής στους σύγχρονους «ναούς» της γραφειοκρατίας, εκεί όπου ο άνθρωπος παγιδεύεται σε μια αδιάκοπη, εξουθενωτική αναμονή που μετρά και κρίνει την «καθαρότητά» του. Μοναδικό αντικείμενο πάνω στη λιτή σκηνή, ένα τρόλεϊ σφουγγαρίσματος φορτωμένο με τα αντίστοιχα σύνεργα. Η αντίστιξη που δημιουργείται είναι ασφαλώς αποστασιοποιητική: μέσα σε αυτή την προσεγμένη ατμόσφαιρα ασφυκτικής ευταξίας εμφανίζεται ένας χορός αλλόκοτων, σχεδόν «βάρβαρων» πλασμάτων που εκτελούν μια δική τους τελετουργία. Οι κινήσεις τους –χάρη στη χορογραφία του Αλέξανδρου Σταυρόπουλου– μοιάζουν να μη σημαίνουν τίποτε συγκεκριμένο πέρα από την κοινή σύμπτυξή τους σε χώμα, τη συνύπαρξη και τον συγχρωτισμό τους σε μια ενιαία, επιβεβλημένη γραμμή.

Γρανάζι

Δεν είναι τυχαίο ότι στην αρχή βλέπουμε και τον ίδιο τον Γιόζεφ να κινείται μαζί με τον χορό. Ας μην αυταπατόμαστε: και ο ίδιος υπήρξε κάποτε γρανάζι του ίδιου συστήματος, ένας ακόμη «φύλακας» του ίδιου νόμου. Τώρα όμως, μέσα στον εφιάλτη του αποξενώνεται από την ομάδα. Ο Γιόζεφ δεν είναι απλώς έτοιμος να «ονειρευτεί ότι πεθαίνει», αλλά να «ξυπνήσει» μέσα στον ίδιο του τον ύπνο. Θα πεθάνει κοιμισμένος, μόνο και μόνο για να ξυπνήσει ήδη νεκρός.

Σαν μια ακόμη σκηνική επίκληση του Αρτό, ο Μπινιάρης δημιουργεί ένα σύμπαν από απόκοσμους ήχους, αλλοιωμένα πρόσωπα, φωνές ανησυχητικά μελωδικές (μουσική του Τζεφ Βάγκερ), κραυγές καλυμμένες, σαν να παλεύουν να διαπεράσουν μια αόρατη μεμβράνη. Πολλοί έχουν συμβάλει σε αυτή τη μινιμαλιστική πληθωρικότητα: Ο Στέφανος Δρουσιώτης στους φωτισμούς, η Αγγελίνα Παπαχατζάκη στη μελέτη και στην εφαρμογή του σκηνικού, ο Νικόλας Καζάζης στον σχεδιασμό του ήχου, ο Θωμάς Γαλαζούλας στις κομμώσεις. Τα κοστούμια της Ηλένιας Δουλαδίρη και ιδίως η εξαίρετη σύλληψη των πεταμένων εσωρούχων, που συσσωρεύονται καλύπτοντας διαδοχικά την ενοχή της σεξουαλικότητας σαν σύγχρονα φύλλα συκής, λειτουργούν ως δραματουργικά σημεία και οδηγοί ερμηνείας.

Ερμηνείες

Είναι παράσταση συνόλου, το δίχως άλλο, μια ομάδας απολύτως συντονισμένης σε έναν ρυθμό, μια κίνηση, έναν λόγο. Μα στο κέντρο στέκει αναμφίβολα ο Γιόζεφ Κ., σε μία από τις σημαντικότερες ερμηνείες της πρόσφατης πορείας του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου. Στην αρχή διατηρεί στο σώμα και στη φωνή την «καθαρότητα» ενός ανθρώπου που θέλει να πιστέψει πως η πραγματικότητα οφείλει να υπακούει σε κάποια μορφή λογικής. Μα η αρχική «ορθοστασία» του ρηγματώνεται σιγά σιγά, καταρρέει εκ των έσω, διαβρώνεται. Η φωνή του αποκτά τη χαρακτηριστική παραμόρφωση όσων προσπαθούν να εξηγήσουν το ανεξήγητο, το βλέμμα του σπάει σε πολλαπλές κατευθύνσεις. Και το σώμα, πιθανόν το πιο εύγλωττο στοιχείο της ερμηνείας του, χάνει σταδιακά τον άξονά του, μέχρι που στο τέλος περιγράφει κάποιον που δεν ανήκει στον κόσμο ή στον εαυτό του.

Η τελική δε σκηνή της παράστασης είναι αληθινά εντυπωσιακή: Κλεισμένος σε ένα φέρετρο – σακούλα, σκουπίδι κι αυτός ανάμεσα στα άλλα, ο απόλυτα πια «βρόμικος» Γιόζεφ Κ. απομένει μια φωνή που έρχεται από μακριά για να την ακούμε στα όνειρα ή στους εφιάλτες μας.

Ηθοποιοί

Γύρω του απλώνεται η χορεία των ηθοποιών: Εβίτα Αγαΐτση, Αλέξης Βιδαλάκης, Αγγελική Δεληθανάση, Θανάσης Ισιδώρου, Βασίλης Καζής, Κωνσταντίνος Μαγκλάρας, Κλέαρχος Παπαγεωργίου, Σωτήρης Τσακομίδης και Νικόλας Χατζηβασιλειάδης. Το σύνολο λειτουργεί ως πολυπρισματικό σώμα εξουσίας: υπάλληλοι, δικαστικοί λειτουργοί, μάρτυρες, ακόμη και απλοί παρατηρητές. Κι όμως, πίσω από όλες αυτές τις μεταμορφώσεις, παραμένουν ένα και το αυτό: Η αόρατη πίεση που καθορίζει την πορεία του ήρωα. Η ακρίβεια των κινήσεων, η απόλυτη πειθαρχία στον ρυθμό, η ικανότητά τους να μεταβάλλουν δυναμικές χωρίς καμία εξωτερική ένδειξη, καθιστούν την ομάδα ένα από τα πιο λειτουργικά και δεμένα σύνολα που έχουμε δει σε παράσταση του Μπινιάρη.

Αςσταθώ και κάπου αλλού. Ακόμη κι έτσι οι ρόλοι λειτουργούσαν σαν σύντομες αναλαμπές στο σκοτάδι του εφιάλτη. Η μοιραία γυναίκα του κάτω ορόφου, οι θείοι, ο δικηγόρος ή οι φύλακες… περαστικές παρουσίες όλες, γεμάτες με την κούραση ενός κόσμου που έχει πάψει να ενδιαφέρεται για την αλήθεια. Σε καθεμιά από τις εμφανίσεις τους διέκρινα κάτι το βαθιά ανθρώπινο, σχεδόν μια εξομολόγηση.

Ισως γι’ αυτό βγαίνοντας από την παράσταση είχα την αίσθηση πως η «Δίκη» με είχε διαπεράσει. Μέσα σε έναν κόσμο όπου η εξουσία δεν έχει πρόσωπο, η ενοχή δεν χρειάζεται εξήγηση και το τέλος δεν γνωρίζει λύτρωση· μέσα στο σκοτάδι, ένιωσα ξανά –κι ίσως πιο καθαρά από ποτέ– πως η πιο επικίνδυνη μορφή βίας δεν βρίσκεται τόσο στην καταδίκη όσο στη διαρκή απειλή της.