Ο «Ερρίκος Ε’» βασιλιάς της Αγγλίας, είναι το τελευταίο μέρος μιας ιστορικής τετραλογίας κυριαρχίας στον πολεμοχαρή μεσαίωνα που έγραψε ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Αφηγείται την εισβολή του στην υπερδύναμη της εποχής τη Γαλλία, που ήταν ωστόσο επιτυχής. Και αν η φρίκη του πολέμου, η χειρότερη έκφραση της ανθρώπινης φύσης παραμένει δυστυχώς τόσο επίκαιρη σε μια εποχή συρράξεων, ασύμμετρων απειλών και γενοκτονίας αποτελεί θεατρικό γεγονός για έναν επιπλέον λόγο. Η τελευταία φορά που ανέβηκε στην ελληνική σκηνή ήταν από το Εθνικό Θέατρο πριν από 85 χρόνια τον Μάρτιο του 1940: ως μια συμβολική θεατρική πράξη εμψύχωσης από το Εθνικό Θέατρο λίγο προτού ο πόλεμος και ο ναζισμός μας χτυπήσουν την πόρτα.
Είναι αυτό το άγνωστο σχετικά έργο στο ελληνικό κοινό, σε μετάφραση και σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Διαμαντή, που επέλεξε το θέατρο Σημείο να ανεβάσει στην επέτειο των σαράντα χρόνων παρουσίας του- μια πολεμική ιστορία που εκθέτει τον παραλογισμό του πολέμου ως μια συμβολική πράξη κατά της ισχύος και υπέρ της φιλίας. Μια ιστορία που μετατρέπει τη φρίκη σε ποίηση, ποίηση γραμμένη περισσότερο για ν’ ακούγεται παρά για να διαβάζεται, ως ένα αντιπολεμικό μήνυμα αφού «ο πόλεμος δεν έχει νικητές» όπως μας λέει ο σκηνοθέτης του Αλέξανδρος Διαμαντής στη συζήτηση που ακολουθεί.
- 85 χρόνια μετά την τελευταία παρουσίαση του Ερρίκου Ε’ στην Ελλάδα — σε μια επίσης προπολεμική εποχή — επιστρέφετε σ’ αυτό το έργο σε μια περίοδο ξανά γεμάτη συγκρούσεις, φόβο και αστάθεια. Πόσο πιστεύετε ότι επαναλαμβάνεται η Ιστορία, και ποια πολιτική ευθύνη έχει το θέατρο να τη σχολιάσει;
«Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. Βαδίζει όμως πάντα με τον ίδιο βηματισμό. Την προηγούμενη φορά που ανέβηκε ο «Ερρίκος Ε’» στη χώρα μας, το Μάρτιο του 1941, στόχος ήταν η εμψύχωση του Λαού απέναντι στην επερχόμενη μάχη με τους ναζί που εισέβαλαν δυο-τρεις βδομάδες αργότερα. Σήμερα, η παράσταση αυτή επιθυμώ ν’ αποτελέσει μια πράξη αντίστασης. Οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουμε καμία άμεση εμπειρία του πολέμου. Υπάρχει ο κίνδυνος να τον αντιμετωπίζουμε ως κάτι λιγότερο από το έγκλημα που στ’ αλήθεια είναι. Επιθυμώ να επαναφέρω στη μνήμη του κοινού την εξής πραγματικότητα: είναι οι ηγεσίες που κηρύττουν τους πολέμους, «όλο μεγαλείο βουερό», όπως λέει ο Σαίξπηρ, αλλά είμαστε εμείς, εσείς, εγώ, τα αδέλφια μας, οι φίλοι μας, οι γονείς και τα παιδιά μας εκείνοι που θα κληθούν να πολεμήσουν. Οι ηγεσίες μόνο κηρύττουν και στέλνουν τελεσίγραφα, νικούν, προελαύνουν, υποχωρούν και στο τέλος πάντα συμφιλιώνονται. Οι Λαοί δίνουν αίμα και ζούνε τελικά με το συλλογικό τραύμα. Ας αντισταθούμε, λοιπόν. Ας πούμε όχι, ας πολεμήσουμε τον πόλεμο. Ας πολεμήσουμε την υποταγή, έχουμε τη δύναμη κι έχουμε κάθε δίκιο με το μέρος μας – αυτό θέλω να πω με την παράστασή μου αυτή και, ναι, είναι η πολιτική μου ευθύνη που μου επιβάλει να το πω».
- Το Θέατρο Σημείο γιορτάζει 40 χρόνια με ένα έργο που, όπως αναφέρετε, «στέκεται κατά της ισχύος και υπέρ της φιλίας». Πώς βλέπετε σήμερα τη θέση του ανεξάρτητου θεάτρου μέσα σε ένα περιβάλλον πολιτιστικής πολιτικής που συχνά μοιάζει να ευνοεί το θέαμα αντί για τη σκέψη;
«Το ανεξάρτητο θέατρο οφείλει να μην γίνει πιο εξωστρεφές, όσο παράξενη κι αν ακούγεται μια τέτοια δήλωση. Αντίθετα, κατά την άποψή μου, πρέπει να κρατήσει την ψυχή του. Και η ψυχή του είναι η παρουσίαση δύσκολων, αλλά σημαντικών έργων, με καλούς ηθοποιούς και συντελεστές, σε προσεγμένες παραστάσεις. Με τον «Ερρίκο Ε’», που μετέφρασα και σκηνοθετώ, έχω την τιμή να παρουσιάζω για πρώτη φορά ένα ξεχασμένο στη χώρα μας έργο του Σαίξπηρ, με τέσσερις σημαντικούς ηθοποιούς – την Παρθενόπη Μπουζούρη που πάντα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της πρωτοπορίας, την Ελίνα Παπαθεοδώρου που είναι εξαιρετική και σταθερή μου συνεργάτιδα και δύο νέους ηθοποιούς που είμαι βέβαιος ότι θα μας απασχολήσουν για πολύ καιρό στο μέλλον: το Θάνο Μαγκλάρα και το Γιάννη Σιάμπαλια. Μ’ αυτούς ενώνουν τις φωνές τους ο Δημήτρης Καταλειφός και η Μάνια Παπαδημητρίου, με ουσιαστική κι αδιαφιλονίκητη πορεία αμφότεροι στο θέατρο ρεπερτορίου. Ταυτόχρονα, προτείνω κι έναν νέο σκηνογράφο, τον Βαγγέλη Αγάτσα. Αυτή η παράσταση, λοιπόν, που γιορτάζει τα σαράντα χρόνια του Θεάτρου μας, αποτελεί και μια δήλωση για το πώς βλέπω τη θέση μας στο πολιτιστικό γίγνεσθαι: Πάμε τώρα όλοι μαζί, πολλές γενιές καλλιτεχνών, να παλέψουμε για τα όνειρά μας. Κι αν ηττηθούμε από το θέαμα που φαίνεται να ευνοεί η εποχή, ε, θα έχουμε ηττηθεί γενναία και περήφανα. Αλλά αν νικήσουμε, η νίκη μας θα δώσει, πιστεύω, ένα σημαντικό μήνυμα στον θεατρικό κόσμο: Εμπρός!».
- Στο σκηνοθετικό σας σημείωμα μιλάτε για έναν πόλεμο που «θα μπορούσε να είναι κάθε πόλεμος». Αν μεταφράζαμε τον Ερρίκο Ε’ στα πολιτικά δεδομένα του 2025, ποιοι θα ήταν σήμερα οι Άγγλοι και ποιοι οι Γάλλοι; Και τελικά, ποιοι είναι οι νικητές και ποιοι οι ηττημένοι;
«Οι Άγγλοι είναι γενναίοι, οι Γάλλοι είναι υπερόπτες. Σ’ αυτό το έργο, δεν έχει σημασία ποιος είναι ο επιτιθέμενος και ποιος ο αμυνόμενος, όλοι είναι εξίσου ηττημένοι για τον Σαίξπηρ. Ο Βάρδος βλέπει τον πόλεμο σαν μια γενική ήττα. Υπάρχουν όμως πόλεμοι και πόλεμοι – και στους σημερινούς πολέμους, κάπως τυχαίνει οι νικητές να έχουν με το μέρος τους την ισχύ, τη δύναμη και τη δόξα και οι ηττημένοι, τίποτα, παρά μόνο τη γενναιότητά τους – καθώς και την αλληλεγγύη όλων των Λαών. Για εμένα, η τέχνη στέκεται στην πλευρά των ηττημένων. Και οι νικητές, ας ζήσουν με τη νίκη τους και με τους εφιάλτες της. Όπως λέει ο Σολωμός, η Δόξα περπατά σε ολόμαυρη ράχη. Όσοι αντιστέκονται, αυτοί είναι οι πραγματικοί νικητές. Νίκη είναι η αντίσταση. Ήττα είναι η υποταγή. Νίκη είναι η επανάσταση. Ήττα είναι η υποτέλεια. Νίκη είναι η αγάπη. Ήττα είναι η σιωπή».
- Ο Σαίξπηρ, όπως και ο Μπρεχτ, χρησιμοποιεί το θέατρο για να θέσει πολιτικά ερωτήματα χωρίς να δίνει απαντήσεις. Ως σκηνοθέτης και μεταφραστής, πώς ισορροπείτε ανάμεσα στο ποίημα και στο πολιτικό μήνυμα; Πότε η ποίηση γίνεται πράξη αντίστασης;
«Ο Πάουλ Τσέλαν, ο πιο ευαίσθητος ποιητής του Ολοκαυτώματος, αυτοκτόνησε, λένε, την ημέρα των γενεθλίων του Χίτλερ. Αυτό ενδεχομένως δεν είναι ένα παράδειγμα που θα ήταν υγειές να ακολουθήσει κανείς, αλλά πάντως θέτει ένα κάποιο standard. Αστειεύομαι, βέβαια. Το να ζεις είναι μια πράξη αντίστασης, ιδίως όταν όλα γύρω σου σε θέλουν νεκρό. Υπάρχει ένα πείσμα εκεί. Και είναι στο πείσμα που γεννιέται η ποίηση. Να κολυμπάς κόντρα στο ρεύμα, ακόμα κι αν έτσι θα πνιγείς».
- Λέτε ότι «ο πόλεμος δεν έχει τίποτα ωραίο», και όμως η παράσταση αντλεί από το καμπαρέ, τον νταντά και τον υπερρεαλισμό — ρεύματα που γεννήθηκαν μέσα από τον πόλεμο. Είναι τελικά η τέχνη ο μόνος τρόπος να μετατρέψουμε τη φρίκη σε κάτι όμορφο; Και πόσο πολιτική είναι αυτή η μεταμόρφωση;
«Τα κινήματα αυτά δεν έχουν να κάνουν με το ωραίο – αντίθετα, μιλάνε για την απάρνηση κάθε αισθητικής, καθώς και κάθε νοήματος. Γεννήθηκαν από τη φρίκη του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου και αυτή υπήρξε και η επιθυμία τους – η απάρνηση της ομορφιάς. Αλλά, σήμερα, που ο Κόσμος είναι έτσι όπως είναι, η τέχνη πρέπει να μας θυμίσει το ωραίο. Και τί είναι το ωραίο; Για εμένα το ωραίο είναι οι γονείς μου, είναι η κοπέλα μου, είναι οι φίλοι μου, είναι το καλό φαΐ της Κυριακής, είναι τα κοτσύφια που έρχονται και ψαχουλεύουν τα χώματα στις γλάστρες μου, το ωραίο είστε εσείς κι εμείς κι εσύ κι εγώ, η δύναμη που μας δίνει το να ζήσουμε περήφανα, σε πείσμα όλων, μέρα πάνω στη μέρα. Το πείσμα, αυτό είναι ο μόνος τρόπος που έχουμε – ο τρόπος να είμαστε καλλιτέχνες, πολίτες και άνθρωποι – ο τρόπος να νικήσουμε. Και θα νικήσουμε».
Πληροφορίες
Θέατρο Σημείο -σκηνή Lab (Χαριλάου Τρικούπη 4, πίσω από το Πάντειο)
Κάθε Παρασκευή, Σάββατο στις 20:00 και Κυριακή στις 19:00
Εισιτήρια 12-16 ευρώ, ομαδικά 6 ευρώ. Προπώληση more.com
Ερρίκος Ε’
Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Διαμαντής
Σκηνογραφία: Βαγγέλης Αγάτσας
Παίζουν: Θάνος Μαγκλάρας, Παρθενόπη Μπουζούρη, Ελίνα Παπαθεοδώρου, Γιάννης Σιάμπαλιας.
Ακούγονται οι φωνές των: Δημήτρη Καταλειφού, Μάνιας Παπαδημητρίου, Ιωάννας Μακρή
