Η υπόθεση των υποκλοπών και του Predator δεν είναι ένα παλιό σκάνδαλο που έκλεισε. Είναι μια ανοιχτή πληγή της Δημοκρατίας. Και μετά τη συνέντευξη του Γρηγόρη Δημητριάδη, αντί να κλείσει, ανοίγει ξανά με ακόμη πιο βαρύ πολιτικό περιεχόμενο.
Δημήτρης Καρμπέρης*
Ο πρώην γενικός γραμματέας του πρωθυπουργού δήλωσε ότι «ανέλαβε την πολιτική ευθύνη» για την υπόθεση, υποστηρίζοντας ότι το έκανε για να προστατεύσει την κυβέρνηση, τις μυστικές υπηρεσίες, την παράταξή του και «πάνω από όλα την πατρίδα». Ομως αυτή η δήλωση δεν αποτελεί πράξη ευθύνης. Αποτελεί πράξη υπεκφυγής. Διότι πολιτική ευθύνη χωρίς αλήθεια, χωρίς ονόματα, χωρίς εξήγηση της αλυσίδας εντολών, χωρίς συνέπειες και χωρίς θεσμική λογοδοσία δεν είναι ευθύνη. Είναι συγκάλυψη με πατριωτικό περιτύλιγμα.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι απλό: Από τι ακριβώς έπρεπε να προστατευθούν η κυβέρνηση, η ΕΥΠ και το πρωθυπουργικό κέντρο; Αν ο κ. Δημητριάδης «πήρε πάνω του» την υπόθεση, οφείλει να πει τι ακριβώς πήρε πάνω του.
Ακόμη πιο προβληματική είναι η ταύτιση κυβέρνησης, μυστικών υπηρεσιών, παράταξης και πατρίδας. Η πατρίδα δεν είναι η εκάστοτε κυβέρνηση. Δεν είναι το μέγαρο Μαξίμου. Δεν είναι η Νέα Δημοκρατία. Πατριωτικό καθήκον δεν είναι η προστασία των μηχανισμών εξουσίας από τη λογοδοσία. Πατριωτικό καθήκον είναι η υπεράσπιση του Συντάγματος, του κράτους δικαίου, του απορρήτου των επικοινωνιών και της δημοκρατικής λειτουργίας του πολιτεύματος.
Η συνέντευξη Δημητριάδη δεν μπορεί να διαβαστεί αποκομμένη από το συνολικό πλαίσιο. Η ΕΥΠ είχε υπαχθεί απευθείας στο πρωθυπουργικό γραφείο. Η «εθνική ασφάλεια» χρησιμοποιήθηκε ως καταφύγιο αδιαφάνειας. Δημοσιογράφοι, πολιτικοί αντίπαλοι, ευρωβουλευτές, δημόσια πρόσωπα και ενοχλητικές φωνές, αλλά και «άσχετοι» εκ πρώτης όψεως… βρέθηκαν στο στόχαστρο παρακολουθήσεων. Η υπόθεση, επομένως, δεν αφορά μια υπηρεσιακή παρεκτροπή. Αφορά τον ίδιο τον πυρήνα του επιτελικού κράτους. Οι υποκλοπές ήταν η σκοτεινή όψη ενός υπερσυγκεντρωτικού, αρχηγικού και αδιαφανούς μοντέλου εξουσίας. Πρέπει να ειπωθεί καθαρά: Η ευθύνη για τις υποκλοπές είναι πολιτική, θεσμική και δημοκρατική. Και εφόσον η ΕΥΠ υπήχθη στο πρωθυπουργικό γραφείο, η ευθύνη δεν μπορεί να περιοριστεί σε έναν παραιτηθέντα γενικό γραμματέα. Ανεβαίνει στην κορυφή του επιτελικού κράτους. Γι’ αυτό η υπόθεση δεν αφορά μόνο τους πολιτικούς ή τους δημοσιογράφους που παρακολουθήθηκαν. Αφορά κάθε πολίτη. Αφορά το αν θα ζούμε σε μια Δημοκρατία δικαιωμάτων ή σε ένα καθεστώς επιτήρησης με κοινοβουλευτική βιτρίνα.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε χλιαρή ούτε θεσμικά αφελής. Απαιτείται πλήρης αποκάλυψη της αλυσίδας ευθύνης: ποιοι αγόρασαν, ποιοι διαχειρίστηκαν, ποιοι στόχευσαν, ποιοι γνώριζαν και ποιοι συγκάλυψαν. Ο κ. Δημητριάδης πρέπει να κληθεί να απαντήσει θεσμικά και συγκεκριμένα. Η σχέση ΕΥΠ και Predator πρέπει να διερευνηθεί πλήρως. Η ΕΥΠ πρέπει να αποδεσμευθεί από τον άμεσο πρωθυπουργικό έλεγχο και να υπαχθεί σε ουσιαστικό κοινοβουλευτικό, δικαστικό και ανεξάρτητο έλεγχο. Η ΑΔΑΕ πρέπει να ενισχυθεί ουσιαστικά. Τα λογισμικά τύπου Predator πρέπει να απαγορευθούν απολύτως, με πραγματικές κυρώσεις.
Η υπόθεση των υποκλοπών είναι δοκιμασία για το αν υπάρχει ακόμη δημοκρατική λογοδοσία στη χώρα. Η δήλωση Δημητριάδη δεν αποτελεί κάθαρση. Αποτελεί πρόκληση. Διότι πολιτική ευθύνη χωρίς αλήθεια, χωρίς ονόματα, χωρίς συνέπειες και χωρίς δικαιοσύνη είναι απλώς μια ακόμη μορφή κοροϊδίας. Απέναντι σε αυτή την κοροϊδία, η απάντηση πρέπει να είναι καθαρή: πλήρης αποκάλυψη, πολιτική λογοδοσία, θεσμική κάθαρση και δημοκρατική αντεπίθεση.
*Ειδικός γραμματέας «Εκκίνηση – Ελληνες Δημοκράτες»
