Σε μια εποχή που η αναμέτρηση με τα κλασικά έργα συχνά ισορροπεί επικίνδυνα ανάμεσα στον επίπλαστο σεβασμό και στην αδικαιολόγητη αποδόμηση, ο Γιάννης Χουβαρδάς επιχειρεί κάτι ριζοσπαστικά διαφορετικό: να μιλήσει ξανά για τον Οιδίποδα χωρίς να αναπαράγει τον μύθο, αλλά διασχίζοντάς τον σαν σκοτεινό δάσος μνήμης και σιωπής. Στην παράσταση «Οιδίπους: Η ιστορία μιας μεταμόρφωσης», που παρουσιάστηκε στο θέατρο της Επιδαύρου, η δραματουργική σύνθεση των δύο σωζόμενων τραγωδιών του Σοφοκλή («Τύραννος» και «Επί Κολωνώ») από τον ίδιο οικοδομείται πλαγίως και βουστροφηδόν: η ιστορία δεν εκτυλίσσεται από την άγνοια προς τη γνώση, αλλά και από τη γνώση προς την αχτίδα ενός άλλου, μεταφυσικού, φωτός.
Το πρώτο που εντυπωσιάζει στην παράσταση είναι, αναμφίβολα, το υπαρξιακό βάθος της. Ο ίδιος ο τρόπος αφήγησης, στην αμφίδρομη πορεία του, επιβάλλει ένα σχήμα οιονεί τελετουργικό. Κάθε σκηνή φέρει μέσα της τη σφραγίδα της λειτουργικής αναδρομής, της εξομολόγησης, ακόμα και της λιτανείας. Είναι σαν να παρακολουθούμε την ιστορία με το βλέμμα ενός Οιδίποδα καθηλωμένου στην τυφλότητα, μα φωτισμένου από εσωτερική ενόραση. Αρκεί να θυμηθούμε ότι ο «Οιδίποδας επί Κολωνώ» δεν είναι απλώς το κύκνειο άσμα ενός μέγιστου ποιητή. Ο σκοτεινός ύμνος του Σοφοκλή μοιάζει να βρίσκει την κατάλληλη στιγμή στο θέατρό μας για να μεταμορφωθεί σε πράξη ανάκλησης και ενδοσκόπησης.
Δεν είναι τυχαία η σύμπτωση. Το χρυσό ιωβηλαίο της καλλιτεχνικής πορείας του σκηνοθέτη –πενήντα χρόνια συνεχούς διαπραγμάτευσης με το ερώτημα του θεάτρου– εγγράφεται οργανικά στην παραπάνω τελετουργία. Ο «Οιδίποδας» του Χουβαρδά, ο εκπεσών αλλά διαρκώς μετέχων στο θεϊκό τραύμα αυτός Μάρτυρας του Ανθρώπου, έρχεται να υπομνηματιστεί από τον φορέα μιας συνεχούς, δημιουργικά ακάματης, πενηντάχρονης απορίας.
Μυστικιστικά
Από την άλλη, αν μπορούσαμε να συμπυκνώσουμε σε μία λέξη τη μέθοδο του Χουβαρδά αυτή τη φορά, θα επιλέγαμε τον πιραντελισμό. Οχι τόσο σαν αισθητική πρόταση, αλλά σαν μεταφυσικό σύστημα σκέψης, στη διαρκή ώσμωση ανάμεσα στο «είναι» και το «φαίνεσθαι», στη διαρροή της μορφής στο περιεχόμενο, στο βλέμμα που αντιστρέφεται και γίνεται βλέμμα του ρόλου προς τον ηθοποιό… Ο,τι ακριβώς βλέπουμε στην Επίδαυρο: τα πρόσωπα του έργου διανέμονται με βάση τη δραματική οικονομία και εγκαλούνται μυστικιστικά από το υπόγειο πλέγμα του μύθου. Είναι, λόγου χάρη, η Ισμήνη του «Επί Κολωνώ» Οιδίποδα που «παίζει» κάποια στιγμή τον Εξάγγελο του «Τυράννου», που προεκτείνεται η ίδια μέσα από μια άλλη δραματική μορφή.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως κάτι μυστηριακό επιτελείται ενώπιόν μας. Η σκηνή έχει στηθεί άλλωστε με τα υλικά ενός λειτουργικού δράματος, με ένα εκκλησιαστικό όργανο που συνοδεύει και ψέλνει, μια ορχήστρα που υποβάλλει και, εν τέλει, ρόλους που αναδύονται. Ολα τοποθετούνται στον ίδιο χώρο της θεατρικής μυσταγωγίας, στον οποίο μορφές διαβατάρικες ομιλούν και συνάμα αφηγούνται τον μαρτυρικό εαυτό τους. Ο Χουβαρδάς διαβάζει τον μύθο του Οιδίποδα σαν ανάποδο Ευαγγέλιο, συνοδεύοντας τη Χάριν του ήρωα με την Εκπτωση. Ετσι, ό,τι οδηγεί στη λύση της τραγωδίας, καθηλώνει ταυτόχρονα σε μια διερώτηση, που σαν κάθε αληθινή διερώτηση είναι τόσο αναγκαία όσο και διαβρωτική για τον καθένα: «Γιατί εμένα, γιατί σε εμένα…»
Και στο τέλος, σαν ύστατη πράξη κατανόησης του ανθρώπινου, ο Οιδίποδας του Χουβαρδά κρατά στα χέρια την τύφλωση και τη μαρτυρία, τα μάτια που στέρησε και τα ερωτήματα που κέρδισε από τον εαυτό του. Ενας ευαγγελιστής χωρίς Ευαγγέλιο λοιπόν, ένας Αγιος της αποτυχίας, μια πράξη ενοχής και αποδοχής του ανθρώπινου γένους. Αν υπάρχει κάθαρση εδώ, αυτή δεν βρίσκεται παρά στην ελπίδα μιας μελλοντικής εν Χάριτι μεταμόρφωσης του δικού μας ερέβους στο φως της άλλης γνώσης και συγχώρεσης.
Η διανομή της παράστασης συνιστά την άλλη ερμηνευτική πρόταση της παράστασης. Τα μέλη μιας ξεχωριστής διανομής δεν ερμηνεύουν ρόλους με την κλασική έννοια. Μετέχουν σε μια συλλογική αφήγηση, όπου οι ταυτότητες ρευστοποιούνται. Φύλο, ηλικία και υποκριτικό ύφος διασπώνται για να υπηρετήσουν την πολλαπλότητα του μύθου. Ο Οιδίποδας είναι μαζί ένας και πολλοί, εμπειρία και αίσθηση, ατομικό τραύμα και διασπορά του στο συλλογικό ασυνείδητο.
Η Στεφανία Γουλιώτη, πάντα υποβλητική, σμιλεύει με τα υλικά του σθένους και της αινιγματικής παρουσίας δύο αρχετυπικά αντίθετες μορφές: την Ιοκάστη και τον Θησέα. Από τη μητρική απόγνωση στη βασιλική εγγύηση, και από το τραύμα στο άσυλο. Η Ιοκάστη της επιστρέφει σαν ενσάρκωση της συγγνώμης ενός φιλόξενου βασιλιά που δίνει τέλος στο μαρτύριο του ήρωα. Ετσι, στο πρόσωπό της το θέατρο γίνεται κύκλος: ο θάνατος της Μητέρας διαδέχεται τη γέννηση του Προστάτη. Με τον ίδιο τρόπο η Αντιγόνη μεταπλάθεται στον Τειρεσία από τον Ορέστη Χαλκιά για να εκφράσει το αρχέγονο ένστικτο του προαισθανόμενου όντος –εκείνου που γνωρίζει πριν καν του δοθεί η γνώση. Ο Τειρεσίας εδώ δεν διαβάζει το μέλλον –είναι το μέλλον ή, μάλλον, η αμφιβολία του. Και η Αντιγόνη, φιγούρα διαχρονική, γίνεται το όργανο ενός πεπρωμένου που δεν ολοκληρώνεται ποτέ.
Η Πηνελόπη Τσιλίκα, με την αίσθηση εσωτερικής παλλόμενης έντασης, καταθέτει μία από τις πιο εύγλωττες διπλές ερμηνείες της παράστασης. Ως Ισμήνη και Εξάγγελος μαζί διατρέχει τον άξονα της συγκίνησης και της μαρτυρίας. Περιγράφει την αυτοκτονία της Ιοκάστης, μιλά για την τύφλωση του Οιδίποδα και έπειτα, ως κόρη, αναφωνεί απλά: «Αχ, μητέρα μου!». Ο,τι ειπώθηκε στο τρίτο πρόσωπο επιστρέφει στο πρώτο. Το ίδιο δάκρυ σε διαφορετικό χρόνο. Ο Κωνσταντίνος Μπιμπής, με πειθαρχημένη ενέργεια και θεατρική ακρίβεια, συνδέει ακόμα δύο σημαδιακά σημεία της πλοκής. Ο Πολυνείκης και ο Κορίνθιος Αγγελος συνυφαίνονται σε μια δραματουργία αποκάλυψης και παράκλησης. Ο ένας ζητά να ακουστεί, ο άλλος φέρει έναν λόγο που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Ο Νίκος Χατζόπουλος, σαν Αρχαιοφύλακας, κατοικεί τον εναρκτήριο ρόλο του Κολωνού που δεν ζητεί τίποτε άλλο από την τήρηση του ιερού ορίου. Αλλά στην ανάγνωση του Χουβαρδά η φωνή του δεν είναι μόνο εντολή. Είναι η ίδια η ηχώ του τόπου. Μοιάζει να ξέρει ο ίδιος πως το θέατρο είναι πια το μόνο ιερό που απομένει. Και πως στο δικό του «–Φύγετε, ο τόπος είναι ιερός», αντηχεί ένα: «–Μείνετε, γιατί μόνο εδώ το ιερό είναι ακόμα δυνατό». Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, σχεδόν αρχετυπική όπως πάντα, δίνει στον Κρέοντα την τραγική ηχώ του. Πρόσωπο που επιμένει να ερμηνεύει ακόμα κι όταν όλα έχουν συντελεστεί. Δεν υπάρχει τίποτα συμβατικό στον δικό της ήρωα: τον ερμηνεύει σαν να κουβαλά τις ενοχές όλων και η φωνή του να μεταμορφώνεται από σχήμα εξουσίας στην αναπαράσταση του συλλογικού πένθους.
Αφήνω τιμητικά για το τέλος τον Νίκο Καραθάνο στον ρόλο του Οιδίποδα. Γιατί αυτός στέκει μόνος, όχι γιατί υποδύεται τον συγκεκριμένο ήρωα, αλλά γιατί κουβαλά μαζί του τον έναν Ανθρωπο. Ο Οιδίποδας δεν χρειάζεται γι’ αυτό παραλλαγές. Είναι από μόνος του η πληθυντικότητα που υπερβαίνει το πρόσωπο, το «εμείς» στο «εγώ» και το σκοτάδι της μιας «περίπτωσης» στο φως της αναγνώρισης του κοινού πεπρωμένου. Είναι ακόμα η μέγιστη συνάντηση των δύο δρόμων απόδοσης του Ανθρώπινου: του Τραγικού με το Κωμικό.
Μέγιστη συνάντηση
Ο Χορός, με επικεφαλής τους Γιάννη Κότσιφα και Εκτορα Λυγίζο, και μέλη τους Πολυξένη Παπακωνσταντίνου, Θεόβη Στύλλου και Αγγελο Τριανταφύλλου, λειτουργεί λιγότερο σαν συλλογικός φορέας ηθικής ή πολιτικής κρίσης και περισσότερο σαν υπόμνηση του ίδιου του θεάτρου. Η μουσική του Αγγελου Τριανταφύλλου, οργανική και ενίοτε τελετουργική, συμβάλλει αποφασιστικά στην ατμόσφαιρα της παράστασης. Το εκκλησιαστικό όργανο, οι ήχοι από μέταλλο, οι κρουστοί ρυθμοί και το μυσταγωγικό πλέγμα της σύνθεσης συγκροτούν ένα ηχητικό σύμπαν σχεδόν εσχατολογικό.
Τα σκηνικά της Εύας Μανιδάκη και τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη συνθέτουν έναν χώρο στον οποίο τα υλικά (όπως το χώμα ή το χρώμα) αποκτούν κεντρικό λατρευτικό χαρακτήρα. Ολα είναι εκεί γυμνά, διαθέσιμα και ανελέητα. Ο φωτισμός του Νίκου Βλασόπουλου αναλαμβάνει το δύσκολο έργο της αποτύπωσης της μετάβασης αυτού του σύμπαντος από το σκοτάδι στο φως.
Η παράσταση «Οιδίπους» του Γιάννη Χουβαρδά είναι μια βαθιά στοχαστική, ποιητική και μεταφυσική πρόταση στο αρχέτυπο της τραγωδίας. Είναι μια καθαρή θεατρική εμπειρία που διαπερνά τα όρια του προσωπικού, σπάει τα στεγανά του χρόνου και του μύθου και οδηγεί ένα ταξίδι από τη σιωπή της «τύφλωσης» στο φως μιας άλλης, μεταμορφωτικής και κοινής, σωτηρίας. Με μόνη υποσημείωση την ανάγκη του θεατή να ενημερωθεί εγκαίρως για την υπόθεση των τραγωδιών, ώστε να μπορεί να παρακολουθήσει απρόσκοπτα την ενδοσκοπική παράσταση, αποτελεί την απόλυτη πρόταση για το καλοκαίρι που ακολουθεί.
