ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι από τους σπουδαιότερους κοινωνιολόγους παγκοσμίως, κυρίως γιατί ενέθεσε την ταξικότητα όσο κανείς πριν από τον ίδιο στις μελέτες του. Ο Ντιντιέ Εριμπόν δεν είναι άγνωστος στο ελληνικό κοινό: μετά τη μετάφραση του βιβλίου του «Επιστροφή στη Ρενς» (εκδόσεις Νήσος) και τη μεταφορά του στο θέατρο από τον Τόμας Οστερμάιερ, περιμέναμε με ανυπομονησία το επόμενο. Το «Η ζωή, τα γηρατειά και ο θάνατος μιας γυναίκας του λαού» πρόσφατα κυκλοφόρησε και πάλι από τη Νήσο, σε μετάφραση Γιάννη Στεφάνου, και μεταφέρεται στο θέατρο από τη Σοφία Αντωνίου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου, με δύο από τους καλύτερους εν ζωή ηθοποιούς του ελληνικού θεάτρου: την Ιωάννα Μαυρέα και τον Αρη Μπαλή, καθώς και έναν πολυμελή θίασο.

Πρόκειται για την πρώτη παγκοσμίως θεατρική μεταφορά του νέου βιβλίου του Εριμπόν, που δεν είναι λογοτεχνία· ανήκει στο είδος της «αυτοκοινωνιοβιογραφίας», που σημαίνει πως πρόκειται για μία κοινωνιολογική μελέτη βασισμένη σε αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ο Γάλλος κοινωνιολόγος, αφού αρχικά «μίλησε» για το πώς η εργατική τάξη από τα συνδικάτα και τους αγώνες πέρασε στον έλεγχο της Ακροδεξιάς, φέροντας ως παράδειγμα τη δική του οικογένεια, τώρα συνεχίζει με δύο βασικούς άξονες: την ταξική και έμφυλη στοχοποίηση. Η μητέρα του, εργάτρια όλη της τη ζωή στη βορειοανατολική Γαλλία, κοντά στη Ρενς, με έναν βίαιο σύζυγο από τον οποίο δεν μπορούσε να απεμπλακεί (γυναίκα, φτωχή, με τέσσερα παιδιά), φτάνοντας τελικά σε μεγάλη ηλικία μόνη και ανήμπορη. Ο συγγραφέας έχει δηλώσει πως πήγε να τη δει, δεν του άνοιγε, κάλεσε την Πυροσβεστική και τη βρήκε γυμνή στο πάτωμα, να μην μπορεί να κινηθεί: «Το θέαμα της ηλικιωμένης γυμνής μητέρας ήταν από μόνο του πολύ ενοχλητικό. Το θέαμα της γυμνής μητέρας πεσμένης στο πάτωμα με το βλέμμα χαμένο, σαν να είχε παραισθήσεις, ήταν ανυπόφορο. Πήρα στα γρήγορα ένα ρούχο από το δωμάτιό της και το έδωσα σ’ έναν από τους πυροσβέστες να την καλύψει», έχει δηλώσει. Αμέσως αποφάσισε να την εμπιστευτεί σε μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων…

Στην παράσταση (όπως και στο βιβλίο, που έγινε θέατρο με τη σημαντική συμβολή της δραματουργού Εύας Φρακτοπούλου), η Σοφία Αντωνίου έχει δημιουργήσει ένα διπλό επίπεδο: «Υπάρχει ένας ρεαλιστικός τόπος συζήτησης ανάμεσα στον συγγραφέα, μία κοινωνιολόγο και μία ηθοποιό και, στο βάθος, υπάρχει ένας δεύτερος, πιο ποιητικός, πιο αναμνησιακός τόπος που είναι η συνθήκη του γηροκομείου, που μπορεί να μην αποτυπώνεται ρεαλιστικά, αλλά αυτή είναι η συνθήκη του: άνθρωποι ξεχασμένοι, στο βάθος», μας λέει η σκηνοθέτρια. «Το στοίχημα είναι πώς αυτοί οι δύο κόσμοι αλληλεπιδρούν, επικοινωνούν και συνυπάρχουν. Ολοι οι χαρακτήρες στο έργο μιλούν το κείμενο του Εριμπόν, ο οποίος μας εμπιστεύτηκε με μεγάλη τρυφερότητα και γενναιοδωρία. Κατανοώ πως είναι η παγκόσμια πρώτη στη συγκεκριμένη θεατρική μεταφορά και πριν είχε κάνει έργο του ο Οστερμάιερ, αλλά προσώρας δεν το σκέφτομαι ώστε να μην αγχωθώ», εξομολογείται.

Τη ρωτάμε για την πολλαπλά περιθωριοποιημένη ταυτότητα της μητέρας (η «γυναίκα του λαού» είναι συγχρόνως γυναίκα, ηλικιωμένη και φτωχή), για την «ταξική ντροπή» και την κοινωνική αποστασιοποίηση, όπως τα περιγράφει ο Εριμπόν, και εν τέλει για το πολιτικό διακύβευμα της παράστασης.

«Η μητέρα στο έργο δεν έχει όνομα, ούτε ο Εριμπόν την ονοματίζει ποτέ, ακριβώς γιατί αντιπροσωπεύει κάθε γυναίκα του λαού, αόρατη και περιθωριοποιημένη. Αυτό είναι και το βασικό μας διακύβευμα: ποιος έχει δημόσιο χώρο και φωνή στην κοινωνία; Οι ηλικιωμένοι, οι γυναίκες και οι φτωχοί παραμένουν αόρατοι. Τα ζητήματα έκφρασης και διεκδίκησης θεωρούνται επίσης κάτι το παλιακό, το ξεπερασμένο. Αυτό που βλέπουμε γύρω μας, και στην Ελλάδα αλλά όχι μόνο, είναι κοινωνικές δομές να εξαφανίζονται, οι ηλικιωμένοι να χάνουν την κοινωνική τους υπόσταση σαν συνταξιοδοτούνται και, παράλληλα, να είναι υποχρεωμένοι πολλές φορές να συνεχίζουν να εργάζονται, και πάλι δίχως φωνή.

»Η απομόνωση είναι γεγονός, μάστιγα, σε όλα τα επίπεδα, τόσο στα αστικά κέντρα όσο και στην επαρχία πλέον. Οι μεγαλύτεροι κλεισμένοι στο σπίτι τους και οι νεότεροι “κλεισμένοι” στον ψηφιακό τους κόσμο. Ποστάρουμε στα σόσιαλ και… και τι; Ετσι υπάρχουμε; Νομίζω η κοινωνική έχει γίνει πλέον υπαρξιακή απομόνωση. Δεν υπάρχουν πια ηλικιωμένοι να συνομιλούν στα πάρκα, δεν υπάρχουν πια ΚΑΠΗ και σε ελάχιστα καφενεία βλέπεις μόνο άνδρες. Μιλάμε για μια αθέατη κοινωνική πραγματικότητα που συνυπάρχει παράλληλα με εξωφρενικά γρήγορους κοινωνικούς ρυθμούς και αλλαγές. Πώς θα συμβαδίσουν αυτοί οι δύο κόσμοι; Μέσω της ψευδαίσθησης και πάλι. Μέσω του ψέματος ίσως. Το λέει ο Εριμπόν και το ένιωσα κι εγώ από την προσωπική μου εμπειρία, καθώς προέρχομαι από πόλη της επαρχίας και σχεδόν κάθε συνεργάτης στην παράσταση είχε κοινές αναφορές: γυρίζοντας πίσω, αλλάζει και η γλώσσα σου. Δεν μιλάμε καν την ίδια γλώσσα με αυτούς τους ανθρώπους, που είναι δικοί μας άνθρωποι. Αρα, ούτε την ίδια γλώσσα μιλάμε, ούτε δυνατότητα να εκφραστούν οι ίδιοι –πόσο μάλλον να γίνουν κατανοητοί– έχουν».

Τη διακόπτουμε, λέγοντάς της πως, από την άλλη, ζούμε σε ένα παππουδιστάν σχεδόν, όπου ο νέος θα είναι πάντα υποβαθμισμένος και κάποιοι δεν λένε να φύγουν ποτέ από τις θέσεις τους, συνήθως κάποιας εξουσίας: «Αυτό είναι αλήθεια. Αλλά ακόμα κι εκείνοι που δεν θέλουν με τίποτα να εγκαταλείψουν τις “εξουσίες” τους, δεν μπορούν να επικοινωνήσουν στ’ αλήθεια», μας απαντά η κ. Αντωνίου. «Ταυτόχρονα, το διαχωριστικό στοιχείο ανάμεσα σε φτωχούς και πλούσιους εντείνει την κοινωνική πόλωση, και η έλλειψη δημιουργικού διαλόγου, η μοναξιά και η απομόνωση υποβοηθούν κυβερνητικές στρατηγικές χειραγώγησης, κυρίως της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς… Τι να πω! Ας ανοίξουμε το στόμα και τ’ αυτιά μας, ίσως και τα χέρια μας. Ο ρατσισμός (φυλετικός, έμφυλος και ταξικός) και ο φόβος είναι εργαλεία της Ακροδεξιάς. Ας απομακρυνθούμε από αυτά και ας είμαστε εδώ να το δείξουμε με το παράδειγμά μας», καταλήγει.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ: Η παράσταση παίζεται 21, 23/7 στις 21.00, 22/7 στις 19.00 και 24/7 στις 21.30. Στην Πειραιώς 260 (Σκηνή Ε). Εισιτήρια: aefestival.gr και more.com. Παίζουν: Αρης Μπαλής, Ιωάννα Μαυρέα, Εύα Φρακτοπούλου, Μάγδα Λέκκα, Αντώνης Κωνσταντόπουλος, Νικολέτα Κοκκίνου, Κλεοπάτρα Ροντήρη, Περικλής Αλμπάνης, Ανδριανή Τουντοπούλου, Μάκης Αρβανιτάκης.