Τον γνωρίζαμε τον Ούλριχ Ράσε από τον εντυπωσιακό «Αγαμέμνονα» που είχαμε παρακολουθήσει πριν από τρία χρόνια. Ομως η επανάκαμψή του αυτό το καλοκαίρι στο θέατρο της Επιδαύρου, ως σκηνοθέτη αυτή τη φορά του Εθνικού Θεάτρου, είναι εξίσου διδακτική για εμάς. Μας υπενθυμίζει δύο πράγματα που αξίζει να θυμόμαστε. Αρχικά ότι το εθνικό μας θέατρο για πολλούς και σύνθετους λόγους συνομιλεί άμεσα με τη γερμανική σχολή θεάτρου και πως από όλη την ευρωπαϊκή σκηνή οι Γερμανοί είναι εκείνοι που διαθέτουν μια γονιδιακή συνάφεια με τον δικό μας τρόπο να γίνει αντιληπτό το αρχαίο δράμα και η σκηνική απεικόνισή του. Επειτα πως από όλη την πλούσια παράδοση της «αναβίωσης» οι Γερμανοί έχουν αναπτύξει ίσως τον πλέον ιδιοσυγκρασιακό τρόπο να διεισδύουν στις πτυχές του αρχαίου λόγου. Ο Γερμανός σκηνοθέτης που ανέλαβε να διδάξει φέτος τους Ελληνες ηθοποιούς την «Αντιγόνη» αν μη τι άλλο φανέρωσε αυτό ακριβώς: Πώς για κανέναν ίσως άλλο έθνος στον κόσμο το αρχαίο δράμα δεν αποτελεί ένα τόσο σοβαρό, τόσο σημαντικό μα και τόσο προβληματικό εγχείρημα.
Δεν πάει να μιλούμε για μεταδραματικό και επιτελεστικό θέατρο, για αποδόμηση ή για πολυμεσική πρωτοπορία; Οταν οι Γερμανοί καταπιάνονται με το αρχαίο θέατρο νιώθουν πως αναλαμβάνουν κάτι που αφορά το ίδιο το κέντρο της ταυτότητάς τους. Τίποτα δεν είναι εδώ ελαφρύ, επιπόλαιο ή πρόσκαιρο. Τα πάντα φορούν τον μανδύα της ποιητικής σοβαρότητας και πυκνότητας. Κι όταν κάποτε διαψεύδονται στην πραγμάτωση των προθέσεών τους ή οδηγούνται σε υπερβολές γοτθικού χαρακτήρα, δεν παύουν να διαλαλούν ότι το αρχαίο δράμα δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτα άλλο. Πως αποτελεί ένα καθαυτό από μόνο του «πρόβλημα» που ζητάει ξεχωριστή, μακρόχρονη και επίπονη αναζήτηση για να καταλήξει στην πιο πρόσφορη και ουσιώδη επί σκηνής πρόταση.
Πριν λοιπόν αναλύσουμε την «Αντιγόνη» του Ράσε, οφείλουμε να σεβαστούμε αυτή την παράδοση που ανοίγεται τώρα ξανά στο αργολικό κοίλο, βοηθούντος και του δικού μας κρατικού θεάτρου. Μία λέξη αρκεί πίσω από άλλες: «Μέγεθος». Μέγεθος μιας τραγωδίας που ζει τόσες χιλιάδες χρόνια σαν παράδειγμα για τις γενεές των ανθρώπων. Μέγεθος ενός θέατρου που στέκει μνημείο της ανθρώπινης ικανότητας και ανικανότητας, με το πεπρωμένο να παίζει κάθε φορά ανάμεσα στους δύο πόλους. Αν αντιληφθεί κανείς αυτό το «μέγεθος», τα άλλα δίπλα του μοιάζουν μικρά.
Για να φανερώσει λοιπόν αυτό το μέγεθος, ο Ράσε επινόησε ούτε λίγο ούτε πολύ τη μεγαλύτερη σε διάσταση περιστρεφόμενη σκηνή της Ευρώπης στην ορχήστρα της Επιδαύρου! Αναρωτιέμαι αν ποτέ θα βρισκόταν σκηνοθέτης άλλης εθνικότητας που θα τολμούσε μια τόσο ακραία παρέμβαση στον χώρο. Γιατί το να σκεπάσεις την Επίδαυρο με μια «περιστρεφόμενη σκηνή» στέκει μονάχα ένα βήμα μακριά από το να τοποθετήσεις και ένα σκέπαστρο από πάνω της, ώστε να την κάνεις επιτέλους ένα περίφημο κλειστό θέατρο… Η σχεδόν γραφική (εφόσον μιλάμε για Γερμανούς) κατασκευή θα έπρεπε μάλιστα να χαιρετισθεί και σαν μηχανολογικό επίτευγμα, εφόσον καταφέρνει να περιστρέφεται σε διαφορετικές μάλιστα ταχύτητες με τόσο βάρος πάνω της…
Μα για αυτό το μέγεθος συμβαίνουν τα πάντα… Γιατί τώρα πάνω σε αυτό το συνεχώς κινούμενο έδαφος, ο λαός της Θήβας και ο Κρέων θα διαβούν τον δρόμο που χωρίζει το θαύμα από την τραγωδία. Γιατί τώρα ολόκληρη η σκηνή θα λειτουργεί σαν μετρονόμος που συγχρονίζει τα βήματα των ηθοποιών και μετατρέπει την κίνησή τους σε αντίλαλο ενός κοσμικού χοροθεάτρου.
Από την άλλη, σαν κάθε τυπική γερμανική απόδοση κι αυτή η «Αντιγόνη» δίνει στο σκότος μεγαλύτερο μερίδιο από ό,τι του αναλογεί, ακόμα και στο συγκεκριμένο έργο. Θυμίζω πως η «Αντιγόνη» ξεκινά εν μέσω συλλογικής ευδαιμονίας, μιας ας πούμε «ημέρας απελευθέρωσης» της πόλης από τον εφιάλτη της άλωσης. Στη μέση αυτής της γενικής χαράς η Αντιγόνη αποτελεί την παραφωνία του ενός (ή της μίας), ενάντια στο συλλογικό κλίμα συγκατάβασης.
Μα η «Αντιγόνη» του Εθνικού έχει ούτως ή άλλως χάσει την κεφαλίδα της… Τα παλιά σχολικά εκείνα αγαπητά «αδελφικά πρόσωπα» που θυμόμαστε έχουν κοπεί από την τωρινή διασκευή και ξεκινάμε με τον Κρέοντα του Γιώργου Γάλλου να συνδιαλέγεται με τον Χορό. Ο στόχος είναι να στραφούμε στον βασιλιά και να δούμε την κατάσταση από τη δική του μεριά. Δεν είναι πως ο σκηνοθέτης συμφωνεί με ό,τι εκείνος ζητά να επιβάλει με τη δύναμή του. Ζητάει όμως τουλάχιστον να τον κρίνουμε με βάση τα δικά του συμφραζόμενα και όχι της νεαρής επαναστάτριας που εγέρθηκε ξάφνου εμπρός του.
Σεβαστή δίχως άλλο η προσπάθεια του Ράσε να συμπαθήσουμε τον κάπως αλεξιπτωτιστή βασιλιά στην αγαθή προσπάθειά του να ανορθώσει τη μετέωρη πολιτεία του. Μα, φοβούμαι πως δεν έχει και πάλι πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Το ότι ο ανθρώπινος Κρέων του Γάλλου έχει «δίκιο» από μεριάς του δεν είναι βέβαια διόλου πρωτότυπη άποψη. Το θέμα είναι τι κάνει με το «δίκιο» αυτό στη συνέχεια. Οπως και να ’χει, από όλα τα μάτια που κοίταξαν ποτέ την Αντιγόνη στους αιώνες, κανένα δεν κατάφερε να την κοντύνει. Κι αυτό όχι μόνο γιατί κατά πώς φαίνεται έχει το θεϊκό δίκαιο με το μέρος της, αλλά και γιατί ο Κρέων είναι (αποδεικνύεται πως είναι) κοντύτερος των περιστάσεων. Αν για κάτι μας πείθει ο Ράσε στο τέλος με την προσέγγισή του, δεν είναι για τις αγαθές προθέσεις του Κρέοντα αλλά για το πόσο ανθρώπινη τελικά είναι η μετριότητά του. Πέρα από την προσωπική του τραγωδία, ακόμα και η αρχική πρόθεσή του να στεριώσει την πόλη διαψεύδεται στο τέλος οικτρά.
Από τα γυναικεία πρόσωπα εμφανίζεται μόνο η Αντιγόνη της Κόρας Καρβούνη – η μεταφορά του Εθνικού μοιάζει τελικά με μια κατά βάθος «αντρική υπόθεση» (στον Χορό εμφανίζονται οι Γιώργος Ζιάκας, Δημήτρης Καπουράνης, Μάριος Κρητικόπουλος, Ιωάννης Μπάστας, Βασίλης Μπούτσικος, Γιώργης Παρταλίδης, Θανάσης Ραφτόπουλος, Γκαλ Ρομπίσα, Γιάννης Τσουμαράκης και Στρατής Χατζησταματίου). Η Αντιγόνη της Καρβούνη μοιάζει πιο «γεροντοκόρη» από όσο περιμέναμε, αλύγιστη και υπεροπτική στην ακράδαντη πεποίθηση της ηθικής ανωτερότητάς της. Μα όπως και να το κάνουμε, κουβαλά ακόμη ένα ανάστημα που είναι σχεδόν αδύνατον να αγνοηθεί. Οπως και είναι δύσκολο η ίδια, σαν φορέας νεότητας μαζί με τον ερωτευμένο στους αιώνες Αίμονα του Δημήτρη Καπουράνη, να μη συγκινήσει και πάλι με τον παλιό θρήνο της το τώρα, όπως και το τότε, κοινό.
Η ατμόσφαιρα είναι γενικά υποβλητική, ενώ η αργή συνεχής κίνηση συντονίζει σταδιακά το κοίλον με τον παλμό της αρχαίας τελετουργίας. Ο Τειρεσίας της Φιλαρέτης Κομνηνού και ο Φύλακας του Θάνου Τοκάκη συμβάλλουν σε αυτό, ενώ τα κοστούμια του Αγγελου Μέντη παραπέμπουν στην προ-ανθρώπινη κατάσταση. Οπως είπαμε, στα μάτια του Ράσε η «Αντιγόνη» (και το αρχαίο δράμα εν γένει) δεν είναι παρά ένα ποιητικό σκεύος, κάτι που επιδρά εκτός από την όψη και στην κίνηση, στον λόγο που εκφωνείται (αν και δεν βοηθάει πολύ σε αυτό η μετάφραση του Νίκου Α. Παναγιωτόπουλου) σαν αγγείο σοφίας και ποίησης. Κτίζεται γι’ αυτό με τη μορφή σταλακτίτη, λέξη τη λέξη, ακολουθώντας τον ρυθμό ενός κόσμου που κρατά την ανάσα του μαζί με εμάς, μαζί με τη Θήβα, μαζί με τις αρχαίες πέτρες της Αργολίδας… Κάτι βαθύ και ιερό συντελείται μπροστά μας με την τέλεση ενός κατ’ ουσίαν ύμνου στην ανθρώπινη πορεία των γενεών, με τους θριάμβους και τις τραγωδίες της.
Ακούγονται μήπως βαρύγδουπα ή ρητορικά όλα αυτά; Νομίζω πως εντούτοις έτσι αντηχούν στην καρδιά του Γερμανού σκηνοθέτη, σημαίνοντας το νόημα της δικής του «Αντιγόνης». Το είχαμε διαπιστώσει και στον «Αγαμέμνονα»: Θέατρο τόσο σημαντικό ώστε να στρεβλώνει τον χώρο γύρω του σαν μαύρη τρύπα, να ενώνει στο ίδιο πεδίο μουσική και λόγο, κίνηση και χορό. Διόλου τυχαία η διδασκαλία έφερε στον νου εικόνες από τον Τερζόπουλο – δρόμοι από διαφορετικές αφετηρίες που συγκλίνουν στην πορεία τους στο ένα και αυτό, το ιδιαίτερο και αυτόφωτο κέντρο.
Ας μη μας παραξενεύει, λοιπόν, η απόφαση να ακουστεί αυτό το «κέντρο» αργά και βασανιστικά (έως κοπώσεως), εξερχόμενο λες και με εμβρυουλκό από τη μήτρα της ανθρωπότητας. Αυτά προέρχονται από μια σκέψη που θέλει το αρχαίο θέατρο στην αρχή του ανθρώπινου «κόσμου» και «προσώπου». Σκέψη κι αυτή στην, διαλεκτική της τουλάχιστον, ουσία «γερμανική».
