Δεν έτυχε άλλη φορά να γράψω για τον Ευριπίδη Λασκαρίδη και για το μαγικό του θέατρο, αν και ο ίδιος μου προκάλεσε από την αρχή κιόλας την αίσθηση πως αφορά μια εντελώς νέα, εύθραυστη, πολύτιμη και αθώα φωνή στο θέατρό μας. Ο λόγος είναι απλός. Κατάλαβα από την αρχή πως το θέατρο που ο ίδιος σπέρνει, θερίζει και δρέπει δεν είναι πρόσφορο στην κριτική ανάλυση, μα ούτε και στην απλή περιγραφή. Η πρώτη λέει συνήθως πολλά, πάρα πολλά, και στην περίπτωσή του κινδυνεύει να γελοιοποιηθεί μέσα στη σοβαροφάνεια και το βαρύγδουπο των ακκισμών της. Η δεύτερη πάλι λέει αναγκαστικά λιγότερα απ’ όσα πρέπει με κίνδυνο να θεωρηθεί ανάξια της αποστολής της. Γιατί το σκηνικό σύμπαν του Λασκαρίδη δεν είναι κάτι που περιγράφεται εξωτερικά, σαν εικόνα απέναντι, αλλά εσωτερικά, σαν μέσα όνειρο.
Εφτασε όμως ο καιρός που η Στέγη -χρηματοδότης μαζί με μια σειρά άλλους επιφανείς θεσμούς ανά την Ευρώπη του Ελληνα δημιουργού- παρουσίασε -πρώτη σε μια σειρά κλεισμένων εμφανίσεών του σε κεντρικά φεστιβάλ της ηπείρου- το «Lapis Lazuli» του, από εκείνο το πέτρωμα που χάριζε κάποτε το ακριβό, το δυσθεώρητο, το ιερό μπλε χρώμα στην τέχνη του ανθρώπου. Αυτό το πέτρωμα ήταν το μυστικό στοιχείο που έδινε σε όποιον το κατείχε και που γνώριζε την αξία του, την ικανότητα να απεικονίζει το χρώμα του ουρανού και της θάλασσας, κυρίως όμως το χρώμα του Παραδείσου.
Το κόλπο για να αποφύγουμε τους σκοπέλους που περιέγραψα παραπάνω συνήθως είναι να αρχίσουμε τις γενικότητες. Το ίδιο θα κάνω και εγώ από τη μεριά μου. Νιώθω τον πειρασμό να περιγράψω το «θέατρο του Λασκαρίδη», να σχολιάσω το «όραμα» και την ολιστική «ματιά» του, λες και ο Λασκαρίδης είναι ο πρώτος που ανακάλυψε το «άλλο» θέατρο, το ενάντιο στην άποψη πως η σκηνή πρέπει να είναι καθρέφτης της πραγματικότητας. Πιο εύκολο είναι να καταλάβουμε αυτό το θέατρο αν σκεφτούμε το εξής: πως είναι το θέατρο που μας καλεί να δούμε τον κόσμο με το βλέμμα του μικρού παιδιού –να τον δούμε όπως κάποιον μαγικό φανό, μικρό και μεγάλο, σοβαρό και αστείο, τρομακτικό και αστείο. Αθώο από τις δικές μας ενοχές, ικανό για τα δικά μας θαύματα.
Διαβάζω πολλά και ενδιαφέροντα κείμενα που σημειώνουν την πρόθεση (και την ικανότητα ασφαλώς) του Ελληνα δημιουργού να βάζει κοντά κοντά τα ετερόκλητα και να βρίσκει ανάμεσά τους συμπάθειες και συγγένειες. Πράγματι είναι φανερό, η φαντασία του τρέχει μπροστά και η τέχνη ακολουθεί. Κι αυτός ο δονκιχωτισμός του είναι κάτι λησμονημένο σχεδόν στη σύγχρονη τέχνη, που έχει αφήσει στην άκρη την ποίηση για να πάρει στα χέρια της το δρεπάνι της καταγγελίας. Να όμως που φανερώνεται κάποτε κάποιος που επιμένει στο κάτι άλλο: στην τέχνη που ζητά να κάνει τον κόσμο περισσότερο ευτυχισμένο.
Εδώ, στο «Lapis», ο Λασκαρίδης προεκτείνει τη χαρά του θεάτρου που δεν ζητά άλλο από το να παραμείνει θέατρο και τίποτα άλλο. Ούτε να πιστεύουμε σε αυτό δεν ζητάει από εμάς κατά βάθος. Θέλει απλώς να αφεθούμε σε αυτό για όσο διαρκεί, να σταματήσουμε να βάζουμε τα πράγματα στη σειρά, να τα συντάσσουμε και να τα ερμηνεύουμε. Να τα χρησιμοποιούμε… Θέλει να ανακαλύψουμε εκ νέου την ικανότητά μας να ονειρευόμαστε με ανοιχτά μάτια. Στην παράσταση της Στέγης θα δούμε έτσι μια σειρά από παραμυθικά στοιχεία, από την Κοκκινοσκουφίτσα, τον Κυνηγό και τον Λύκο, μέχρι την Ωραία και το Τέρας. Θα συναντήσουμε το δάσος και τα πουλιά, το σκοτεινό τέρας του Τίποτα, το Φεγγάρι που γίνεται πίτα γενεθλίων και ένα τζάκι που γεμίζει καπνούς. Θα τα συναντήσουμε όλα αυτά σαν τέτοια γιατί θέλουμε και γιατί μπορούμε να δεχτούμε το παιχνίδι του Λασκαρίδη, τη μεταμόρφωση, την πλάκα, το καλαμπούρι, το τέχνασμα, τη μαγεία του. Ακόμα και οι ανησυχίες του για τις απειλές του κόσμου μεταφέρονται συμβολικά, γίνονται ονειρικά σχήματα και κατά κάποιον τρόπο ποιητικά σημεία. Η άγρια πλευρά μας, λόγου χάρη, καθώς βιάζεται προκειμένου να «εκπολιτιστεί». Τα φυλετικά στερεότυπα καθώς ανατρέπονται. Η φύση που πεθαίνει, τα ζώα που γίνονται προϊόντα εκμετάλλευσης… Ολα αυτά σημαίνονται μέσα από μια ροή συνειρμικών και ποιητικών εικόνων.
Ομως το πιο σημαντικό που διακρίνω στο «Lapis» είναι η απλή -«απλή» επειδή είναι άδολη- ομορφιά του. Δεν είναι η πρώτη φορά που έχουμε δει παρόμοιες «κατασκευές» (θυμηθείτε ας πούμε τον Καστελούτσι –και ποιος μπορεί να ξεχάσει το πέρασμα του Τιερέ από το Φεστιβάλ μας πριν από χρόνια;). Ομως εδώ βρίσκουμε από Ελληνα δημιουργό τη χαρά της τέχνης που μπορεί να γεννήσει μπροστά μας τον άλλο κόσμο, όχι χωρίς εμάς αλλά, αντιθέτως, με τη δική μας συγκατάθεση και συναίνεση. Χωρίς να το πολυκαταλάβουμε ο Λασκαρίδης μάς κάνει συνένοχους της αθωότητάς του, συν-υπνοβάτες του ονείρου του. Γι’ αυτό άλλωστε -πιστεύω- το χειροκρότημα έρχεται στο τέλος πηγαίο και ζεστό από το ολοένα και πιο αφοσιωμένο κοινό του: νιώθουμε πως ένα μέρος της γύρω μαγείας είναι και δική μας υπόθεση.
Το έχω πει κι άλλοτε, με αφορμή μια άλλη παράσταση του «άλλου θεάτρου». Ας μη γελιόμαστε, αυτό το θέατρο είναι θέατρο ακριβό, μεταφορικά μα και κυριολεκτικά. Κι ας έχει για γνώρισμά του την «ταπεινή» μεταμόρφωση, τίποτα απ’ ό,τι βλέπουμε δεν είναι «φτηνό» –γιατί αν ήταν φτηνό, δεν θα λειτουργούσε. Η προετοιμασία, η τεχνική, η επινόησή του, η πραγμάτωση έστω μίας ιδέας του, το ίδιο το στήσιμό του (σκηνικά: Σωτήρης Μελάνος)… Η μουσική του (του Γιώργου Πούλιου) και ο φωτισμός του (του Στέφανου Δρουσιώτη)… Μα και οι ερμηνευτές του… Ο ίδιος ο Λασκαρίδης, πρώτα, πανταχού παρών σε ακόμα ένα ενδυματολογικό κρεσέντο του, με το κοστούμι να γίνεται κέλυφος του νέου σώματός του. Οι φωνητικές ενδείξεις στις διάφορες γλώσσες και η σύνθεση του ήχου που φέρνει την κραυγή και το γρύλισμα σε πρώτο πλάνο… Οι χορευτικές κινήσεις, τόσο μελετημένες, χαριτωμένες, ακριβείς και σημαίνουσες -ποιος μπορεί να μη γοητευτεί από την Ευτυχία Στεφάνου στην παράσταση που παρακολούθησα- και τον Σπύρο Ντόγκα; Ή να μη χαρεί από τις διαδοχικές μεταμορφώσεις του Αγγελου Αλαφογιάννη και του Δημήτρη Ματσούκα;
Ναι, το παραδέχομαι, η δραματουργία (αυτή πάλι…) θα μπορούσε να είναι περισσότερο σφικτή και ίσως διαυγέστερη. Μα είναι τελικά αυτό που ζητάμε; Ή μήπως ζητούμε από το «Lapis» ένα καλειδοσκόπιο ικανό να μας γεμίσει με χρώματα, αισθήσεις, αισθήματα και μάλιστα όχι ένα ένα και κατά σειρά, αλλά ανάκατα και άναρχα, όπως τα θυμάται ο παιδικός εαυτός μας; Σαν τα παιδιά που βλέπουν μπροστά τους τον Μάγο -όπως η τελευταία μεταμόρφωση του Λασκαρίδη- και θεωρούν τον κόσμο του αληθινό. Γιατί το μπορούν.
Θεωρώ υποχρέωσή μου να αναφέρω τους συνήθως «αόρατους» συντελεστές του σκηνικού αυτού σύμπαντος, που τους αξίζει η κάθε ξεχωριστή αναφορά: Γιώργος Στενός (στις ειδικές ακουστικές και τις ηλεκτρονικές ηχητικές κατασκευές), Χρήστος Δεληδήμος και Αλέγια Παπαγεωργίου (οι συνεργάτες στην κατασκευή των κοστουμιών), Κωνσταντίνος Χαλδαίος και Βαγγέλης Ξενοδοχίδης (ειδικές κατασκευές), Νίκος Δραγώνας (ο σύμβουλος της κίνησης), Χαρίκλεια Πετράκη και Γιάννης Σαβουιδάκης (οι βοηθοί του σκηνοθέτη). Εδωσαν και αυτοί ένα θέατρο που με την αρτιότητα και τη δυναμική του ακόμα δυσκολευόμαστε να πιστεύουμε πως το γέννησε η σκηνή μας.
