Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος ανέβασε για πρώτη φορά, την παράσταση «Οι Ληστές», του Φρήντριχ Σίλλερ, σε σκηνοθεσία Ακύλλα Καραζήση, και σε εξαιρετική μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα, στη σκηνή του Βασιλικού Θεάτρου στη Θεσσαλονίκη.
Ο Γιόχαν Κρίστοφ Φρήντριχ (φον) Σίλλερ, είναι ο πρώτος μεγάλος εκπρόσωπος του ρομαντικού κινήματος. Το πρώτο του θεατρικό έργο, το έγραψε πολύ νέος κι αποτελεί ορόσημο στην ιστορία του θεάτρου- αν και είχε ατέλειες που παραδέχτηκε αργότερα και ο ίδιος. Μετουσιώνοντας τον ενθουσιασμό των είκοσι χρόνων του, ο Σίλλερ κατόρθωσε να δώσει στον κόσμο της εποχής του τα πρώτα μηνύματα του νέου κινήματος. Ο ρομαντισμός κήρυξε την αγάπη για τη δικαιοσύνη και την ελευθερία, για την τιμωρία των ενόχων, για τη ζωή, την ελπίδα, για το αύριο του ανθρώπου.
Με το έργο του «Οι Ληστές» προβάλλει ακριβώς αυτά τα ιδανικά. Ιδανικά πάλης του ανθρώπου ενάντια στην άδικη κοινωνία. Όταν το έγραφε φοιτούσε στην στρατιωτική ακαδημία όπου σπούδαζε νομικά, που διόλου δεν τον ενδιέφεραν. Οι σπουδές του καθυστέρησαν την συγγραφή του έργου που ολοκληρώθηκε το 1780-81. Ο Σίλλερ ακολούθησε με πάθος το κίνημα της «Θύελλας και Ορμής» που ξεπρόβαλλε αμέσως μετά τον τόσο επιδραστικό Διαφωτισμό. Ήταν μια εποχή όπου καταπιεσμένοι νέοι καλών οικογενειών ασφυκτιούσαν από την απολυταρχική εξουσία του Δούκα της Βυρτεμβέργης Καρόλου Ευγένιου. Αργότερα ο Σίλλερ, όπως και ο Γκαίτε, θα γίνουν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Ρομαντισμού.
Έχει σημασία όμως για την παράσταση που είδαμε στο ΚΘΒΕ, τους «Ληστές», να σταθούμε σε αυτή την «πρώιμη» περίοδο του μεγάλου ποιητή της Γερμανικής λογοτεχνίας.
Εμπνεύστηκε, σύμφωνα με τις πηγές, την ιστορία των Ληστών από το έργο «Σχετικά με την Ιστορία της Ανθρώπινης Καρδιάς» που έγραψε το 1775 ο Κρίστιαν Σούμπαρτ. Είχε στο μυαλό του ένα υπαρκτό πρόσωπο, τον διαβόητο ληστή Νικόλ Λιστ. Δημιούργησε έναν Ρομπέν των δασών της εποχής με βαθύ ιδεολογικό υπόβαθρο, έναν επαναστάτη αστικής καταγωγής, που ήθελε να υπερασπιστεί τους φτωχούς και αδύναμους ενάντια στην ταξική και κοινωνική αδικία της εποχής του. Στο έργο υπάρχει ένας βαθύς ιδεαλισμός που συγκινεί μέχρι σήμερα.
Όχημα του Σίλλερ η οικογένεια Μόορ, στην οποία δυο αδέρφια εκ διαμέτρου αντίθετα σαν χαρακτήρες ξετυλίγουν ένα έργο που θυμίζει άλλοτε την βιβλική σχέση του Κάιν με τον Άβελ και άλλοτε την ιστορία του μύθου με τον άσωτο υιό. Ανάμεσά τους ένας ετοιμοθάνατος πατέρας, και η Αμάλια το αντικείμενο του πόθου τους. Στην παράσταση του Ακύλλα Καραζήση παρακολουθούμε την παράλληλη πορεία τους με το εύρημα της χωρισμένης σκηνής στη μέση όπου από τη μια βρίσκεται ο φουτουριστικός πύργος των Μόορ- όπως τον απέδωσε σκηνικά η Μαρία Πανουργιά, και από την άλλη ένα ελατοδάσος.
Από την πρώτη εμφάνισή του ο «καλός γιος» Φραντς- που ερμηνεύει με πειστικότητα και ρυθμό ο Γιάννης Τσεμπερλίδης- δίνει την παλέτα των καταστάσεων που θα διατρέξουν όλο το έργο. Αδερφική ζήλια, συκοφαντίες, ο σφετεριστής της διαδοχής του τίτλου, η κοινωνική αδικία, η εξουσιολαγνεία, η ελευθερία ως αγαθό, είναι κάποια από αυτά.
Ο επαναστάτης Καρλ, ο εδώ και χρόνια άσωτος πρωτότοκος υιός-που ερμηνεύει με ηπιότητα και στέρεη θεατρική σιγουριά ο Γιώργος Κολοβός-αναλαμβάνει την ηγεσία μιας συμμορίας που ζει βαθιά στο δάσος και υπερασπίζεται το δικαίωμα της ελευθερίας απέναντι σε άδικους νόμους και καταπιεστικούς ηγέτες. Μαζί του μια εξαιρετική ομάδα ηθοποιών-Ληστών που επιτρέπει με τα καμώματά της να ανασάνει κωμικά η παράσταση. Εξαιρετικοί οι Μόριτς (Χρίστος Νταρακτσής) και ο Σπήγκελμπεργκ (Φωτεινή Τιμοθέου). Αλλά και οι Χαρά Γιώτα, Κώστας Καπελλίδης, Φαμπρίτσιο Μούτσο, Γιάννης Σύριος.
Ο Φραντς που θέλει να γίνει «βασιλιάς», οδηγεί με συκοφαντίες τον πατέρα του -εξαιρετική, ίσως η κορυφαία όλων, η Έφη Σταμούλη στον ρόλο-στην απόφαση να τον κάνει διάδοχο και διεκδικεί την Αμάλια, την γυναίκα που αγαπάει πάντα τον αδερφό του. Η Αμάλια-παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της καλής ηθοποιού Ρεββέκας Τσιλιγκαρίδου-με το κάποιες φορές κουραστικό μονότονο τραγούδι φαίνεται να κινείται σκηνοθετικά αμήχανα πάνω στη σκηνή. Όπως και η μικρή Μαργαρίτα που υποδύεται η Λωξάνδρα Λούκας, η πρώτη ηθοποιός με σύνδρομο Ντάουν στην Ελλάδα. Ικανοποιητική ως αφηγήτρια ήταν η Ηλέκτρα Καρτάνου.
Τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη, λοξοκοιτούν προς το Poor Thinks, αλλά αυτό δεν είναι καθόλου άστοχο αφού εξυπηρετούν την δραματουργία. Η μουσική σύνθεση της παράστασης της Λόλας Τότσιου, με τις δύο μουσικούς επί σκηνής Αλίκη Μάρδα (βιολοντσέλο) Κατερίνα Ταντανόζη (τρομπέτα), δεν βοήθησε την παράσταση. Τα σκηνικά της Μαρίας Πανουργιά ήταν λειτουργικά αλλά δεν έδωσαν το βάθος του δραματουργικού τοπίου.
Η σκηνοθεσία του Ακύλλα Καραζήση «στριμώχτηκε» στη σκηνή του Βασιλικού Θεάτρου, αλλά δεν απλώθηκε και ισομερώς στις δυόμιση ώρες διάρκειας της παράστασης. Ο καλός ηθοποιός και σκηνοθέτης δεν «κατέκτησε» το κείμενο αφήνοντας πολλές φορές αναξιοποίητο το υλικό του καθώς δεν βοηθήθηκε ιδιαίτερα και από τον φωτισμό της σκηνής. Οι «Ληστές» του όμως καταφέρνουν να συγκινήσουν και να μεταδώσουν στο κοινό αυτό που έχει γράψει στο βιβλίο του «Ληστές» ο Έρικ Χόμσμπαουμ που μετέφρασε το 2010 για το Θεμέλιο ο Νίκος Κούρκουλος: «Σε μια κοινωνία όπου οι άνθρωποι ζούνε υποταγμένοι, σαν υπηρέτες μεταλλικών μηχανών ή σαν κινητά εξαρτήματα ενός ανθρώπινου μηχανισμού, ο ληστής ζει και πεθαίνει χωρίς να σκύψει το κεφάλι».
