Το νεοελληνικό έργο φαίνεται πράγματι να επανακάμπτει στη σκηνή μας και μάλιστα με το πρόσωπο που του έδωσε, πιθανόν, την πλέον αναγνωρίσιμη μορφή στα μεταπολεμικά χρόνια: τον Ρεαλισμό. Το δεύτερο έργο του ποιητή Ανδρέα Κεντζού που βλέπει τα φώτα της σκηνής ανήκει στο είδος ενός τέτοιου, αν και πειραγμένου, «ρεαλισμού», μια μείξη κοινωνικού ρεαλισμού με στοιχεία παραλόγου. Στρέφεται και πάλι στην ανατομία της σύγχρονης ελληνικής οικογένειας, ανοίγεται όμως αυτή τη φορά σε μια γενικότερη κριτική της κοινωνικής κατάστασης, σατιρίζοντας υπογείως από τη μια τη γενική ιδεολογική ανελαστικότητα απέναντι στα σύγχρονα ήθη και από την άλλη την έλλειψη ενός ιδεαλισμού που θα στεριωθεί στην αγωνιστική πράξη κι όχι μόνο στη μνήμη περασμένων αγώνων.
Το έργο ξεκινά από μια τολμηρή αναθεώρηση της γνωστής ιστορίας που αφορά την αποκαθήλωση της ναζιστικής σημαίας από την Ακρόπολη στο τέλος της άνοιξης του 1941 από τους Μανώλη Γλέζο και Λάκης Σάντα. Ο συγγραφέας, όμως, προσθέτει στο δίδυμο ακόμα έναν συντελεστή της αντιστασιακής ενέργειας, έναν τρίτο αφανή ήρωα που βρέθηκε επίσης κάτω από τον ιστό στην κρίσιμη ώρα. Μόνο που σε αυτόν έλαχε ένας σπάνιος κλήρος: να μαζέψει και να διασώσει την ιστορική σημαία των Αθηνών. Για τον ίδιο, λοιπόν, στα χρόνια που θα έρθουν στα βουνά της Αντίστασης, στις εξορίες και στους διωγμούς, μετά την έξοδο κάποια στιγμή κι από το δικό του κόμμα, η σημαία αυτή θα αποτελέσει ένα είδος προσωπικού κειμηλίου, μια υπαρκτή αλλά και μη εξαγοράσιμη στιγμή, που δεν ανήκει σε κανέναν, σε κάποιο κόμμα, σε κάποια ιστορική θέση ή –κυρίως– στο «έθνος».
Γιατί η ζωή του ήρωά μας ακολούθησε έναν δρόμο αντιηρωικό. Η κόρη του παντρεύτηκε έναν νέο αξιωματικό της Αστυνομίας, φέρελπι και φιλόδοξο, που εξελίχτηκε ωστόσο σε ακόρεστο χαρτοπαίκτη. Η ίδια κράτησε για τον εαυτό της από τα διδάγματά του πατέρα της μια μάλλον ασαφή ιδεολογική στάση, ξεσπώντας την καταπίεσή της στο ποτό. Με τη σειρά τους οι δύο έκαναν μια κόρη, στην οποία πια το νάμα της αντίστασης μοιάζει να έχει εξατμιστεί εντελώς. Αυτή αποτελεί μια τυπική εκπρόσωπο του κορπορατικού μοντέλου, εργασιομανή και αμείλικτη με τους υπαλλήλους, που διευθύνει από τη θέση της επικεφαλής κάποια ναυτιλιακή πολυεθνική εταιρεία.
Οπως γίνεται κατανοητό, η «Σημαία των Αθηνών» βρίσκεται θαμμένη σήμερα κάτω από πολλά στρώματα… Αλλά δεν είναι μόνο αυτή θαμμένη. Παρόμοια είναι και η ουσία της πράξης που την κατέβασε από τον ναζιστικό ιστό. Ομοια ξεχασμένη είναι η έννοια της ελευθερίας και του ατομικού προσδιορισμού που κάποτε αποτέλεσαν τον φάρο της αντίστασης. Ακόμα κι ο ίδιος ο παππούς σήμερα βρίσκεται σε μια κατάσταση νεκροζώντανου, καθηλωμένος όπως είναι σε μια αναπηρική καρέκλα, αποκομμένος από τη γύρω πραγματικότητα λόγω του εγκεφαλικού, «λείψανο» κι αυτός σαν τη σημαία που κάποτε κατέβασε…
Αυτό που θα ανατρέψει την κατάσταση της νοσηρής ισορροπίας στην οποία έχει περιπέσει η οικογένεια θα είναι η αποκάλυψη ότι η κόρη έχει μια κρυφή και απόλυτη δική της ζωή, μια ζωή που για να κατακτηθεί όμως χρειάζεται νέος αγώνας για ελευθερία, το ίδιο θάρρος ή και θράσος, την παλιά πεποίθηση στον εαυτό και στις ιδέες. Απέναντι στον φασισμό της ισοπέδωσης, μια σημαία θα θυμίζει πως οι αγώνες αλλάζουν πεδίο αλλά όχι κατεύθυνση. Στην αρχή και στο τέλος τους βρίσκεται πάντα ο άνθρωπος.
Δεν θέλω να προχωρήσω άλλο στην υπόθεση γιατί η «Σημαία των Αθηνών», μια «μαύρη κωμωδία» όπως αναγράφεται, διαθέτει στοιχεία ανατροπής που είναι κρίμα να χαθούν από μια άκομψη ανάλυση. Αρκεί μόνο να σημειώσω πως η υπόθεση του έργου καταλήγει και πάλι σε κρίση, αυτή τη φορά όμως ευεργετική και ιαματική. Η σημαία θα προχωρήσει την πορεία της, θα βγει από το συρτάρι του χρόνου και θα φτάσει σε νέα χέρια. Ομως θα είναι αυτά χέρια καθαρά, χωρίς ενοχές, ικανά να δώσουν στον παλιό αγώνα νέο νόημα;
Θα την πω εδώ την αμαρτία μου. Χαίρομαι πολύ όταν βλέπω τη σκηνοθεσία ενός έργου να ξεκινά από τη σκηνογραφία. Είναι ο χώρος που εμπνέει τον σκηνοθέτη Δημήτρη Μυλωνά και επιμελείται ο Γιώργος Λιντζέρης. Ο Μυλωνάς βέβαια ανάγνωσε το έργο με λοξό βλέμμα, θέλοντας να σπάσει το ρεαλιστικό πλαίσιο με πυκνώσεις του σατιρικού ύφους. Παραδίδει γι’ αυτό μια τυπική οικογένεια που πατάει όμως σε σαθρό έδαφος. Κι από κάτω της βουίζει το ανεκπλήρωτο μιας παλιάς ευχής, αδικημένης ή ξεχασμένης σήμερα από τους κληρονόμους της… Η παράσταση διαθέτει άριστο ρυθμό, αναγκαίες ανάσες και όπως είναι τυπικό για τον σκηνοθέτη χωρίς να λείπουν οι πτυχώσεις χιούμορ. Μια τηλεόραση στη γωνία, ας πούμε, συμπληρώνει τακτικά σαν άφωνος σχολιαστής τα δρώμενα, προσδίδοντας μάλιστα σε αυτά την πολύ ζωογόνα υπονόμευση. Από τους υπόλοιπους συντελεστές διατηρώ στη μνήμη την επιμέλεια της κίνησης από την Ειρήνη Κυρμιζάκη. Ενας από τους συνήθως αφανείς βοηθούς της παραγωγής είναι σε θέση να ανεβάσει, όπως συμβαίνει εδώ, το επίπεδο κατακόρυφα.
Περνάμε έτσι στους ηθοποιούς. Ο Νίκος Παντελίδης οφείλει να τοποθετήσει τον πατέρα της οικογένειας ανάμεσα σε δύο πόλους: από τη μια ο «αστυνόμος» και από την άλλη ο «χαρτοπαίκτης», κάποτε σθεναρός και κάποτε αδύναμος, ανοιχτός και κλειστός στο νέο. Ο ηθοποιός αποδεικνύεται επαρκής, τουλάχιστον στο μέρος που συνορεύει με τη σατιρική αποδόμηση. Από την άλλη, δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε τον ίδιο σαν «αστυνόμο», ακόμα περισσότερο σαν «πατριάρχη» της οικογένειας. Η Μαρία Μαυροματάκη έχει κι αυτή να αντιμετωπίσει ένα μερικώς επεξεργασμένο από τον συγγραφέα ρόλο της μητέρας, για την οποία δηλώνεται πως έχει θέμα με το ποτό αλλά δύσκολα αυτό ανιχνεύεται στη συμπεριφορά της. Ωστόσο, στην ερμηνεία της διαβλέπουμε ίχνη από μια προσωπικότητα καταπιεσμένη από τον πατέρα, την τύρβη της καθημερινότητας και τα ανομολόγητα σύνδρομα απέναντι στον παλιό αγώνα για αυτοδιάθεση.
Ο κεντρικός δραματουργικά ρόλος είναι βέβαια του ήρωα-παππού, τον οποίο ερμηνεύει ο Γιάννης Κοταρίνης. Ο ηθοποιός, ασφαλώς νεαρότερος απ’ ό,τι η αριθμητική των χρόνων του επιβάλλει, κουβαλά το βάρος του ανθρώπου μιας άλλης εποχής, άλλου ήθους και άλλης «ιστορίας». Αποδίδει με θέρμη τις ιδέες του παλιού αγωνιστή, χωρίς να λείπει από την ερμηνεία του η αδρή γραμμή της σάτιρας.
Το βάρος όμως πρέπει να πέσει στις δύο νέες ηθοποιούς, στη Μαίρη Τσαβαλιά, που παίζει τη σκληρή εξωτερικά αλλά και εύθραυστη εσωτερικά κόρη της οικογένειας, και την Ορσαλία Πιπίδη, στον ρόλο της ανήσυχης φίλης της. Οι δυο τους συνθέτουν ένα πολύ ωραίο δίδυμο στη σκηνή. Στηρίζουν τις ερμηνείες τους σε ένα αυθεντικά νεανικό ύφος που δομείται με δήθεν κυνισμό, κουρασμένη αποστασιοποίηση και στιλιζαρισμένο μηδενισμό. Μέχρι να φανεί στο τέλος όλη η κρυμμένη ευαισθησία και η δύναμη που κρύβει η νέα αυτή γενιά. Εχουν επωμιστεί μάλιστα και μια τολμηρή μεταξύ τους σκηνή, από τις τολμηρότερες μάλιστα του είδους που έχουν ανεβεί στο θέατρό μας, γεγονός που καθιστά τη συμβολή τους ακόμα πιο εκτιμητέα.
Δεν το κρύβω πως το έργο αφορά κυρίως τον κόσμο της Αριστεράς – η Σημαία είναι άλλωστε το σύμβολο που δόμησε τον δικό της μύθο. Δεν αρνιέμαι ακόμη πως το έργο του Κεντζού με όλες τις αγαθές προθέσεις και τις κατά μέρος καλές του στιγμές έχει σημεία που θα μπορούσαν να βελτιωθούν. Ομως στο σύνολο είναι μια παράσταση που συγκινεί, μιλώντας με ειλικρίνεια και προσεγγίζοντας την Ιστορία με κριτική σκέψη. Σε μια χρονιά που το ελληνικό έργο δείχνει να επανέρχεται, η «Σημαία των Αθηνών» αποτελεί ένα από τα σημεία αναφοράς του.
