Είναι από τους ανθρώπους που δε διστάζουν να αυτοσαρκάζονται. Και που έχουν έντονη την αίσθηση του χιούμορ, σαν η ζωή τους όλη να κρέμεται από αυτό. Επιπλέον είναι απίστευτα ταλαντούχος. Σεμνός και τρομερά ευαίσθητος. Η πρώτη γνωριμία με τον Σωτήρη Σκάντζικα ήταν σαν να ξανασυναντούσα πρόσωπο αγαπημένο. Και όσο περνούσε ο καιρός επιβεβαίωνα την πρώτη μου εντύπωση.
Σήμερα, με αφορμή την παράσταση «Κάποιος να με προσέχει», σε σκηνοθεσία της επίσης φίλης και χαρισματικής δημιουργού Αθανασίας Καραγιαννοπούλου, μιλάμε για τη δυναμική του επιστροφή στο σανίδι, τα… απωθημένα του, τη σχέση του με το Σύμπαν και την πίστη του στους ανθρώπους, τα σχέδια για το μέλλον. Και επειδή… Σωτήρης είναι αυτός, η συνέντευξη δε θα μπορούσε να είναι συμβατική: σε ορισμένες ερωτήσεις, λειτουργεί με τη λογική quid pro quo (σ.σ: θα απαντήσω, αν μου απαντήσεις και εσύ) και δημιουργείται ένα «πινγκ πονγκ» ερωταπαντήσεων.
Κυρίες και κύριοι, ο ακαταμάχητος Σωτήρης Σκάντζικας! Ο Άγγλος κρατούμενος με το φλεγματικό χιούμορ.
● «Κάποιος να με προσέχει». Μια εξαιρετική παράσταση, ένας υπέροχος ρόλος. Κάνεις τον Μάικλ Γουότερς -τον Άγγλο- που παρότι στην αρχή μοιάζει ο πιο τρομοκρατημένος και “χαμένος” από τους τρεις σας, ωστόσο, όπως πολύ εύστοχα σχολίασε κάποια στιγμή η Αθανασία Καραγιαννοπούλου, “αποδείχτηκε ο δυνατότερος των δυνατών”. Το Σύμπαν πρέπει να σε συμπαθεί πολύ για να σου “χαρίσει” έναν τέτοιο χαρακτήρα.
Λοιπόν μπορεί να φανεί παράξενο, αλλά δεν πιστεύω σε κανένα Σύμπαν, δεν πιστεύω σε… «κλέφτες» συγγραφείς που «πέταξαν» ένα τσιτάτο για το Σύμπαν και άρχισε να αναπαράγεται μανιωδώς, όπως το «εγώ θέλω να κοιμάμαι ήσυχος τα βράδια..» . Όσο με αφορά, εγώ είμαι το Σύμπαν. Εγώ κυνηγώ τις επιθυμίες μου και κάποιες φορές, ύστερα από πολύ κόπο και δουλειά, στέκομαι και τυχερός και πετυχαίνω να τις πραγματοποιήσω. Πλέον, πολύ περισσότερο από παλαιότερα, αισθάνομαι δυνατότερος και πιο ικανός να κυνηγήσω πράγματα και καταστάσεις. Δεν πιστεύω στην τύχη. Πιστεύω όμως στην εξυπνάδα. Εξυπνάδα που πρέπει να έχεις, όταν η «τύχη», δηλαδή όταν ενδιαφέρουσες περιπτώσεις εμφανίζονται. Αν είσαι στο σωστό σημείο, τη σωστή στιγμή, αυτό είναι τύχη. Αλλά θα πρέπει σίγουρα να έχεις και οξυδέρκεια για να την αντιληφθείς! Αλλιώς η «τύχη» πάει στον επόμενο…. Και κάτι ακόμα. Δεν αγαπώ τη λέξη «συμπάθεια». Τη θεωρώ μικρή. Λίγη. Οι «συμπάθειες» νομίζω πως είναι μετριότητες. Θέλω να πιστεύω σε μεγαλύτερα συναισθήματα, βαθύτερες καταστάσεις. Εσύ για παράδειγμα, τι έχεις κυνηγήσει περισσότερο στη ζωή σου; Κάποιον άντρα; Οικογενειακή θαλπωρή; Δουλειές; Ηρεμία; Υγεία;
Όταν η ερώτηση έρχεται αφοπλιστικά δεν έχεις παρά να την απαντήσεις: Έχω κυνηγήσει δουλειές. Κυρίως δουλειές. Ωστόσο, πλέον έχω αναθεωρήσει τις προτεραιότητές μου. Σειρά σου τώρα, λέω, και ξαναγυρνώ στη ροή των ερωτήσεων:
● Ο ρόλος έρχεται μετά από ένα μεγάλο διάστημα δικής σου ηθελημένης αποχής. Πόση δύναμη χρειάζεται για να πεις “όχι”, γνωρίζοντας πως αυτό μπορεί πιθανώς να σου στοιχίσει επαγγελματικά;
Για να είμαστε ακριβείς, η αποχή μου δεν ήταν ηθελημένη, ήταν επιβεβλημένη. Υπήρχαν προσωπικοί λόγοι που απείχα. Και σκέψου πως για όσα «όχι» είπα, τόσες – και ίσως περισσότερες – μπορεί και να ήταν οι δουλειές που θα ήθελα και δεν ήρθαν ποτέ. Το όχι δεν είναι τόσο δύσκολο για μένα. Τα «ναι» που περίμενα και δεν ήρθαν ήταν δυσκολότερα. Δεν πιστεύω πως τα «όχι» στοιχίζουν επαγγελματικά σε κάποιον. Η ζωή δεν είναι μόνο επάγγελμα. Υπάρχουν ένα σωρό πράγματα που έχουν προτεραιότητα και μπαίνουν πριν την δουλειά.
Προσωπικά λέω εύκολα «όχι». Το ψάχνω πάρα πολύ προτού απαντήσω σε επαγγελματική πρόταση. Τα «όχι» μου, να ξέρεις, είναι ειπωμένα με πολύ πόνο. Και κάποιες φορές χρειάστηκε συνειδητά να επιλέξω να έχω άλλη δουλειά, άσχετη με το θέατρο, προκειμένου να επιβιώσω. Δε θα μπορούσα να πω «ναι» σε προτάσεις που δεν με εξέφραζαν. Όταν κάνω θέατρο, όταν κάνω κάποιον ρόλο, θέλω να είναι καλός. Όπως εγώ θεωρώ πως είναι το καλό.
● Ο Γουότερς – ο χαρακτήρας που υποδύεσαι – είναι καθηγητής κλασικής φιλολογίας. Με λεπτούς τρόπους, γνωρίζει να μιλά σωστά, έχει βαθιές γνώσεις. Κι όμως είναι ένας άνθρωπος που -φαίνεται πως- έχει υποστεί αρκετό “bullying” και προτού μπει στο κελί. Γιατί πιστεύεις πως όσοι μοιάζουν “αδύναμοι” τείνουν να στοχοποιούνται;
Γιατί είναι πιο εύκολο για τους «δυνατούς» να τα βάλουν με αυτούς που μοιάζουν «αδύναμοι». Είναι θέμα «νίκης» και «ήττας». Υπάρχει μια κατηγορία ανθρώπων που θέλει διαρκώς να κερδίζει. Και εκείνοι που δε θέλουν – ή δεν ξέρουν – να χάνουν. Εγώ πάλι, θεωρώ πως ξέρω να χάνω πολύ καλά, χάνω με τεράστια επιτυχία. Όταν «κερδίζω» δε χαίρομαι ιδιαίτερα. Σαν να το περιμένω, δε με απασχολεί και πολύ. Όταν «χάνω» όμως, πιστεύω πως έχω να μάθω κάτι. Κάθομαι και σκέφτομαι: γιατί έχασα τώρα; Αφού μπορούσα να κερδίσω. Τι έλειπε; Τι έκανα λάθος; Για μένα αυτό είναι win win situation. Η «νίκη» σε κάνει ευτυχισμένο. Η «ήττα» σε κάνει σοφό. Όπως και να πάει, είσαι κερδισμένος. Για να σου απαντήσω όμως, θεωρώ πως η πλειονότητα όντως τείνει να «επιτίθεται» σε εκείνους που μοιάζουν αδύναμοι. Ίσως αυτό τους κάνει να νιώθουν πιο δυνατοί. Εκείνο που δεν ξέρουν ωστόσο είναι πως οι «αδύναμοι» στις περισσότερες περιπτώσεις είναι «δυνατότεροι των δυνατών», ακριβώς όπως ανέφερε η Αθανασία. Επειδή έμαθαν να διαχειρίζονται το bullying. Και πια δεν τους αγγίζει. Δεν τους κάνει εντύπωση. Όπως συμβαίνει με τον Μάικλ. Εσύ θεωρείς τον εαυτό σου αδύναμο ή δυνατό;
Όταν οι καταστάσεις αφορούν εμένα, συνήθως είμαι αδύναμη. Όταν αφορούν εκείνους που αγαπώ είμαι εντυπωσιακά, τρομακτικά δυνατή. Απαντώ ειλικρινά, όπως θα απαντούσα σε έναν φίλο που συνομιλούμε, πίνοντας ένα ποτήρι κρασί και έχω αρχίσει να αγαπώ τη διαδικασία του «πινγκ πονγκ» των ερωταπαντήσεων. Ωστόσο στρέφω ξανά τις ερωτήσεις στον Σωτήρη:
● Στην αρχή της παράστασης, ο Αντίνοος Αλμπάνης αναφέρει τρία αντικείμενα που θα ήθελε να έχει μαζί του αν ναυαγούσε σε ένα έρημο νησί. Εσύ τί θα διάλεγες να πάρεις μαζί σου; Ποιά θα ήταν η “πολυτέλεια” σου;
Αν σου πω πως είναι η δυσκολότερη ερώτηση που μου κάνουν απ’ όταν ήμουν μικρός; Ποτέ δεν ήξερα τι να απαντήσω σε αυτό. Λοιπόν θα σου πω: τίποτα. όσο προχωρώ στη ζωή μου, όσο μεγαλώνω, «πετάω» πράγματα από πάνω μου, δε μαζεύω. Έτσι, τα τρία αντικείμενα που μου λες ότι μπορώ να πάρω μαζί μου είναι πολλά. Ξέρεις τι θα έκανα; Θα εκμεταλλευόμουν ότι υπάρχει στο νησί. Θα ζούσα με αυτά που θα είχα εκεί. Στη χειρότερη… δε θα ζούσα!
● Ο Frank McGuinness στηλιτεύει σαφώς τον ρόλο της θρησκείας, ως υπεύθυνη για αρκετά από τα μεγαλύτερα δεινά που έχει υποστεί ο άνθρωπος. Εσύ πιστεύεις σε κάποια “ανώτερη δύναμη”;
Πιστεύω στον Θεό, στην Παναγία, στον Χριστό. Κάνω συχνά τον σταυρό μου, προσεύχομαι. Αυτή είναι η κληρονομιά μου, αυτό πιστεύω. Έχω αποφασίσει να βρίσκω τυχαίες στιγμές στη ζωή μου, στιγμές όπου είμαι καλά και να κάνω τον σταυρό μου, ακριβώς επειδή είμαι καλά. Αυτό γίνεται όταν δεν πονάω. Όταν πονάω υπόσχομαι ότι τις στιγμές που θα αισθάνομαι καλά, θα ευχαριστώ τον Θεό. Έχω εικόνες στο σπίτι, προσεύχομαι, αλλά δεν πάω στην εκκλησία. Πηγαίνω μόνο όταν ξέρω πως είναι άδεια από κόσμο. Θέλω να πιστεύω. Και ξέρεις, όταν είσαι μόνος, η πίστη μπορεί να λειτουργεί ως αρωγός. Και σαν παρηγοριά…
Λοιπόν, εγώ θέλω να πιστεύω πως υπάρχει ένας παππούς με άσπρα μαλλιά εκεί πάνω, που με κοιτάει, είναι φίλος μου, κάποιες φορές ίσως είναι και ακατανόητος τιμωρός. Επιλέγω να πιστεύω και να προσεύχομαι. Επίσης δε βρίζω τα θεία. Ακόμα και όταν εκνευρίζομαι, δε μου έρχονται «κακές» λέξεις. Αυτό βέβαια δεν με κάνει καλύτερο άνθρωπο. Ούτε πιο ευγενικό. Απλά είναι ο τύπος μου. Είναι αυτό που είμαι.
● Ο Μάικλ λέει κάποια στιγμή: “Ποτέ δεν ένιωσα πως είμαι σε κελί. Πάντα αισθανόμουν ελεύθερος άνθρωπος”. Πιστεύεις πως η ελευθερία είναι συνθήκη που την ορίζουμε εμείς; Η αντίστοιχα τα δεσμά μας; Είναι τελικά όλα μέσα στο μυαλό μας;
Φυσικά και είναι μέσα στο μυαλό μας. Το θέμα είναι να γίνεται πράξη αυτό που έχουμε στο μυαλό μας. Η ελευθερία μπορεί να είναι και φυλακή. Φυσικά ισχύει πως η ελευθερία των άλλων σταματά εκεί που ξεκινά η δική μας ελευθερία και το αντίστροφο. Για μένα ελευθερία είναι να περπατώ ξυπόλυτος πάνω στην άμμο. Να χαίρομαι την απλότητα. Να είμαι απαλλαγμένος από οτιδήποτε περιττό. Ζω όπως όλος ο κόσμος, αλλά ελεύθερος είμαι όταν δεν χρειάζεται να υποδύομαι ρόλους στη ζωή. Και είμαι πιο ελεύθερος στη μοναξιά μου. Δεν μπορείς να είσαι ελεύθερος με άλλους ανθρώπους. Ο Μάικλ από την αρχή – όπως τον κατάλαβα σα ρόλο – ανακαλύπτει στη ζωή του, την ελευθερία του, όντας φυλακισμένος. Στο κελί απελευθερώνεται πραγματικά. Εκεί ανθίζει, εκεί «χρησιμοποιεί» όσα τον έκαναν ευτυχισμένο όταν ήταν ελεύθερος. Έτσι μπορεί και αντιμετωπίζει το bullying που του κάνουν οι άλλοι δυο συγκρατούμενοι. Στο κελί θα χορέψει για πρώτη φορά, θα τραγουδήσει, θα κάνει αληθινούς φίλους δύο εντελώς διαφορετικούς από αυτόν άντρες, Για να γυρίσω στην ερώτηση που έκανες πριν: Οι «αδύναμοι» είναι υποχρεωμένοι να αποκτήσουν δύναμη για να επιβιώσουν. Υποχρεώνονται να γίνονται δυνατοί. Πρέπει να γίνουν δυνατοί. Κάποιες φορές αυτό βέβαια είναι πολύ κουραστικό. Και ίσως, σε ακραίες περιπτώσεις, να οδηγήσει στο άλλο άκρο: να αποστασιοποιηθείς από κάθε συναίσθημα.
● Υπάρχει μια σκηνή – για μένα εξαιρετικά σημαντική, και συγκινητική, πάντα κλαίω σε αυτό το σημείο – που προσπαθείς να πείσεις τον Αντίνοο Αλμπάνη, τον Ιρλανδό συγκρατούμενό σου, να ξεπεράσει το πένθος του και να φάει. Εκείνος κλαίει, σου λέει “είναι νεκρός” και εσύ του απαντάς “εμείς όχι”. Και αρχίζεις να τον ταΐζεις. Δυο λέξεις ικανές να τραβήξουν κάποιον από τον ανείπωτο πόνο, ξανά στη ζωή. Η υπενθύμιση πως συνεχίζουμε να ζούμε. Δεν είναι τόσο οι λέξεις βέβαια. Είναι ο τρόπος που τις λες. Αισθάνομαι πως μόνο κάποιος που έχει βιώσει βαθιά την απώλεια μπορεί να το πετύχει αυτό.
Οποιοσδήποτε έχει περάσει κάποια μεγάλη απώλεια, ή απώλειες, δεν μπορεί να μην αλλάξει. Εγώ έχω περάσει τις δυο μεγαλύτερες της ζωής μου. Όταν έχασα τη μαμά και τον μπαμπά μου, την ιδανική για μένα οικογένεια, ανθρώπους που λάτρευα και με λάτρευαν, αισθάνθηκα πως ο ομφάλιος λώρος κόπηκε. Από την άλλη πλευρά, όταν έχεις αγαπήσει και έχεις αγαπηθεί τόσο πολύ, έχεις οδηγηθεί στο να είσαι πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος, μπορείς και μαζεύεις δυνάμεις, για να συνεχίσεις να ζεις. Και πρέπει να ζήσεις. Θέλεις να ζήσεις. Η ερώτηση που μου κάνεις είναι πολύ δύσκολη. Όταν νιώθεις πως σπάει η αλυσίδα, ότι μένεις ουσιαστικά μόνος και δεν είσαι κανενός… όσο αστείο και να ακούγεται, το «τίνος είσαι εσύ;», κάποια στιγμή σταματά να σε αφορά και τότε… σου λείπει. Δεν είμαι πια ο «γιος». Χάνω αυτόν τον προσδιορισμό. Βέβαια η απώλεια των γονιών μου ποτέ δεν υπήρξε τελειωτική για μένα. Πιστεύω πως υπάρχουν κάπου και πως με προσέχουν. Και φυσικά θέλουν να συνεχίσω να ζω. Να ζω, να είμαι καλά, να είμαι χαρούμενος, να είμαι ευτυχισμένος.
● Μια παράσταση για τον άνθρωπο. Τα καλά του και τα στραβά του. Διατηρείς την πίστη σου στους ανθρώπους; Η πιστεύεις πως ως είδος έχουμε… αποτύχει;
Όχι δεν έχουμε αποτύχει ως είδος. Μια χαρά διατηρώ την πίστη μου στους ανθρώπους. Λιγοστεύουν ωστόσο οι καλοί άνθρωποι, αλλά και πέντε να μείνουν, αυτοί μπορούν να σώσουν την ανθρωπότητα. Τα πάντα ξεκινούν από τη σωστή παιδεία βέβαια. Και κάπου εδώ, διαχωρίζω τους Έλληνες από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Οι Έλληνες, λυπάμαι φριχτά που το λέω, αλλά παρουσιάζουν μια… μετάλλαξη του ανθρώπινου είδους, που – σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες τουλάχιστον – πάνε… βήματα πίσω. Στα ταξίδια μου στην Ευρώπη, βλέπω πως οι λαοί προχωρούν ένα βήμα μπροστά, «περπατούν» καλύτερα. Δέχονται ο ένας τον άλλον, διευρύνουν τα όριά τους. Δεν βλέπεις αλλού τόσες εκφάνσεις ρατσισμού – θεωρώ πως έχουμε γίνει μια απόλυτα ρατσιστική χώρα. Είμαστε απέναντι σε «διαφορετικότητες» σε «κοινότητες» και ζούμε τον απόλυτο Μεσαίωνα. Υπάρχουν φυσικά εξαιρέσεις, αλλά θεωρώ πως η χώρα δε βρίσκεται καν στη δεκαετία του ’50. Υπάρχουν αρκετοί Έλληνες που λιθοβολούν συνανθρώπους τους με ευκολία, ως αναμάρτητοι, και με χαρά θα κυνηγούσαν «μάγισσες» για να τις κάψουν στην πυρά. Λυπηρό, αλλά ισχύει.
● Η Αθανασία Καραγιαννοπούλου, σκηνοθέτης της παράστασης, σε χαρακτήρισε “απωθημένο” της. Ποια είναι τα δικά σου – καλλιτεχνικά – απωθημένα;
Ποτέ δεν είχα τέτοιου είδους απωθημένα. Αυτά που ήθελα τα έκανα, τον δρόμο που ήθελα να ακολουθήσω τον ακολουθούσα. Θαυμάζω συναδέλφους όταν παίζουν εξαιρετικά ρόλους, αλλά δεν έχω ρόλους ως απωθημένα. Κινούμαι στα έργα που ήθελα να παίξω. Το καλό θέατρο, αυτό ναι, αυτό είναι το απωθημένο μου. Αλλά για τον καθένα, «καλό θέατρο» σημαίνει και κάτι διαφορετικό. Για μένα είναι οι συνειδητές επιλογές μου, οι ρόλοι που έπαιξα, που θα επιλέξω να παίξω.
● Στις 3 Γενάρη είναι η τελευταία παράσταση στην Αθήνα, στο θέατρο Βεάκη. Και μετά οι παραστάσεις θα συνεχιστούν σε Πάτρα και Θεσσαλονίκη. Η παράσταση έχει αγαπηθεί εντυπωσιακά από το κοινό. Έχεις άγχος για όλο αυτό;
Απολύτως κανένα άγχος. Και δεν είχα άγχος από την πρώτη στιγμή. Όταν πρωτοδιάβασα τον ρόλο, ναι, κατακλύστηκα από άγχος. Τόσοι μονόλογοι μαζεμένοι, σαν να είχα να διαχειριστώ όλους τους ρόλους που είχα παίξει μέχρι σήμερα μαζί. Και μετά μίλησα με την Αθανασία. Μου είπε λοιπόν «θα βγεις στην πρεμιέρα και δε θα έχεις κανένα άγχος». Και έτσι ακριβώς και έγινε. Δεν ήταν κάτι «μαγικό» φυσικά αυτό που συνέβη, ήταν απλά η σωστή καθοδήγηση. Της το είπα μετά, της το «έδωσα», ήταν όλα υπολογισμένα στην εντέλεια, όλα όπως θα έπρεπε να λειτουργούν και αυτό είναι η Αθανασία Καραγιαννοπούλου, αυτή είναι η δουλειά της. Από εκεί και πέρα, προστίθενται συνεχώς καινούργια πράγματα: ανοίγει περισσότερο η ψυχή, βγαίνουν πιο εύκολα συναισθήματα, το «μοίρασμα» με το κοινό γίνεται πιο έντονα, πιο καθηλωτικά. Είναι ευθύνη του σκηνοθέτη αυτό ξέρεις. Αυτό σηματοδοτεί και τον καλό σκηνοθέτη: Να βγαίνει ο ηθοποιός στη σκηνή και να είναι σίγουρος. Να μην έχει άγχος. Και η Καραγιαννοπούλου είναι μια σπουδαία σκηνοθέτις!
● Και μια τελευταία ερώτηση: Πιστεύεις πως υπάρχει κάποιος που προσέχει τον καθένα μας; Εσένα, ποιος σε προσέχει;
Δεν ξέρω για τους άλλους, ξέρω ότι εγώ έχω επιλέξει να πιστεύω ότι με προσέχουν οι γονείς μου! Όπως με πρόσεχαν και όταν ήταν εν ζωή. Παρότι φυσικά απόντες, έχω επιλέξει να είναι δίπλα μου συνέχεια, ως πραγματικές παρουσίες. Και όταν παίζω, παίζω και για αυτούς. Το παράδοξο είναι πως δεν ήθελαν να ασχοληθώ με το θέατρο γιατί θα είχα, θεωρούσαν, πολλές απογοητεύσεις. Τώρα, με έναν παράξενο τρόπο, νιώθω πως έχουν «μετανιώσει» και με καμαρώνουν. Νιώθω πως χαίρονται επειδή χαίρομαι. Είναι μυστήριο συναίσθημα, αλλά απολύτως απτό. Και είναι όμορφο που τους νιώθω μαζί μου με αυτόν τον τρόπο.
