Δεν τον ξέρει απλά. Τον έζησε και μάλιστα πολύ έντονα. Και τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία και τη διάλυσή της και τον βομβαρδισμό του Βελιγραδίου από το ΝΑΤΟ έζησε. «Γιατί αρχικά έπαιξα στην ταινία του Αγγελόπουλου “Το βλέμμα του Οδυσσέα” και το ταξίδι στα Βαλκάνια ήταν εκείνο ακριβώς το διάστημα», όπως μας λέει η Μάνια Παπαδημητρίου. «Δεν ξέρω τι φέρνει τους ανθρώπους στο σημείο να γίνουν εχθροί από τη μια μέρα στην άλλη. Κανείς ώς εκείνη τη στιγμή δεν πίστευε ότι μπορεί να γίνει πόλεμος στην καρδιά της Ευρώπης. Τώρα όλοι ξέρουν πως όλα είναι πιθανά. Το πιο απίθανο είναι πιθανό! Αυτό είναι η μεγαλύτερη πληγή που έφερε αυτός ο πόλεμος και η συνέχειά του, αλλά και η ανοιχτή πληγή που έμεινε και για εκείνους και για εμάς».
Η ίδια πρωταγωνιστεί στο θεατρικό «Η λέξη πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα» στο θέατρο «Μπέλλος», σε σκηνοθεσία Αικατερίνης Παπαγεωργίου, μαζί με τον Δημήτρη Πετρόπουλο και μέλη της ομάδας «The Young Quill». Ο Ματέι Βίζνιεκ, που έχει γράψει το έργο, έχει γεννηθεί στο μεταπολεμικό Ρανταούτσι της Βόρειας Ρουμανίας και από νωρίς άρχισαν να τον απωθούν τα καθεστωτικά ήθη και η τυφλή υπακοή στον ανελεύθερο κομμουνισμό του Τσαουσέσκου. Μάλιστα στα τριάντα του, αυτοεξορίστηκε στο Παρίσι θεωρώντας πως δεν θα φύγει ποτέ ο Νικολάε από την εξουσία.
Το συγκεκριμένο έργο εμπνέεται από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, θέλοντας ν’ αφήσει χώρο στο πένθος να υπάρξει μέσα στην ίδια του την ύπαρξη, η οποία μπορεί να καταπατηθεί κάθε στιγμή, αν «ο ισχυρός» το θελήσει. Η ηρωίδα του (Μάνια Παπαδημητρίου) έχει χάσει τον γιο της στον πόλεμο, ανήκει στους «ηττημένους», ζει στο απομεινάρι που κάποτε ήταν σπίτι της, μαζί με τον άντρα της (Δημήτρης Πετρόπουλος) και ψάχνει απεγνωσμένα να βρει πού είναι θαμμένο το παιδί της, ώστε να μπορεί να το θάψει η ίδια. Η κόρη της έχει γίνει πόρνη για να μπορέσει να ζήσει και γύρω της αναπτύσσεται ένα αδυσώπητο καπιταλιστικό παιχνίδι εμπορευματοποίησης του θανάτου.
Η Αικατερίνη Παπαγεωργίου έχει ευφυέστατα δώσει οδηγίες ώστε οι Αλέξανδρος Βάρθης και Ελίζα Σκολίδη να υπερβάλλουν στις ερμηνείες τους (κάτι που κάνει πραγματικά γκροτέσκο το ήδη σκοτεινό νόημα του έργου) και την ίδια στιγμή οι μεγαλύτεροι σε εμπειρία ηθοποιοί, Μάνια Παπαδημητρίου και Δημήτρης Πετρόπουλος, παίζουν, αξιοποιώντας μοναδικά και με έναν τρόπο που είχαμε χρόνια να δούμε σε σύγχρονο έργο, τα σώματα, τα βλέμματα και τις σιωπές τους: «Η Αικατερίνη επέμενε πολύ στο ζήτημα του πώς επικοινωνούν οι γονείς με το νεκρό παιδί, που όμως σκηνικά είναι ο Τάσος Λέκκας και είναι δίπλα μας και μας μιλάει. Ψάξαμε πολύ να βρούμε τον τρόπο να φαίνεται ότι μας επηρεάζει η παρουσία του, αλλά δεν τον κοιτάμε ποτέ, παρά μόνο στο τέλος. Μόνο εκείνος μας βλέπει. Ετσι προέκυψε αυτή η σκηνική γλώσσα που έχει να κάνει με τη σωματικότητα και την καθυστέρηση του ρυθμού αντίδρασης από τους γονείς σε σχέση με το παιδί και τις δράσεις του», εξηγεί η Μάνια.
«Η μάνα στο έργο του Βίζνιεκ είναι φυσικά θύμα, αφού αναγκάστηκε να ξεριζωθεί από τον τόπο της και μάλιστα αφήνοντας εκεί τον γιο της να πολεμάει ενάντια σε άλλα παιδιά, που όλα διακατέχονταν από την πνοή ενός νέου εθνικισμού εντελώς κόντρα στις αρχές που είχαν δημιουργήσει την ενωμένη Γιουγκοσλαβία. Είναι όλοι θύματα μιας κατάστασης η οποία εμφανίστηκε ως πρόοδος και νέες ιδέες, για να καταλήξει να γίνει αιτία διάλυσης της χώρας. Οι πληγές του πολέμου παραμένουν ανοιχτές και θα παραμένουν όσο αυτό θα ευνοεί τους ισχυρούς. Αυτό ακριβώς ισχύει σε όλους τους εμφυλίους, για όλους τους εισβολείς και σε όλους τους διχασμούς», μας λέει κατά τραγική σύμπτωση τη μέρα έναρξης των Δεκεμβριανών του ‘44, που οδήγησαν στον ελληνικό Εμφύλιο (σ.σ. 3/12/1944). Η ίδια φέρει οικογενειακές μνήμες από εκείνη την περίοδο: «Ξέρω από την ίδια μου τη γιαγιά που έχασε παιδί στον Εμφύλιο το 1948 ως αγνοούμενο, πως αν δεν βρεις το σώμα του παιδιού σου, αν δεν το θάψεις, αν δεν το κλάψεις, πάντα θα το περιμένεις. Το πένθος δεν μπορεί να ησυχάσει αν δεν βιωθεί. Ετσι κι αλλιώς δεν χωράει στο μυαλό μιας μάνας ο θάνατος του παιδιού της, πώς λοιπόν να χωρέσει την παντελή απουσία κάθε στοιχείου που αυτό το πιστοποιεί;», συνεχίζει, με το μυαλό μας να πηγαίνει κατευθείαν στο εγκληματικό δυστύχημα στα Τέμπη και το ναυάγιο στην Πύλο.
Τι είναι αυτό, λοιπόν, που μας κάνει τόσο ευάλωτους στην εξουσία; Γιατί επιλέξαμε την ίδια κυβέρνηση που δεν επιτρέπει καν το δημόσιο πένθος;
«Αν είμαστε τόσο ευάλωτοι στην εξουσία, φυσικά δεν υπάρχει καμία πιθανότητα αλλαγής. Αλλά ευτυχώς δεν είμαστε όλοι. Κάποιοι δεν είναι και το έχουν αποδείξει. Η Αριστερά είναι κι αυτή μια λέξη που δεν απηχεί την πραγματικότητα μόνο επειδή χρησιμοποιείται. Είναι πικρό να μην μπορεί να υπάρξει ενότητα, αλλά η ενότητα δεν γίνεται άνευ όρων. Η ενότητα της Αριστεράς είναι αναγκαία, αλλά πρέπει κατ’ αρχήν να είναι της Αριστεράς. Οχι από ιδεοληψία, αλλά γιατί οι ιδέες αυτές πρέπει να εκπροσωπούνται μέσα στη Βουλή, μέσα σε μια δημοκρατία και οι εκπρόσωποί τους να λένε αυτά που δεν μπορούν να πουν οι κυβερνήσεις ενώ τα γνωρίζουν. Αυτό θα πει Αριστερά για μένα: να μπορείς να πεις την αλήθεια στον λαό. Σε αυτούς που το κάνουν ελπίζω και με αυτούς προσπαθώ να συντάσσομαι».
