Υπάρχουν λόγια να περιγράψεις τη συμμετοχή σε ένα μυστήριο που λαμβάνει χώρα σε έναν αρχαιολογικό χώρο; Σε ένα άδυτο την ώρα του σούρουπου; Βοηθά η σιωπή στη δημιουργία αυτής της κατανυκτικής ατμόσφαιρας; Πυκνώνουν τα νοήματα όταν η δραματουργία που είναι χωρίς λόγια παραδίδει την αφηγηματική σκυτάλη στις εικόνες, στους ήχους, στις αισθήσεις; Το «Μυστήριο 11-MA» του Ρομέο Καστελούτσι στην Ελευσίνα είναι μια εμπειρία ιεροτελεστίας με καθηλωτικούς συνειρμούς τους οποίους γεννούν γυναικεία σώματα, ντυμένα ή γυμνά, χαράζοντας σχήματα στη γυμνή γη σε έναν αέναο χορό.
Εικόνες. Με την είσοδο στον αρχαιολογικό χώρο σε υποδέχεται μια ανάγλυφη στήλη που αναπαριστά σώματα με ριχτούς χιτώνες να σχηματίζουν ζευγάρια. Ανδρες; Γυναίκες; Λείπουν τα κεφάλια. Προς την άκρη υπάρχουν μόνο δύο πρόσωπα: ένα νεαρό με όμορφα χαρακτηριστικά που φορά κράνος και δίπλα μια πανέμορφη κόρη, με μακριά μαλλιά, κάπως μαζεμένα στο πλάι, αφήνοντας περίτεχνα μια μπούκλα να πέφτει στριφογυριστή δίπλα στο αυτί. Ησυχία. Μια μαντιλοφορούσα μαυροφορεμένη γυναίκα έρχεται αργά κρατώντας ένα ραβδί. Ακούγονται ήχοι, σαν να χτυπάνε έναν μεταλλικό σωλήνα και μετά σαν να θροΐζουν ξερά καλάμια. Επαναλαμβάνονται σαν απόηχοι (με τον Καστελούτσι συμπράττουν οι τέσσερις μουσικοί Ρενάτο Κούσης, Μενέλαος Μωραΐτης, Σπύρος Τζέκος, Αγγελος Χρηστάκης).
Διακρίνεις να σαλεύει κάτι πίσω από το σπασμένο κομμάτι του ανάγλυφου. Γυμνά σώματα σαν να συμπλέκονται, να συνευρίσκονται ερωτικά ή να παλεύουν και μερικά σε λίγο αποκτούν κόκκινα σημάδια σαν αίμα. Η μαυροφορεμένη γυναίκα με τα άσπρα μαλλιά μάς γνέφει να την ακολουθήσουμε. Περπατάμε ανάμεσα σε πεσμένες κολόνες και τεράστιους μαρμάρινους όγκους, θεμέλια και τείχη, ανηφορίζοντας προς το τελεστήριο. Εκεί βρίσκονται πέντε γυναίκες που συλλέγουν με θήλαστρα γάλα από το στήθος τους, για να το μεταγγίσουν σε έναν λεπτό μακρόστενο σωλήνα – μεταγγίζοντας λες την ίδια τη ζωή. Μαυροφορεμένες και κεφαλοντυμένες γυναίκες βγαίνουν πίσω από τα βράχια που τις έκρυβαν, κρατώντας μακριά ραβδιά, μεταλλικά. Συστρέφονται και σχηματίζουν κύκλο κάνοντας βουβές κινήσεις σαν να ολοφύρονται. Και μετά, σε διάφορους κυκλικούς σχηματισμούς, κινούνται σαν να χορεύουν.
Σύμβολα: ένας άσπρος δίσκος που κρατά μια γυμνή γυναίκα πάνω σε έναν βράχο, ένας μαύρος μικρότερος δίσκος που σιγά σιγά καλύπτεται καθώς μια μαυροφορεμένη γυναίκα περνά με μικρά βήματα από μπροστά κι ένα μαύρο αστέρι που σηκώνει στα δυο της χέρια μια άλλη γυναίκα σε έναν βράχο, κάτω από το καμπαναριό μιας εκκλησιάς. Οι ήχοι είναι απόμακροι, η αίσθηση είναι πένθιμη, οι κεφαλοδεμένες μαυροφορούσες γυναίκες αποτελούν γνώριμη εικόνα για μας εδώ, στον Νότο της Μεσογείου. Η Δήμητρα-οδηγός αποκτά πολλαπλά πρόσωπα και σώματα, που πενθούν, 2.000 χρόνια μετά την αρπαγή της κόρης, ή της ζωής της ίδιας, σε αυτόν τον τόπο τον ξερό, ανάμεσα στους πέτρινους όγκους, άλλους σμιλεμένους, άλλους φαγωμένους από τον χρόνο, παντοτινούς σιωπηλούς μάρτυρες.
Οπως σιωπηλά και δεμένα με όρκο εχεμύθειας ήταν και τα Ελευσίνια Μυστήρια. Ακολουθούν χοροί με αργές κινήσεις που παίρνουν σχήμα κυκλικό, ή άλλοτε σκορπίζονται, αργά πάλι, με μέτρο και συγχρονισμό, σαν μυστικές κινήσεις σε ένα αόρατο σύμπαν. Ετσι συντίθεται αυτή η ιεροτελεστία. Κάποια στιγμή ξεπετάγονται πίσω από τα βράχια τέσσερα κορίτσια, ίδια ντυμένα. Μεταφέρουν πλαστικά δοχεία με νερό, χοροπηδούν, δίνουν μια νότα ξένοιαστης ζωής στο γυμνό τοπίο, με τα βράχια και τα μαύρα σώματα των άλλων γυναικών που κινούνται συμμετρικά στον χώρο. Τα κοριτσάκια σκάβουν, αποκαλύπτουν ένα πάλλευκο γυμνό, ακέφαλο σώμα. Οι γυναίκες κινούνται αργά και τελετουργικά, σαν να υπακούν στον δικό τους μυστικό ρυθμό που τις συγχρονίζει. Στο βάθος ένας κύκλος από σίδερο: όρθιος είναι σαν να χωρίζει στα δύο το σύμπαν ή σαν να είναι η μήτρα ή ο Αδης, όπου εισέρχονται και εξέρχονται οι 31 γυναίκες.
Εικόνες, αποσπάσματα μιας υπόρρητης συμφωνίας. Παρακάτω, μπροστά στον φυσικό θόλο μιας σπηλιάς, βρίσκεται ένα τεράστιο ολόχρυσο τέμπλο, ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, με τέσσερις λεπτές φιγούρες και τον άγγελο γονατιστό μπροστά στην Παναγία προσφέροντας ένα κλαδί, όπως τον απέδωσαν η παλέτα και η φαντασία του Ιταλού αναγεννησιακού ζωγράφου Σιμόνε Μαρτίνι το 1333. Στην άκρη του πίνακα στέκει μια ζωντανή κόρη με χρυσό φόρεμα. Οι μαυροφορεμένες γυναίκες ντύνονται με μαύρους πλαστικούς σάκους και κουρνιάζουν στη σπηλιά. Τότε εμφανίζεται ο βέβηλος, ο μητροκτόνος Στέφανο Αντάμο. Γονατίζει και χαϊδεύει το χώμα. Σαν να σκύβει και να το φιλά ή να συνομιλεί μαζί του. Θωπεύει τα μάρμαρα στη διαδρομή, απαλά και τρυφερά, όπως καμιά φορά αγγίζουμε την άκρη του μνήματος αγαπημένου προσώπου. Ανεβαίνει αργά στη σπηλιά. Στέκεται μπροστά στον πίνακα. Προσκυνά. Γονατίζει μπροστά από τον άγγελο αντιγράφοντας τη στάση του. Κρατά ένα ξερό κλαδί για προσφορά.
Κατανυκτική σιγή. Σηκώνεις το βλέμμα. Ο ήλιος που βασιλεύει βάφει τον ορίζοντα και σπάει το λευκό χρώμα στο εκκλησάκι της Παναγίας της Μεσοσπορίτισσας χαρίζοντάς του ροδαλές αποχρώσεις προτού παραδοθεί κι αυτό στις σκιές που καταπίνουν τον χώρο. Το ταξίδι στον τόπο των σκιών και των κρυφών νοημάτων, στο πένθος της μάνας που θρηνεί το παιδί της και στην αναγέννηση όταν αυτό αφήνει τον Αδη για να αναδυθεί στη ζωή, στον εξαγνισμό που επιχειρεί ο μητροκτόνος και στη συγχώρεση που ζητά για τις πληγές στο σώμα της Δήμητρας στο όνομα όλων μας μόλις έχει ολοκληρωθεί.
