Επισκέφτηκα μια από τις πλέον συζητημένες παραστάσεις της φετινής εσοδείας του Κρατικού Θεάτρου της Θεσσαλονίκης, τον «Επιθεωρητή», στο Βασιλικό Θέατρο. Είχα ήδη ακούσει πολλά για τη ζωντάνια και την ενέργειά του, τη θεατρικότητα και την άριστη ενορχήστρωση του πολυπληθούς θιάσου του (24 άτομα!) από τον Γιάννη Κακλέα. Κρατούσα επομένως καλάθι για πολλά –κι είναι ασφαλώς ευτύχημα πως αυτή τη φορά οι υψηλές προσδοκίες διόλου δεν διαψεύστηκαν.
Συνάντησα αντιθέτως μια παράσταση γεμάτη κέφι, με αίσθηση των ηθοποιών ότι συμμετέχουν σε κάτι καλό και αγαθό και με έναν κόσμο που επιβραβεύει την προσπάθεια με το θερμό χειροκρότημά του στο τέλος. Κακά τα ψέματα, κάθε κρατικός φορέας αναζητάει, πέρα από τις μικρές ερευνητικές παραγωγές, τη μία «μεγάλη» παράσταση που θα χαρακτηρίσει τη σεζόν. Νομίζω πως το ΚΘΒΕ τη βρήκε σε αυτόν τον «Επιθεωρητή» του Βασιλικού.
Είναι, βέβαια, και η επιλογή του ίδιου του έργου του Γκόγκολ που προσφέρεται για μεγάλη επιτυχία… Ενας «φιάκας» καταφεύγει σε μια ξεχασμένη από τον Θεό και τον Τσάρο κωμόπολη κι εκεί οι προύχοντες τον περνούν για κάποιον μυστικό επιθεωρητή, πράκτορα της κεντρικής διοίκησης. Ξεκινάει έτσι ένας απίθανος φαρσικός μηχανισμός παρεξηγήσεων και ψευδαισθήσεων, που κινεί τον άξονα της πλοκής. Αυτός ο απατεώνας και χαρτοπαίκτης, που ούτως ή άλλως έχει μάθει να εκμεταλλεύεται κάθε ψεύτικη περσόνα προς όφελός του, εφάπτεται σε μια γενική κατάσταση εξίσου υποκριτική, διεφθαρμένη και κίβδηλη με εκείνον. Και μετά, όπως θέλει το τυπικό σχήμα της φάρσας, ο ένας απατεώνας θα εξαπατά τον άλλον, μέχρις ότου κάποιος, στο τέλος, να την πάθει από το ίδιο του το τέχνασμα.
Ολα αυτά, βέβαια, πάνω σε μια μάλλον διαχρονική διαπίστωση: Οτι ο ίδιος ο μηχανισμός της διοίκησης στηρίζεται σε μια «μεταξύ κατεργαρέων» συμφωνία των κεφαλών για αλληλοϋποστήριξη και αλληλοσυγκάλυψη στις καταχρήσεις τους. Η διαπίστωση αυτή είναι που κάνει το μισό έργο του Ρώσου συγγραφέα να παραμένει σταθερά καυστικό για κάποιες χώρες -τόσο όσο και όταν απαγορεύτηκε επί τσαρικής Ρωσίας-, όταν το άλλο μισό του, παρά στον μηχανισμό του, το καθιστά έτσι κι αλλιώς αγέραστο. Στη χώρα μας, ο «Επιθεωρητής» συμβαίνει να είναι, δυστυχώς, και τα δύο μαζί: τόσο αγέραστος όσο και -δυστυχώς ακόμα- καυστικός.
Η παραπάνω διαπίστωση νομίζω ότι συνέβαλε στο να καταλήξει ο Γιάννης Κακλέας στο σκηνικό «όραμά» του για την παράσταση του Βασιλικού. Ηταν, ασφαλώς, ο πλέον κατάλληλος για να αναλάβει την κάποια αντιφατική σύμπλευση μιας αληθινής πλούσιας παραγωγής, κατάλληλης για τη βασική σκηνή του ΚΘΒΕ, με μια πρόταση που οφείλει να διατηρεί επικεντρωμένο τον οξυμένο χαρακτήρα της πολιτικής σάτιρας.
Αυτός είναι ο «Επιθεωρητής» στη σκηνοθεσία και δραματουργική παρέμβαση του Κακλέα, πάνω στη μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ. Είναι ένας «Επιθεωρητής» βαλμένος σε ένα δεύτερο, ερειπωμένο και εγκαταλειμμένο θέατρο, σαν θεατρικό φάντασμα που ξαναζεί, για να θυμίσει στον σημερινό θεατή τις οφειλές του. Το ίδιο το σκηνικό του Βασιλικού είναι από μόνο του μια «παράσταση», με τις -τυπικές στον Κακλέα- οπερατικές νότες, το σχεδόν μόνιμο παλιό αυτοκίνητο στην μια άκρη και τη σκάλα, που οδηγεί στην οροφή αλλά και στο αφ’ υψηλού βλέμμα στην επί γης χαμένη αρμονία, στην άλλη.
Αν όμως το σκηνικό της παράστασης περικλείει το πρώτο μήνυμα του σκηνοθέτη, το δεύτερο αφορά στα κοστούμια. Ανήκουν στην Ηλένια Δουλαδίρη (συνέβαλε επίσης και στο σκηνικό της παράστασης) και σημειώνουν, άμα τη εμφανίσει, την επιμέλεια της όλης παραγωγής αλλά και την περίτεχνη υποκρισία των ρόλων, τη θεσμική θεατρικότητα της εξουσίας που κουβαλούν. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι τα κοστούμια αυτά, που σήμερα φαντάζουν θεατρικά, περιέβαλαν, σε άλλους καιρούς, την εντύπωση της δύναμης, της ανωτερότητας, την ταξική όσο και ηθική υπεροψία. Τα κοστούμια της παράστασης -μαζί με το θεατρικό μακιγιάζ της Μαντώς Καμάρα- κουβαλούν ένα βασικό μέρος του νοήματός της.
Περνάμε έτσι στο επόμενο κατά σειρά στοιχείο του «Επιθεωρητή», που αφορά την κίνηση, όχι μόνο κάθε ρόλου χωριστά αλλά -κυρίως- του συνόλου. Από την πρώτη κιόλας εικόνα, ένα θαυμάσιο ταμπλό, που μας εκθέτει τη ναρκισσιστική αυταρέσκεια της μικροκοινωνίας του έργου, και καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, η κοινωνία του «Επιθεωρητή» είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Ομως εδώ βρίσκεται ίσως η πιο εντυπωσιακή επίδειξη της δεξιότητας από τη μεριά του σκηνοθέτη: Στον τρόπο που ενορχηστρώνεται αυτό το σύνολο, ώστε να αποτελέσει ένα πολυκέφαλο, πολυμελές και πολύφωνο σώμα. Τα διακριτά πρόσωπα των ρόλων εμφανίζονται σαν να αποκολλώνται από αυτό, ώστε τελικά στο προσκήνιο δεν βρίσκεται παρά η ίδια οντότητα με τα πολλά διαφορετικά προσωπεία της.
Το κοινωνικό τοπίο και ο Χορός των ψυχών αποτελούν, λοιπόν, το τέταρτο κατ’ ουσίαν «σκηνικό» του «Επιθεωρητή», επιμελημένο με την εργασία της Στεφανίας Σωτηροπούλου και επενδυμένο με τη μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου και τους φωτισμούς της Στέλλας Κάλτσου. Αναφέρω γι’ αυτό την εξαιρετική διανομή, με τους ηθοποιούς να επιτελούν παραπάνω από έναν ρόλο ο καθένας: Μαίρη Ανδρέου, Νεφέλη Ανθοπούλου, Χαρά Γιώτα, Δημήτριος Δανάμπασης, Μαρία Ελευθεριάδη, Αλέξανδρος Ζαφειριάδης, Στέλιος Καλαϊτζής, Κωστής Καπελλίδης, Αγγελος Καρανικόλας, Δημήτρης Καρτόκης, Κοκκινοπούλου Φαίη, Νικόλας Μαραγκόπουλος, Χρήστος Μαστρογιαννίδης, Δημήτρης Μορφακίδης, Στέφανος Πίττας, Μιχάλης Σιώνας, Θεοφανώ Τζαλαβρά, Χρήστος Τσάβος, Γιάννης Τσιακμάκης, Μαρία Χατζηιωαννίδου.
Ενα από τα τελευταία στοιχεία της διδασκαλίας αφορά, βέβαια, την ξεχωριστή ικανότητα του Κακλέα να δημιουργεί πρόσωπα επί σκηνής με την αίσθηση της γελοιογραφίας και του κόμιξ. Αυτό τους στερεί κάπως την ψυχολογική εμβάθυνση, τους χαρίζει όμως αδρό περίγραμμα, εξπρεσιονιστική ένταση, καθώς και εκείνη τη σουρεαλιστική τρέλα που ακουμπά στο ονειρικό επίστρωμα της κάθε σκηνοθεσίας του Κακλέα. Υπάρχουν και οι απρόσμενες αναφορές του. Οπως στην απολαυστική εμφάνιση των Αλέξανδρου Ζουριδάκη και Παναγιώτη Παπαϊωάννου στο μπεκετικής ποιότητας ζεύγος των δύο θεατρικά παραπληρωματικών εισοδηματιών.
Αλλά «Επιθεωρητής» χωρίς Επιθεωρητή δεν γίνεται…. Και εδώ είναι που ο Ιβάν Αλεξάντροβιτς Χλιεστακόφ του Γιάννη Σύριου, αυτός ο κατώτερος υπάλληλος στην πόλη και εντολοδόχος του κρατικού Λεβιάθαν στο χωριό, σηκώνει εντυπωσιακά το φορτίο της αποκάλυψης του αληθινού κόσμου πίσω από το ψέμα. Ο νέος ηθοποιός κουβαλά στη νευρώδη σωματική ερμηνεία του το ομοίωμα του διεφθαρμένου μικρόκοσμου της επαρχίας, αλλά και του μεγάλου κόσμου που ακολουθεί. Εχει να αντιμετωπίσει τον έπαρχο Αντόν Αντόνοβιτς, που ερμηνεύεται άψογα από τον Γιώργο Καύκα, με τον πανικό κάποιου που όχι μόνο «επιθεωρείται» αλλά και επανα-θεωρείται για ό,τι έχει κάνει.
Θα είναι αυτός το θύμα της φάρσας, αλλά ποιος είναι ο τελικός νικημένος της; Το έργο του Γκόγκολ τελειώνει αμφίσημα, «μολιερικά», με το πρόσωπο της παλιάς τάξης να έχει νικηθεί προς το παρόν, χωρίς να έχει ακόμα ολοκληρώσει τον κύκλο του. Μα δεν έχει όμως αυτό και τόση σημασία… Αλίμονο αν περιμέναμε από έναν Χλιεστακόφ να διώξει έναν Αντόνοβιτς. Αυτή είναι μια ιστορία μονάχα, μια φάρσα τραβηγμένη από τα μαλλιά και από τα πόδια. Το ζητούμενο είναι τι κάνουμε εμείς με αυτήν την αποκάλυψη στη συνέχεια.
