Νέος, ταλαντούχος, βραβευμένος, περιζήτητος… Ο Χάρης Φραγκούλης μόλις ολοκλήρωσε τα γυρίσματα της ταινίας του Μανούσου Μανουσάκη «Ουζερί ο Τσιτσάνης» και ετοιμάζεται για τρεις παραστάσεις στο Φεστιβάλ Αθηνών. Παίζει στο «Ατλαζένιο γοβάκι» του Πολ Κλοντέλ σε σκηνοθεσία Εφης Θεοδώρου και στον «Αίαντα» του Σοφοκλή στη Μικρή Επίδαυρο σε σκηνοθεσία Σύλβιας Λιούλιου.
Απόψε, όμως, ανεβάζει στο θέατρο της Οδού Κυκλάδων την τραγωδία του 16ου αιώνα «Ο Αρντεν πρέπει να πεθάνει», άγνωστου συγγραφέα (έχει αποδοθεί στον Σέξπιρ, τον Μάρλοου και τον Κιντ), με πρωταγωνιστή τον Κωνσταντίνο Αβαρικιώτη. Η υπόθεση βασίζεται σε πραγματικό γεγονός: τη δολοφονία του δημάρχου του Λονδίνου Τόμας Αρντεν από τη γυναίκα του και τον εραστή της.
«Η περσινή μου σκηνοθεσία, “Η προσευχή της κοπέλας που έπεσε μέσα στο πηγάδι και δεν θέλει να πεθάνει”, ήταν προϊόν μιας δουλειάς-στούντιο στην οποία αναζητούσαμε ένα ελισαβετιανό έργο», λέει ο Χάρης Φραγκούλης.
«Προέκυψε η παράσταση και, παρά τον επιμήκη τίτλο και την κάπως ακατανόητη δομή, είπαμε να την ανεβάσουμε. Ως συνέχεια αυτής της προσπάθειας διάβασα αρκετά έργα του Σέξπιρ, αλλά κάτι με εμπόδιζε. Ο Μάρλοου, πιο ελλιπής αλλά πιο βαθύς, πιο βρόμικος αλλά λιγότερο σύνθετος, με τράβηξε. Εχει κάτι ξεχωριστό, δισδιάστατους χαρακτήρες σαν κινούμενα σχέδια κι αυτό με εμπνέει.
Επεσα τυχαία πάνω στο συγκεκριμένο έργο, που είναι αστικό δράμα μέχρι κομέντια ντελ άρτε. Αμέσως το φαντάστηκα ως ψυχικό χώρο. Μια μαύρη τρύπα που μέσα έχουν πέσει πράγματα από σύμπαντα διαφορετικών χρόνων, τόπων, χρωμάτων.

Αυτή η δίνη με οδήγησε στην αισθητική σύλληψη, το καρουζέλ, και τη σκηνογράφο σε κοστούμια μεταξύ εποχής και παραμυθιού. Ο τρόπος που υπάρχουν οι χαρακτήρες, το βάθος τους, παραπέμπει σε κούκλες, μαριονέτες. Εννοώ ότι είναι τόσο γρήγορες οι συναισθηματικές εναλλαγές, παίζουν στην κόψη, είναι χαρακτήρες 100% ταραγμένοι. Με ενδιέφερε πώς μπορεί να δημιουργηθεί ένα κενό στον ηθοποιό, να φύγει από τη δική του ύπαρξη ώστε να χωρέσει αυτή η ταραχή. Θεωρώ το έργο αριστούργημα».
• Σας ενδιαφέρει η σκηνοθεσία περισσότερο από την υποκριτική;
Δεν μπορώ να κατανοώ κάτι εν μέρει. Θέλω να μου εξηγούνται η μουσική, τα φώτα, τα κοστούμια. Δηλαδή, με ενδιαφέρει το όλον, ο χώρος που δημιουργείται. Κι αυτή η παράσταση, από μια ανάγκη ύπαρξης του χώρου έγινε. Κατά τ’ άλλα ηθοποιός είμαι, να παίζω θέλω. Σιχαίνομαι τη λέξη «οικογένεια» στο θέατρο. Είναι φορτισμένη με παγίδες. Αν έπρεπε να απαντήσω μ’ ένα «ναι» ή «όχι», θα έλεγα ότι έχει κάνει πολύ κακό η οικογένεια στην Ελλάδα, η πατροκρατία.
Και ναι, οι ομάδες, οι παρέες, είναι μάλλον βλαβερές, με την έννοια ότι φέρουν ένα είδος φασισμού, σε τραβάνε προς τα κάτω. Είναι σημαντικό να φεύγεις απ’ αυτό που λέμε «ομάδα», να γίνεσαι ξανά τίποτα και μετά ξανά μαζί και μετά ξανά μόνος, κανένας, στο μηδέν. Να αναδημιουργείς, δηλαδή, την ομάδα επειδή το απαιτεί μια πνευματικότητα και όχι η επιταγή τού «μαζί».
• Το «μαζί» δεν αποτελεί προϋπόθεση στο θέατρο;
Οι ομάδες, προϊόντος του χρόνου, φθίνουν καλλιτεχνικά. Γίνονται τρόπος, μανιέρα, δημιουργούνται εξαρτήσεις, χάνεται η ειλικρίνεια. Σαφώς το «μαζί» ισχύει, αλλά πρέπει να επινοείς τρόπους για να το προστατεύσεις.
• Νωρίς διακριθήκατε, βραβευτήκατε. Πιο ώριμος;
Ο χρόνος περνάει. Μέσα στο θέατρο γερνάω, ξαναγίνομαι νέος. Δεν σοβαρεύω, αλλά κατανοώ καλύτερα. Ανοίγουν πόρτες που χωρούν περισσότερη χαρά, αλλά και λύπη. Είμαι τυχερός, χωρίς το θέατρο θα ήταν απελπισία. Εντάξει, κάπως θα πάλευες τη ζωή σου. Θα γινόμουν ψαράς, θα μάζευα πορτοκάλια…
• Τρεις παραστάσεις φέτος και μία ταινία που ολοκληρώθηκε. Μένει χρόνος για προσωπική ζωή;
Δεν ξεχωρίζω τη ζωή μου από το θέατρο, τη μουσική, το σινεμά, τα αθλήματα. Είναι μπλεγμένα μεταξύ τους. Αυτό που δεν αντέχω είναι τη συνεργασία με ανθρώπους χωρίς αισθητική, χωρίς καμιά πνευματικότητα. Πάντα περιμένω από τους άλλους να μου αφηγηθούν μια ιστορία σημαντική, κάτι που δεν θα είναι στεγνό, άνυδρο, αλλά θα κινητοποιεί. Κι όταν δεν συμβαίνει, γίνομαι χάλια.
• Βάζετε ως όριο την καλλιέργεια;
Δεν είναι θέμα κουλτούρας. Ενα λαϊκό παιδί είμαι, από τη Νέα Σμύρνη, δημόσιο σχολείο τελείωσα, με μπάλα μεγάλωσα, ασχολήθηκα με την πυγμαχία, συμμετέχοντας μάλιστα σε αγώνες. Στην πυγμαχία νταραβερίστηκα με ανθρώπους που αν και λαϊκοί έχουν πνευματικότητα. Δεν χρειάζεται να ξέρουν ποιος είναι ο Τολστόι ή ο Μπέκετ. Είναι όμως ευγενείς, με προσήλωση, σεβασμό, πίστη και ταπεινότητα σ’ αυτό που κάνουν. Δεν αντέχω εκείνους που αρέσκονται στο ψέμα, παραβιάζουν τον προσωπικό σου χώρο, το μυαλό τους κολλάει σε ό,τι εύπεπτο και χυδαίο, όπως τα χρήματα.
• Το ρινγκ με τη σκηνή συνδέονται;
Απαιτούν ελαφράδα, εγρήγορση, ανοιχτό βλέμμα, αυτοσυγκέντρωση, ενέργεια, παρτενέρ. Είναι θεάματα, έχουν «καμπανάκι» αρχής και τέλους…
• Σας ενδιαφέρει η πολιτική;
Παρακολουθώ τι γίνεται, αλλά ομολογώ δεν έχω την αγωνία άλλων στο ενδεχόμενο μιας πτώχευσης. Και δεν είναι εξαιτίας της αφοσίωσης στο θέατρο. Ως φοιτητής στη Βιολογία, η ψυχή μου συγγένευε με τον χώρο των αναρχικών. Εννοώ κυρίως μέσα από διαβάσματα, συζητήσεις. Αλλά δεν είμαι αναρχικός, και αν πρέπει να εξηγήσω το γιατί, είναι μεγάλη κουβέντα…
• Φαντάζομαι είστε κατά των βανδαλισμών και της βίας του αναρχικού κινήματος.
Είμαι εναντίον αυτής της βίας, αλλά αυτό που με διαχωρίζει είναι ένα πολύ βαθύ ζήτημα αισθητικής. Ο τρόπος που εκφράζεται θεωρητικά και πρακτικά το αναρχικό κίνημα δεν συνάδει με την ανάγκη της ψυχής μου. Για παράδειγμα, οι αναρχικοί πήραν το «Βοξ»», αλλά και δεν το έκαναν ωραίο. Εγώ ήθελα να βάλουν τρεις αρχιτέκτονες και να το κάνουν κούκλα. Ετσι, δεν πηγαίνω εκεί, αλλά στο «Φλοράλ», που είναι πιο ωραίο…
• Δηλαδή οι αναρχικοί να διορθώνουν τους θεσμούς, το κράτος;…
«Εννοώ η δράση τους να έχει ποίηση, λογοτεχνία, ομορφιά. Ο αναρχικός Ζουλάφσκι διαλύει τα πάντα, το πρόσωπο, το σώμα των ηθοποιών, τους ήρωες, το ίδιο το σινεμά. Αλλά πατά πάνω σε μεγάλους συγγραφείς, είναι παρούσα η ποίηση. Εγώ μ’ αυτό είμαι, κι όχι με το άλλο».
INFO:
Θέατρο της Οδού Κυκλάδων-Λευτέρης Βογιατζής (Κυκλάδων 11 Κυψέλη-Τηλ.: 210-8217877). Μετάφραση: Νίκος Χατζόπουλος. Σκηνικά: Αργύρης Πανταζάρας – Λουκία Χουλιάρα. Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη. Μουσική: Κορνήλιος Σελαμσής. Ερμηνεύουν: Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Ηρώ Μπέζου, Μαρία Πανουργιά, Γιάννης Παπαδόπουλος, Γιάννος Περλέγκας, Θάνος Τοκάκης, Νικόλας Χανακούλας. 2-11 Ιουνίου.
