Η άνοδος και η πτώση του ζεύγους των Μακμπέθ θεωρείται ένα έργο «καταραμένο». Αιματοβαμμένο, σε φέρνει αντιμέτωπο με την πιο άγρια και νοσηρή όψη των ανθρώπινων συναισθημάτων, ενώ η μανία για δύναμη -το άλλο πρόσωπο της απελπισίας;- μόλις ικανοποιείται, δεν συντελεί παρά στην αυτοκαταστροφή. Είναι ίσως ακριβώς εκεί, όπου κρύβεται και η γοητεία του: ως μια παραβολή της τραγικής μοίρας του ανθρώπου και των συγκρούσεων της συνείδησης.
Στη μεταγραφή του Θεόδωρου Εσπίριτου, που ανέβηκε στο Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης με ερμηνευτές τους Νίκο Παντελίδη και Δέσποινα Σαραφείδου, η ιστορία ξετυλίγεται όπως ένας ζοφερός εφιάλτης, σε μια άχρονη αναβίωση από τη μεσαιωνική Σκοτία στο σήμερα. Σ’ αυτή την εκδοχή, πίσω από τον μύθο του Μακμπέθ ανιχνεύονται αναφορές σε μεσαιωνικές χρονογραφίες, ιστορικά γεγονότα της εποχής αλλά και προσωπικά βιώματα του Σέξπιρ, απηχήσεις από την Παλαιά Διαθήκη, όπως το προπατορικό αμάρτημα και οι δέκα εντολές, καθώς και ζητήματα ηθικής τάξης, πίστης και υποταγής.
Ευκαιρία λοιπόν για μια συζήτηση με τη… λαίδη Μακμπέθ την οποία ερμηνεύει η Δέσποινα Σαραφείδου.
• Αλλος ένας Μακμπέθ – γιατί;
Μας κίνησε η κοινή μας επιθυμία να δουλέψουμε μαζί. Η διασκευή που ανεβάζουμε κρατάει τον πυρήνα, απομονώνει τα δύο κύρια πρόσωπα του έργου. Οι ήρωες εδώ τοποθετούνται σε ένα επέκεινα έξω από κάθε χωροχρονικό πλαίσιο. Εχουν αποκαθαρθεί από κάθε διάκοσμο, έχουν απομείνει σαν παγωμένοι μαύροι κρύσταλλοι όπου διαγράφεται καθαρότερα ο ξεγυμνωμένος ψυχισμός τους με όλες τις πρισματικές ανακλάσεις των σκοτεινών παθών που τους συγκλονίζουν. Η κορυφαία πράξη της ύβρεως, ο φόνος, αποτελεί το κέντρο της παράστασης, γύρω απ’ το οποίο στροβιλίζονται σε ένα ζοφερό σύμπαν χωρίς διέξοδο. Από ψυχαναλυτική σκοπιά, θα λέγαμε ότι επαναλαμβάνουν το τραύμα τους.
Αιχμάλωτοι μιας δυστοπίας, είναι καταδικασμένοι να βιώνουν την άνοδο και την πτώση τους σαν ένα μύχιο καθαρτήριο. Οι Μακμπέθ, προσηλωμένοι στη λυσσαλέα επιδίωξη της δύναμης και της εξουσίας, επιτελούν τον φόνο έχοντας αποποιηθεί την ανθρωπιά και τη συνείδησή τους. Εκείνο που τους ωθεί στην αγωνιώδη αναζήτηση της καταξίωσης είναι το υπαρξιακό κενό. Ομως η τυφλή παράδοσή τους στην αποκτήνωση οδηγεί στην πιο σπαρακτική απόγνωση. Είναι πάσχοντες από το Κακό, από την απώλεια νοήματος. Και η νόσος των Μακμπέθ, η «ασθένεια προς τον θάνατο» όπως το διατυπώνει ο Κίρκεγκορ, καταλήγει αναπόφευκτα στον αφανισμό τους. Μ’ αυτή την έννοια, η τραγωδία τους αποτυπώνει τη σύγχρονη ανθρώπινη κατάσταση, την έλλειψη επίγνωσης, την ύβριν που καθημερινά διαπράττουμε απέναντι στον κόσμο, στον άλλο, στον εαυτό μας, όταν αφηνόμαστε στην ανεξέλεγκτη μανία μας για ολοένα και περισσότερη κυριαρχία. Οι μάγισσες του σεξπιρικού κειμένου, εξεικόνιση της μοίρας, δεν είναι εν τέλει οι προσωπικοί μας δαίμονες;
• «Σκοτάδι, Ζόφος ή Ερεβος; Ποια λέξη εκφράζει αρτιότερα τον τόπο της Αιώνιας Καταδίκης;», λέει η λαίδη Μακμπέθ σε μια στιγμή της παράστασης. Τι είναι η λαίδη Μακμπέθ;
Εχει συμβολοποιηθεί ως μια γυναίκα ανάλγητη που δεν ορρωδεί προ ουδενός προκειμένου να επιτύχει τον στόχο της. Ωστόσο η σκληρότητά της είναι τελικά αναπλήρωση της αδυναμίας της, το κέλυφος που κρύβει την απελπισία της. Είναι ένας ρόλος που χαρακτηρίζεται από αντιθέσεις και παράδοξα, γι’ αυτό και εξαναγκάζει σε μια μαθηματική αντιμετώπισή του. Πυρακτωμένη από την επιθυμία για δύναμη, καίγεται από τη φρίκη της ενοχής. Μαινάδα της εξουσίας, μετατρέπεται σε Οφηλία. Ενώ ποθεί να έχει τον απόλυτο έλεγχο, μετά τον φόνο οδηγείται σταδιακά στην εντελή απώλειά του, βυθίζεται στην τρέλα.
Πρόκειται για ένα πρόσωπο που εμφανίζεται παραδομένο στο πάθος για μεγαλείο και ταυτόχρονα προικισμένο με οξύτατη λογική – καταστρώνει το σχέδιο του φόνου και χειρίζεται με μεγάλη μαεστρία τον Μακμπέθ.
• Και τα παράδοξα που τη χαρακτηρίζουν;
Κατά τον Φρόιντ, συνιστά παράδειγμα νεύρωσης της επιτυχίας. Η εκπλήρωση της επιθυμίας της δεν συνοδεύεται από ικανοποίηση, αντίθετα βιώνεται ως ματαίωση και πυροδοτεί την αυτοκαταστροφή της.
Αλλο παράδοξο: Η λαίδη ακουμπά στο στερεότυπο της «γυναίκας που υποθάλπει τη φιλοδοξία του άντρα» και την κεντρίζει επιστρατεύοντας κάθε μέσο (υποτίμηση του ανδρισμού του, εγκώμιο της αξίας του, φιλοσοφικό στοχασμό περί μοίρας, ακόμα και τη μητρότητα ως επιχείρημα υπέρ της σκληρότητας).
Αλλά και το ανατρέπει αιφνιδιαστικά, καθώς, προκειμένου να εξωθήσει τον Μακμπέθ στο έγκλημα, το πρώτο που κάνει είναι να απαρνηθεί τη θηλυκή της κατάσταση. Επικαλείται τους δαίμονες του φόνου και ζητά να την απαλλάξουν από το φύλο της. Δεν θέλει να γίνει άντρας, θέλει να απαλλαγεί από το έρμα του γένους της, από την ευαισθησία, τη συμπόνια και την αυτεπίγνωση. Είναι μια Σειρήνα του Κακού, άλλη μία Εύα του πειρασμού, που όμως παραιτείται από τη γυναικεία της υπόσταση, ώστε να υπηρετήσει αποτελεσματικότερα τον σκοπό της. Διαφοροποιείται έτσι από άλλες γυναικείες μορφές που έχουν μείνει θρυλικές για τη μοχθηρία τους.
Info:
«Μακμπέθ, Η Βίβλος του Σκότους», σε μετάφραση, διασκευή και σκηνοθεσία Θεόδωρου Εσπιρίτου από την εταιρεία θεάτρου 1+1=1 κάθε Δευτέρα και Τρίτη του Μαΐου, για 8 παραστάσεις, στο Black Box του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης, στις 9.30 μ.μ.
